Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Jona's away from home

Γρηγόρης Παπαδογιάννης

 

 

 

Μια μέρα θα γυρίσει και θα βρει την πόρτα κλειστή.

Τον φαντάζομαι να σπρώχνει την αυλόπορτα με κείνο το ανόητο χαμόγελο του νικητή στο πρόσωπό του, το φέρνω στο νου μου ξανά και ξανά για να νιώσω περισσότερη ικανοποίηση στη σκέψη της στιγμής εκείνης ακριβώς που το χαμόγελο χάνεται μονομιάς.

Βλέπεις, τότε, δεν θα είμαι εδώ γύρω για να το δω. Υπολογίζω πως θα ΄ναι νωρίς το πρωί, γυρίζει πάντα νωρίς το πρωί γιατί, δεν έχω ιδέα. Δεν ξέρω κι ούτε μ ενδιαφέρει πια. Το σίγουρο πάντως είναι πως δε θα με βρει εδώ όταν γυρίσει. Τα έχω σκεφτεί όλα. Αύριο το πρωί φεύγω στα βόρεια.

 Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που πάω προς τα κει. Δεν έχω κανέναν να με περιμένει ούτε συγγενείς ούτε φίλους ούτε παλιές ιστορίες, τίποτα. Θέλω μόνο να φύγω και θα τραβήξω προς τα βόρεια, αυτό είναι το σχέδιο. Λέω πως δεν θα είναι τόσο δύσκολο πράγμα να βρω μια δουλειά όταν φτάσω εκεί. Μια σερβιτόρα ίσως σε ένα καφέ στον αυτοκινητόδρομο μια πωλήτρια σε μαγαζί με ρούχα από δεύτερο χέρι, κάτι τέτοιο. Δεν έχει σημασία, αρκεί να φύγω. Αρκεί να μη με βρει εδώ όταν θα γυρίσει. Αλλιώς μπορεί να με καταφέρει πάλι να μείνω κι ύστερα από λίγο καιρό θα χω ξεμείνει εδώ να τον περιμένω, άλλη μια φορά. Όχι πια. Απόψε είναι η τελευταία νύχτα που κοιμάμαι σ αυτό το άδειο σπίτι με τα ξύλινα πατώματα.

Μπορεί και να μην είναι μόνο δικό του το λάθος. Δεν μπορεί να είναι όλοι οι άντρες τόσο τρελαμένοι όπως αυτός. Δεν ξέρω, δεν έχω μπλέξει και με τόσους πολλούς για να ξέρω. Στην αρχή πίστευα πως ήταν ο καλύτερος άντρας του κόσμου. Αλλά αυτό γίνεται πάντα στην αρχή, έτσι δεν είναι; Έχουν τον τρόπο τους να δείχνουν οι καλύτεροι του κόσμου στην αρχή. Μπορεί απλώς να είμαι εγώ ηλίθια, τελικά. Μπορεί. Το μόνο που ξέρω είναι πως ο άντρας που αποφάσισα να είμαι μαζί του ταξιδεύει τώρα, ποιος ξέρει που. Αλλά είναι πολύς καιρός τώρα. Περισσότερος απ όσο μπορώ ν αντέξω. Είμαι μόνη μου, το καλοκαίρι θα γίνω τριάντα ένα, και ζω μέσα σ ένα μεγάλο άδειο σπίτι και το μόνο που μ άφησε αυτός ο άντρας που μαζί του θέλησα να ζήσω- είναι μια μικρή ταμπελίτσα με τρεις λέξεις επάνω: μη φοβάσαι τίποτα. Τέλεια! Αυτό είναι το μόνο δικό του πράγμα που έχω. Ποτέ δεν έκατσε να φροντίσει λίγο τον κήπο, τα αγριόχορτα μεγάλωσαν κι έπνιξαν από καιρό τώρα την τριανταφυλλιά και τ άλλα λουλούδια, ούτε που θυμάμαι τι λουλούδια ήταν πια. Σκέψου τώρα.

Όταν ήμουν μικρή μ άρεσε να διαβάζω ποίηση. Ποιήματα. Κι ύστερα το ΄σκασα από το σπίτι για να πάω μαζί του. Και τώρα ζω σ ένα άδειο σπίτι που το ζώνουν τ αγριόχορτα και η μόνη διακόσμηση που έχει είναι μια ταμπελίτσα ξύλινη πάνω από το κρεβάτι μου, που έχει τρεις λέξεις σκαλισμένες και βαμμένες πράσινες, και μου λέει να μη φοβάμαι τίποτα. Αυτός γυρίζει όλο τον κόσμο για να βρει το Θεό κι εγώ αναρωτιέμαι ποιος από τους δυό είναι πιο ηλίθιος. Αυτός που φεύγει ή αυτός που μένει πίσω και τον περιμένει.

Δεν ξέρω που βρίσκεται. Ποτέ δεν παίρνω γράμματα, ποτέ δεν μου στέλνει ένα σημάδι ότι είναι ζωντανός. Την πρώτη φορά που έφευγε μου ζήτησε να τον συγχωρέσω και μου είπε πως όπως και να γίνει θα γυρίσει γρήγορα πίσω. Ήρθε όταν είχαν περάσει μήνες ολόκληροι, έμεινε για λίγες μέρες κι ύστερα έφυγε ξανά. Μου πέρασε από το μυαλό ότι ήταν κάποια άλλη γυναίκα που τον κρατούσε μακριά μου και αν καθίσεις και το σκεφτείς καλύτερα θα ήταν έτσι. Πολύ καλύτερα. Τουλάχιστον μ αυτό θα μπορούσα να ζήσω. Κι έπειτα θα είχα και μια δικαιολογία. Δεν θα ήμουνα η πρώτη. Αλλά όχι αυτό. Μπορείς να λες στους ανθρώπους ότι ο άντρας σου έφυγε για να πάει να βρει μια άλλη γυναίκα. Οι άνθρωποι μπορούν να το καταλάβουν αυτό και να σε συμπαθήσουν. Έρχονται στο σπίτι και σου δίνουν συμβουλές και προσπαθούν να σε παρηγορήσουν. Αλλά δεν μπορείς να πεις στους ανθρώπους ότι ο άντρας σου έφυγε για να πάει να βρει το Θεό. Ποιος μπορεί να σε συμπαθήσει σε τέτοια περίπτωση; Κάποτε που ήταν σε καλή διάθεση προσπάθησα να κάνω ένα αστείο μ όλο αυτό. Του είπα ότι ο Θεός δεν πληρώνει τους λογαριασμούς. Το αφήνει αυτό σε μας. Έτσι εμείς, δηλαδή αυτός, θα πρέπει να μένουμε σπίτι και να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Μπορείς να βρεις το Θεό ακόμη και στην πίσω αυλή μας αν πραγματικά το θέλεις. Ε, λοιπόν, εκείνα τα καταραμένα μάτια του, αυτά που κάποτε με παρακαλούσαν να πάω μαζί του, γέμισαν με δάκρυα και το βλέμμα του έπεσε επάνω μου με απόλυτη περιφρόνηση. Δεν είπε τίποτε. Για πολλές μέρες έκανε σαν να μην υπήρχα. Κι ύστερα από λίγο έφυγε χωρίς να πει λέξη. Ήταν τότε που πήγα μ εκείνο τον ταξιδιώτη, εκείνο τον άνθρωπο που έλεγε ότι είχε πάει τόσο μακριά που έφτασε μέχρι την Κίνα.

Δεν ένιωσα τίποτα. Ούτε όταν κοιμήθηκα με κείνο τον άντρα ούτε όταν με άφησε μόνη κι έφυγε το άλλο πρωί. Θέλω να πω, συνέχισα να ζω, σ ένα άδειο σπίτι. Δεν μ ένοιαζε που είχα απατήσει τον άντρα μου, δεν μ ένοιαξε καν να πω σε κείνο τον τυχοδιώκτη να μείνει μαζί μου λίγο παραπάνω. Έτσι κι αλλιώς μόνη μου πάλι θα ήμουνα. Δεν μπορείς ν αφήσεις τον άντρα σου που ταξιδεύει, ένας Θεός ξέρει που, με ένα τύπο που σου λέει ότι έχει φτάσει μέχρι την Κίνα. Ποιος νοιάζεται για την Κίνα στο κάτω κάτω; Ποιος νοιάζεται για όλα τα μέρη που έχουν πάει; Είναι όλοι τόσο ηλίθιοι; Ή φταίω εγώ που μπλέκω μόνο με τέτοιους άχρηστους;  Δεν ξέρω και ειδικά αυτή τη στιγμή δεν έχει και καμία σημασία.

Όταν θα φύγω στα βόρεια θα μείνω μόνη μου για πολύ καιρό. Μόνη είμαι και τώρα αλλά θα είμαι και ελεύθερη, μόνη κι ελεύθερη για πολύ καιρό. Το καλοκαίρι θα γίνω τριάντα ένα. Και λοιπόν;

Έπειτα, άμα περάσει πολύς καιρός μπορεί να συναντήσω έναν ήσυχο τύπο που δεν θα έχει καμιά σχέση με ταξίδια. Αλλά φαίνεται πως όλοι οι άντρες έχουν πάρε δώσε με ταξίδια. Κι ο πατέρας μου τέτοιος ήτανε. Ποτέ δεν έφυγε από το σπίτι, θέλω να πω για μεγάλο διάστημα. Έτσι κι αλλιώς δεν πήγαινε πολύ μακριά, μέχρι το καπηλειό ή το μπουρδέλο. Αυτό ήταν όλο. Κανένα βράδυ δεν έλειψε από το σπίτι. Κάτι ήταν κι αυτό. Αλλά δεν έκανε καμιά διαφορά. Ποτέ δεν ήταν εκεί.

Ο αδερφός μου πάλι ταξίδευε με το μυαλό. Τουλάχιστον αυτός δεν έφευγε μακριά. Τον έβλεπες πάντα εκεί τριγύρω. Όχι ότι κι αυτό έκανε καλύτερα τα πράγματα.  Το μυαλό του πάντα περιπλανιόταν κάπου. Από την άλλη όμως μπορεί αυτό να είναι το καλύτερο που μπορείς να έχεις. Κάποια στιγμή τον κλείδωσαν σ ένα μέρος. Έμεινε λίγο καιρό, βγήκε μετά από λίγο αλλά το μυαλό του συνέχιζε να ταξιδεύει.

Του το είχα πει τόσες πολλές φορές:  αν θέλεις να μιλήσεις στο Θεό μπορείς να το κάνεις και στο σπίτι μας, στο δωμάτιό σου, στον κήπο, καθώς θα καθαρίζεις λίγο το μέρος, προτού έρθεις να πλαγιάσεις, ακόμη κι όταν με κρατάς μέσα στα χέρια σου ή ακόμη καλύτερα- όταν είσαι εκεί ξαπλωμένος με τα μάτια ορθάνοιχτα μέσα στο σκοτάδι. Τι ψάχνουν οι άντρες μέσα στο σκοτάδι; Δεν γνώρισα πολλούς στη ζωή μου, αλλά όλοι τους πάντα κάτι έψαχναν, ακίνητοι, με τα μάτια ανοιχτά μέσα στο σκοτάδι. Μπορεί να είναι και δικό μου το λάθος, δεν ξέρω.

Τέλος πάντων, ποτέ δεν καταδέχτηκε να μου δώσει μια απάντηση. Εννοώ μια κανονική απάντηση γιατί όταν ήταν στις καλές του άρεσε να κάνει αστεία γι αυτό. Αλλά ποτέ δεν μου μίλησε σοβαρά για το Θεό, ποτέ δεν εξήγησε γιατί έπρεπε αυτός από όλους τους ανθρώπους να ψάχνει για να βρει το Θεό.

Ήταν πολύ καλός στις ιστορίες ο μπάσταρδος, αυτό το παραδέχομαι. Έτσι λοιπόν, έγινε λέει πολεμιστής για χάρη του Θεού, μπήκε σε μια μηχανή του χρόνου και ένα σωρό τέτοια. Αλλά αυτό που με μάγευε πάντα ήταν η ιστορία που τον κατάπιε ένα ψάρι. Τον κατάπιε ένα ψάρι. Λοιπόν, όταν ο άντρας σου λείπει για μήνες και τελικά έρχεται και σου λέει μια ιστορία για ένα ψάρι που τον κατάπιε κι εσύ κάθεσαι και τον ακούς, τότε ό,τι και να πάθεις σου αξίζει. Αλλά με τρέλαινε αυτή η ιστορία με το ψάρι. Τον ρώτησα αν με σκεφτόταν καθόλου όσο ήταν μέσα στο ψάρι. Μου είπε ότι στο στομάχι του ψαριού μύριζε σαν τον ιδρώτα μου σε κάποια σημεία του κορμιού μου εκείνες τις πρώτες μέρες το καλοκαίρι που κάναμε για πρώτη φορά έρωτα. Με μάγευε αυτή η ιστορία. Και τώρα κάθομαι και αναρωτιέμαι. Ποιος είναι πιο ηλίθιος. Αυτός που με έφευγε ή εγώ που καθόμουνα και άκουγα τις ιστορίες του;

Δεν με νοιάζει που δεν έχω παιδί. Εκείνο που με πειράζει είναι πως ποτέ δεν θέλησε ένα παιδί από μένα. Η θύμηση από κείνο το μικρό πλασματάκι που έπρεπε να πετάξω από μέσα μου, όταν με άφησε για να φύγει άλλη μια φορά για να ψάξει για το Θεό, ακόμα με βασανίζει.  Μιλάω για το δικό του Θεό, όχι το δικό μου, γιατί ο δικός μου είναι διαφορετικός. Μπορεί άραγε να φταίει αυτό; Μπορεί αυτοί οι άντρες εννοώ- να έχουν ένα Θεό που να είναι διαφορετικός από το δικό μας. Μήπως αυτό φταίει για όλα; Μήπως υπάρχουν δυό διαφορετικοί Θεοί, ένας για κείνους κι ένας για μας και γι αυτό να μη μπορούμε να ζήσουμε όμορφα κι ήσυχα κάτω από την ίδια στέγη; Ελπιζω στις πολιτείες στα βόρεια να έχουν όλοι τον ίδιο Θεό. Ελπίζω εκεί κανείς να μη μπαίνει στον κόπο να φύγει για να τον ψάξει.

Είμαι λιγάκι λυπημένη. Το αγαπάω αυτό το μέρος που τώρα αφήνω πίσω. Αγάπησα ακόμη κι αυτόν τον τρελό άνθρωπο που ψάχνει κάπου σ αυτή τη Γη για το Θεό. Αλλά δεν μπορώ να μείνω άλλο. Έχω ήδη μαζέψει τα πράγματά μου. Μια βαλίτσα ήταν αρκετή. Τον πίστεψα αυτό τον άνθρωπο ακόμη και κείνο το απόγευμα που ήρθε και με φόβισε μέχρι θανάτου όταν μου είπε ότι ο Θεός ήθελε να πάει κάπου. Ούτε που θυμάμαι που. Εντάξει, δεν τα πήρα κατά γράμμα αυτά που είπε. Αλλά πίστεψα την αγωνία του, την τρέλα του, το όνειρό του. Είναι καλό να είσαι κάτι ξεχωριστό, να έχεις κάτι μοναδικό μέσα σου, έτσι σκεφτόμουνα τότε. Αλλά τώρα σκέφτομαι πώς είναι κατάρα να είσαι με κάποιον που έχει κάτι το μοναδικό. Κι ύστερα έβγαλα το συμπέρασμα ότι κανείς δεν είναι μοναδικός. Όλοι ίδιοι είναι. Απλά πιστεύουν ότι είναι μοναδικοί.

Είμαι ακόμη νέα. Και με τον καιρό θα βρω κάποιον που να με αγαπάει γι αυτό που είμαι και δεν θα ψάχνει δικαιολογίες να το σκάσει από μένα. Ξέρω πώς να κρατάω ένα σπίτι, ξέρω πώς να κάνω έναν άντρα να νιώθει ικανοποιημένος. Αυτά πρέπει να φτάνουν. Δεν τα βάζω με το Θεό. Είμαι σίγουρη ότι ποτέ δεν του είπε ο Θεός τίποτα. Μόνος του τις έφτιαχνε αυτές τις ιστορίες. Αναρωτιέμαι αν δεν του αρέσω πια. Ποτέ δεν μου έδειξε κάτι τέτοιο. Τα τελευταία χρόνια έχω βάλει λίγα κιλά. Φαίνεται μόνο κάπως στους γοφούς. Αλλά δεν είναι λόγος αυτός για να μη με θέλει κάποιος. Αναρωτιέμαι αν είχε ποτέ παρέα στα ταξίδια του. Υπάρχουν άραγε και γυναίκες που ψάχνουν το Θεό με τον ίδιο τρόπο; Ταξιδεύουν κι εκείνες στη θάλασσα; Τις καταπίνουν κι εκείνες τα ψάρια; Δεν το πιστεύω αλλά και δεν με νοιάζει τελικά. Ο δικός μου Θεός είναι εδώ κι εδώ έπρεπε να μείνει κα να τον ψάξει.

Θα μου πάρει λίγο καιρό να τον ξεχάσω. Δεν ήταν πολύ κακός τύπος, δεν μπορείς να το πεις αυτό, όχι. Μόνο που είναι διαφορετικός. Αλλά τι θα γινόταν σ αυτό τον κόσμο αν ο καθένας έπαιρνε τους δρόμους κι άρχιζε να ψάχνει το Θεό; Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι. Μια μέρα θα βρω κάποιον που δεν θα διαφέρει από τους άλλους. Ή μήπως πρέπει να βρω κάποιον που να διαφέρει από τους άλλους; Έναν απλό άνθρωπο εννοώ. Αρκετά συνηθισμένο για να θέλει να ζήσει μαζί σου. Αυτόν που πρέπει να έχεις μαζί σου για να μην γίνει ο κόσμος κομμάτια. Για την ώρα δεν έχω ανάγκη κανένα. Αύριο το πρωί φεύγω για πάντα από δω. Θα πάρω το πρώτο τρένο που πάει στα βόρεια. Κι όταν έρθει κάποτε θα βρει την πόρτα κλειστή. Ένα μονάχα πράγμα ελπίζω, να μην είναι αύριο αυτό. Γιατί αν με προλάβει εδώ, ακόμη και στο κατώφλι θα βρει ένα τρόπο να με κάνει να μείνω και ν ακούσω άλλη μια φορά τις ιστορίες του.



 

  

Γρηγόρης Παπαδογιάννης:

         Ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης ονειρευόταν από παιδί να παίξει ποδόσφαιρο στον Παναθηναϊκό. Δεν τα κατάφερε, έγινε όμως αθλητικογράφος για αρκετά χρόνια και αρθρογράφος στην Αθλητική Ηχώ. Αργότερα έγινε μεταφραστής λογοτεχνικών βιβλίων και επιμελητής κειμένων στα περιοδικά status και το βήμαgazzino. Στο μεταξύ είχε σπουδάσει νομικά, δημοσιογραφία και σκηνοθεσία κινηματογράφου, είχε πάρει τρία κρατικά βραβεία θεατρικού έργου και είχε γράψει ένα κόμικ άλμπουμ (Στον ύψιστο, ενταύθα, 1986) μια νουβέλα επιστημονικής φαντασίας (Υπόθεση Φιλάδελφος, 1992) και ένα μυθιστόρημα (Σνιφ, 2008). Περνάει τον περισσότερο καιρό στην Κρήτη και είναι επιμελητής κειμένων και υπεύθυνος για τη στήλη του σινεμά και το βιβλίο στο www.eyelands.gr

       

 

copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας