Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Ο ανεπρόκοπος

Δημήτρης Ζαφείρης

 

 

 

SIDE A

Άκουσα τα βηματάκια της πάνω στη μεταλλική σκάλα. Αχ!

Την εξωτερική στριφτή σκάλα από την ταράτσα  μέχρι εδώ κάτω στο ισόγειο με τη μικρή λουλουδιασμένη αυλή μας που έχω το προνόμιο να μένω. Είναι μεσημέρι και όλη η γειτονιά ησυχάζει.

Η γριά η Φώτω δίπλα στη μονοκατοικία, έπεσε στον ύπνο και δεν διαολοστέλνει άλλο την ανύπαντρη μοναχοκόρη της. Αυτή η Μαργαρίτα ξέμεινε να τη φροντίζει γιατί είναι σχεδόν κατάκοιτη η Φώτω. Είναι στριμμένη όμως η γριά από τα πολλά γεράματα και δε νιώθει ότι η Μαργαρίτα θυσίασε τη ζωή της να την νταντεύει ενώ θα μπορούσε να την παρατήσει σε κανένα ίδρυμα. Ώρες ώρες απορώ με την τόσο ευγενική καρδιά της Μαργαρίτας.

Ο Μαρξ του Ηλία απέναντι δε γαβγίζει, είναι ξαπλωμένος στη δροσιά και ρεμβάζει τον ασύννεφο Αττικό ουρανό με γεμάτη την κοιλάρα του από κοκκινιστό κοφτό μακαρόνι.

Ο Νίκος του Μουστάκη επιτέλους έκλεισε τον τροχό στο ξυλουργείο και ανέβηκε απάνω για να φάει και να διαβάσει όλο το ρεπορτάζ στην αθλητική Ηχώ. Δεν διώχνει καμιά δουλειά μη και λείψει τίποτα στην οικογένεια. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ετοιμάζει παραγγελίες με ντουλάπες, τραπέζια και βιβλιοθήκες. Μισοτιμής. Αλλά ο Παναθηναϊκός, Παναθηναϊκός.

Και η κυρία Σμαρώ χαμήλωσε στο ραδιόφωνο τις χαροκαμένες επιτυχίες του 50, γιατί πέρασε η ώρα. Είναι της κοινής ησυχίας.

Η ζέστη γεννάει βασανιστικά στο μέτωπο και την τριχωτή μου πλάτη μικρές σταγόνες ιδρώτα και παρακαλώ από τα ανοίγματα στα ξύλινα παντζούρια λίγο σκονισμένο αεράκι να γλυκάνει αυτές τις νωχελικές στιγμές.

Ο Παυλάκης στο πικάπ με το volume στο δύο, χαμηλά περιπλανιέται στις άκρες της Αθήνας για μια φτιάξη και στη πορτοκαλάδα μου λιώνουνε τα παγάκια.

Τα βηματάκια της κάνουν χαριτωμένα κλικα-κλικ πάνω στη σκάλα καθώς κατεβαίνει. Η καρδιά μου κάνει φρου-φρου και έπειτα ένα φρου μακρόσυρτο. Άραγε φοράει το κοντό φουστάνι;  Δεν την έχω δει σήμερα.

Ακούγεται η φωνή της μάνας της. Της σπιτονοικοκυράς. Έκανε σήμερα κοτόπουλο στο φούρνο και έφερε κάτω μία φτερούγα και τέσσερις λεμονάτες πατάτες. Όλο γλύκα, σαν την κορούλα της. Εκείνη είναι γενναιόδωρη αλλά απότομη φορές φορές που διπλώνει το νοίκι και της λέω

περιμένω κάτι λεφτά όπου νάναι.

Της γυρίζει το μάτι και μετά της λέω

τι με αποπαίρνεις κυρία Σία; Αφού θα στα δώσω. Τι είμαι; Δε με ξέρεις; Κανένας τζαναμπέτης;

Χαμογελάει τότε συμπονετικά σαν αυτοκρατόρισσα της οικοδομής και φεύγοντας για την κουζίνα και τα κατσαρολικά της, μονολογεί χαριτωμένα

ανεπρόκοπος είσαι βρε..

Όμως τώρα η φωνή της Σίας είναι σαν παραγγελία λοχαγού στην επιθεώρηση της Παρασκευής:

Για πού το βαλες Άννα;

Τα βηματάκια της κάνουνε παύση κάπου στην αρχή του πρώτου.

Στο ψιλικατζίδικο, πάω να πάρω σταυρόλεξο. Τι θέλεις;

Που ξεπορτίζεις συνέχεια, αυτό θέλω. Αντί να

Χάνεται η φωνή σαν τα ίχνη που σβήνει ο Μαρξ στο χωμάτινο δρόμο με τη μακριά του ουρά όταν βολτάρει. Τα βηματάκια συνεχίζουν και ολοκληρώνουν στο τελευταίο σκαλί. Μετά στις πλάκες της αυλής, τσάκα τσάκα.. Πόσο κοντά μου είναι..τη μυρίζω. Περνάει από το μπροστινό παράθυρο. Το έχω κλειστό γιατί πέφτει από εδώ ο ήλιος τέτοια ώρα. Φτου, που να το ήξερα;

Πετάγομαι από το στρώμα. Αποτσίγαρα και στάχτες που αναπαύονταν σε ξέχειλα τασάκια, σηκώνονται στον αέρα.

Πάει προς το δρόμο, την ακούω. Στριμώχνω τη μούρη στις χαραμάδες από τα πατζούρια μπας και τη δω λιγάκι. Πραγματικά, μπαίνει στου Χάρη. Λείπει, δεν είναι μέσα ο ίδιος. Το κρατάει το μαγαζί ο πατέρας του Τετάρτες και Πέμπτες από το πρωί μέχρι το βράδυ γιατί εκείνος κάνει πρόβες με το μπάσο.

Έτσι συμφωνήσανε πατέρας και γιος για να ξελαμπικάρει  λίγο το μυαλό του Χάρη από την ιστορία με τα ντραγκς. Είναι έξω τώρα με δύο χρόνια αναστολή. Οι δικηγόροι κόντεψαν να τους φάνε το μαγαζάκι με αυτή την υπόθεση.

Μου είπε ότι μέσα έφαγε πολύ ξύλο. Ξύλο για πλάκα, για να περνάνε το καιρό τους οι αστυνομικοί. Έχει και ένα σημάδι στη μύτη από κλωτσιά στο πρόσωπο αλλά δεν το κυνήγησαν στο δικαστήριο για να είναι ουδέτεροι οι ασφαλίτες που πήγαν μάρτυρες. Ο Χάρης λέει ότι οι μπάτσοι που χτυπάνε περισσότερο είναι αυτοί που δε γαμάνε και όταν το σκέφτομαι θέλω να γράψω ένα στίχο γι αυτό αλλά δε μου βγαίνει καλά στο χαρτί.

Μπαίνει μέσα και διαλέγει ένα περιοδικό, από εδώ φαίνεται μόνο η σιλουέτα της.

Μετά όμως πάει στο τηλέφωνο, ρίχνει κέρματα και τηλεφωνεί. Γιατί; Αφού στο σπίτι έχουν τηλέφωνο. Δεν θέλει φαίνεται να την ακούσει η Σία. Έχει γκόμενο, αυτό είναι

TURN UPSIDE DOWN

Χτύπησα δυνατά τις παλάμες μου στα πόδια λες και έχανα στο φινάλε την κούρσα στον ιππόδρομο. Σιγά, πως κάνω έτσι; Τι δηλαδή; Θα με περίμενε η Άννα πότε θα αποφάσιζα να της πω να πάμε για ένα καφέ; Και εδώ που τα λέμε δεν είναι και τίποτα το σπουδαίο. Γλυκό κοριτσάκι αλλά δεν είναι και θεά ας πούμε.

Ρίχνω μια βουτιά και ξαπλώνομαι πάλι στο ξέστρωτο στρώμα. Τεντώνω το αυτί προς το ηχείο. Η βελόνα περνάει το κενό και ο Παυλάκης τώρα αλλάζει το ρυθμό, σε πιο rock.

Αλλά και η κυρία Σμαρώ δυναμώνει το σταθμό στο ραδιόφωνο. Ο Καζαντζίδης αρχίζει να κλαίει πιο δυνατά για τη μάνα του σε κάποιο σταθμό του Μονάχου και μου αποσπάει τη προσοχή. Ήθελα να ξερά πως αντέχει όλη μέρα να ακούει αυτή τη μιζέρια. Ήμαρτον, έτσι;

Επιστρέφει, μπαίνει στην αυλή. Σκασίλα μας. Φοράει ένα τζιν τελικά και ένα μπλουζάκι από πάνω. Θα ρθει και αυτηνής η ώρα να παντρευτεί κάποιον τρίχα που θα της ψήνει το ψάρι στα χείλη και τότε θα ξεχάσει έρωτες και τα τοιαύτα.

Όλα τα κοριτσάκια νομίζουν ότι η ζωή είναι στρωμένη με λουλούδια και καρδούλες αλλά κάποια στιγμή όλα παίρνουν το δρόμο τους.

Να, για παράδειγμα ο Νίκος του Μουστάκη. Δούλα την έχει καταντήσει τη γυναίκα του. Όλο στα γήπεδα γυρνάει και τα προπό και εκείνη μένει πίσω, να κρατάει το σπίτι. Ζωή είναι αυτή;

Ακούω που ξεφυλλίζει το περιοδικό της καθώς περνά από την εξώπορτα μου

Και μύγα βέβαια να πετάξει στην αυλή, εγώ την ακούω. Πόσες φορές έχω πει στη μάνα της ότι πρέπει να αλλαχθεί η εξώπορτα; Είναι παμπάλαια, από το καιρό των παππούδων τους. Οι πάνω δύο όροφοι έγιναν πριν δέκα χρόνια αλλά το ισόγειο που νοικιάζω εγώ, προϋπήρχε.

Οι τοίχοι είναι γεμάτη υγρασία, όλα τρίζουν. Τα πατώματα, τα κουφώματα, τα παράθυρα

Και από θέρμανση; Το χειμώνα, η καρδιά μου το ξέρει. Αλλά η Σία θέλει το ενοίκιο στην ώρα του. Τι να πω;

Έχω μπροστά μου το Αστερίξ και οι Νορμανδοί. Απλώνω το χέρι στο κομοδίνο, τραβάω το τετράδιο για να διαβάσω παλιότερα στιχάκια. Ένα δυο είναι καλά. Παίρνω το μπικ, τραβάω γραμμές, διορθώνω, αλλάζω τη σειρά των λέξεων, σημειώνω μερικές ιδέες για να μην τις ξεχάσω και να τις ξαναπιάσω αργότερα

Ανεβαίνει γρήγορα τη σκάλα, ίσως θέλει να ετοιμαστεί για να βγει.

Κολλάω ολόκληρος, κάνει τρελή ζέστη. Σηκώνομαι για ένα ποτήρι νερό στη κουζίνα και βγαίνω στην αυλή ψάχνοντας τη δροσιά ανάμεσα στις γλάστρες και τη  πρασινάδα του μικρού κήπου. Κάτω από την απλωμένη μπουγάδα της Σίας στοχάζομαι για το νόημα της ύπαρξης και νιώθω μια βαθιά ικανοποίηση για εμένανε να με κατακλύζει μέχρι τα νύχια των ποδιών.

Μετά θυμάμαι ότι το βιός μου όλο είναι ένα τσαλακωμένο κατοστάρικο στην κωλότσεπη. Δεν περιμένω άλλα λεφτά, μα θέλω να πιω ένα ποτό το βράδυ.

Μυρίζουν σαπούνι τα ρούχα που στεγνώνουν γρήγορα κάτω από το δυνατό ήλιο και το νόημα της ύπαρξης επιστρέφει εκεί που το άφησα. Σουλατσάρω και σκέφτομαι δύσκολα νοήματα και φιλοσοφικούς γρίφους αλλά πατάω πάνω στις σκατούλες του Μαρξ.

Ο Μαρξ μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο σπίτι από τη πόρτα της αυλής όποτε του γουστάρει. Το παλιόσκυλο εδώ έρχεται να ελαφρώσει. Αν είναι δυνατόν

Δίπλα στη μονοκατοικία ακούω το καφέ να βράζει στο μπρίκι. Σε λίγο θα βγει η Μαργαρίτα στο μπαλκόνι της επάνω κρεβατοκάμαρας, να πιει το καφέ κάνοντας παρέα στη καρδερίνα της. Μωρέ, δεν έχω λίγο τούρκικο να κάνω και εγώ να τον απολαύσω. Ούτε δράμι. Κάτι φακελάκια νες καφέ απομείνανε και το χαμομήλι που δε πίνω. Ποιος το έφερε το χαμομήλι;

Νάτηνε. Έτσι όπως είναι η Μαργαρίτα πως να βρισκε άντρα εδώ που τα λέμε. Ποιος να την πάρει; Τυχερά είναι αυτά θα μου πεις αλλά υπάρχει και ένα αλλά στη μέση.

Ακούω θορύβους από το δωμάτιο της Άννας, πάω στοίχημα ότι αρχίζει να ετοιμάζεται για να βγει.

Με το γκομενάκο που τηλεφωνηθήκανε θα έχει ραντεβού. Σίγουρα. Τι με νοιάζει εμένα;

Τα γκομενικά έχουν τα πάνω και τα κάτω τους από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Από το περιβόλι της Εδέμ ξεκινήσανε τέτοιες ιστορίες.

Αυτό το ξέρει καλά ο Χάρης. Ο ίδιος ο κολλητός του ήταν που τον κάρφωσε στους μπάτσους για τη καβάτζα που φύλαγε το πράμα. Στην αλάνα πίσω από το θερινό που δούλευε ο μπάρμπας του, εκεί το έκρυβε το πολύ. Ήρθε η μέρα που την έπεσε χύμα ο Χάρης στη γκόμενα του κολλητού και εκείνος αντέδρασε με αυτόν τον τρόπο. Καταδίνεις ποτέ το φίλο σου το καρδιακό στους μπάτσους;  Όχι.

Όμως Χάρη να πρόσεχες γιατί η φιλία είναι ιερό πράγμα. Δε τη βγάζεις στο σφυρί για μια γυναίκα. Αυτό που σκέφτομαι μου φέρνει ένα στίχο και πρέπει να μπω μέσα μήπως και το βγάλω στο χαρτί.

Από το δωμάτιο της Άννας παίζει στο πικάπ η εισαγωγή του Sinner boy. Από τις πρώτες νότες το πιασα και τώρα όσο πάει το κομμάτι και αγριεύει. Ωραίο γούστο, μπράβο. Πάω κατευθείαν στο στρώμα και πιάνω το τετράδιο. Ακούω τα βήματα της και πάλι στις σκάλες. Φεύγει από τώρα;

Χτυπάει η πόρτα. Σε μένα χτυπάει! Σηκώνομαι αμέσως, φοράω μια μπλούζα και φτιάχνω όπως όπως τα μαλλιά.

-Γεια σου..

-Γεια σου και σένα.

-Τι κάνεις;

-Τι να κάνω, εδώ

-Μίλησα με τη  φίλη μου στο τηλέφωνο πριν λίγο. Κανονίσαμε να αγοράσει εισιτήρια για τον Gallaher. Έρχεται στην Ελλάδα τον Σεπτέμβρη και θα κάνει συναυλία στη Νέα Φιλαδέλφεια.

-Ο Rory στα  Φιλαδέλφεια; Τι λες τώρα; Πλάκα κάνεις;

-Αλήθεια σου λέω βρε. Σε ένα μήνα από τώρα. Θες να πάρει και για σένα και να πάμε παρέα;

-Ναι αμέ, πως δεν θέλω.

-Εντάξει βρε. Μην πεις τίποτα στην μάνα μου. Καλύτερα να το μάθει τελευταία στιγμή γιατί θα με πρήξει. Τις φοβάται τις συναυλίες.

-Ναι αμέ, τάφος εγώ.

 Πιάνω το στιχάκι ξανά, μπας και του βγάλω το ζουμί. Τώρα είναι λίγο πιο ανάλαφρο. Αυτή η γειτονιά μας.. Με κάνει άνω κάτω. Και εγώ εκείνην και από την αρχή

   


Δημήτρης Ζαφείρης:

Γεννήθηκα καλοκαίρι του 73 στη Στουρνάρη, λίγους μήνες πριν την αντιεξουσιαστική εξέγερση του Πολυτεχνείου που οδήγησε στην κοινοβουλευτική δικτατορία που βιώνουμε στη νότια βαλκανική από τότε μέχρι σήμερα. Έκτοτε με παρακολουθεί με μαύρα γυαλιά και καμπαρντίνα η πεποίθηση της κοινωνικής απελευθέρωσης παράλληλα με την ατομική ολοκλήρωση και το όραμα της Α.Ε.Κ. στο τελικό του κύπελλο πρωταθλητριών. Γράφω μην έχοντας συνήθως κάτι καλύτερο να κάνω οδηγούμενος από έμφυτη ματαιοδοξία όπως κάθε γνήσιος γραφιάς μέχρι να μετακομίσω σε παραθαλάσσια τοποθεσία στη Τζαμάικα. Ή μέχρι να μου τη φέρει ο Χάρος που τον αποφεύγω σαν ο Κνίτης την αυτοδιαχειριζόμενη κατάληψη. Τα υπόλοιπα στο blog http://dimzaf.wordpress.com

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας