Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΟΥ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΟΥΖΕΡ...

Γιώργος Νικολόπουλος

 

 

 

Είχαν περάσει μόλις πέντε μέρες από τη στιγμή που είχε βγει η ανακοίνωση που τόσο καιρό περίμενα. Ήμουν ένα από τα μέλη της πρώτης αποστολής στον Θόλο.

 

Όταν η Ιουλία με ρώτησε πως ένιωθα, είχα πολύ μεγάλη δυσκολία να βρω τα κατάλληλα λόγια για να περιγράψω τα συναισθήματά μου. Φόβος... υπήρχε, στο βάθος, πιστεύω, αλλά μόνο στο βάθος, όχι στην επιφάνεια. Στην επιφάνεια υπήρχε περισσότερο η ικανοποίηση για την επιτυχία μου, η αίσθηση της επιβεβαίωσης για την προσπάθειά μου, για τον αγώνα τόσων χρόνων... Και που βρισκόταν το δέος μπροστά στο Άγνωστο, ο ιερός ζήλος, η μυστική αγωνία; Δεν είμαι σίγουρος για το που, αλλά βρίσκονταν μέσα μου, λίγο κάτω από την επιφάνεια ίσως, έτοιμα να βγουν και να με κατακλύσουν. Τα συναισθήματά μου ήταν σαν μια καταιγίδα, έτοιμη να ξεσπάσει...

Η Ιουλία είναι γάτα, αλλά μου αρέσει πολύ και μερικές φορές πιστεύω πως την αγαπάω. Ήμασταν στο σπίτι της, ένα ζεστό απόγευμα, στριμωγμένοι στο στενό της κρεβάτι, και συζητούσαμε για την αποστολή. Η Ιουλία ήταν η πρώτη και η μόνη που με ρώτησε ανοιχτά, χωρίς υπεκφυγές, πως ένιωθα. Οι υπόλοιποι περιορίζονταν να μου δίνουν συγχαρητήρια, μηχανικά, και μετά βιαστικά να γυρίζουν το βλέμμα τους αλλού. Ίσως να με θεωρούσαν μελλοθάνατο, ίσως κιόλας νεκρό. Όλοι ζούσαν με την προσμονή της αποστολής στον Θόλο, αλλά κανείς δε φαινόταν να ζηλεύει την τύχη μας. Το αβέβαιο μέλλον μας... Η Ιουλία ζει το παρόν, δεν την ενδιέφερε και πολύ τι θα γινόταν σε μερικές μέρες, την ένοιαζε μόνο πως ένιωθα εκείνη τη στιγμή. Αλλά δεν κατάφερα να της απαντήσω. Ακούμπησα μόνο το κεφάλι μου στην απαλή της γούνα και αποκοιμήθηκα. Είχα να κοιμηθώ τέσσερις μέρες.

 

Τις επόμενες μέρες είχαμε αδιάκοπες προετοιμασίες για την αποστολή. Ατελείωτες συναντήσεις με υψηλόβαθμα στελέχη, με κορυφαίους επιστήμονες, με φιλόδοξους πολιτικούς, με γέρους καθηγητές.

Ο καθένας μας είχε έναν μέντορα. Ο Ιωσήφ ο Ερωδιός είχε αναλάβει προσωπικά να με προετοιμάσει για την αποστολή. Με κοίταζε κορδωμένος, πίσω από τα παλιομοδίτικα γυαλιά του. Αισθανόταν πολύ σπουδαίος, και πίστευε ότι μου χαρίζει και μένα κάτι από τη σπουδαιότητά του καθώς μου μίλαγε. Μοιράστηκε μαζί μου, για μια φορά ακόμα, όλα όσα ήξερε για τον Θόλο. Δεν ήταν και πολλά.

Είμαι σίγουρος πως αυτά που θα βρείτε εκεί μέσα θα είναι ανεκτίμητα για τον πολιτισμό μας, μου είπε για δέκατη πέμπτη φορά. Ο Θόλος έχει χτιστεί πριν από αιώνες. Κανείς δεν ξέρει τι κρύβει μέσα του, αλλά πιστεύω ακράδαντα πως μέσα του υπάρχουν οι απαντήσεις σε όλα μας τα ερωτήματα.

Ο Θόλος ήταν πάντα εκεί. Τεράστιος, στην άκρη του ορίζοντα, απόμακρος, απόκοσμος. Κανείς δεν πίστευε πως χέρι ζώου τον είχε χτίσει. Κανείς δεν πίστευε πως υπήρχε εποχή, έστω και στο μακρινότερο παρελθόν, χωρίς την παρουσία του Θόλου. Και όμως... κάποιοι, πριν από μερικούς αιώνες, τον είχαν κατασκευάσει. Με τη λογική μου μπορούσα να το πιστέψω, μέσα μου... όχι, σίγουρα όχι. Κάθε φορά που σκεφτόμουν τον Θόλο, ένα έντονο θρησκευτικό συναίσθημα με κυρίευε. Ο ποντικός είναι ζώον θρησκευτικόν, λέγανε οι παλαιοί. Ίσως για μια φορά και να είχαν δίκιο.

 

Το τελευταίο βράδυ πριν ξεκινήσουμε, είχαμε μαζευτεί όλοι μαζί, εκτός φυσικά από τον αρχηγό της αποστολής μας, στην ταβέρνα του Νίκου του Κότσυφα, και, ποτήρι στο ποτήρι, βρεθήκαμε να έχουμε μια έντονη ανθρωπολογική συζήτηση.

Ο Μιχαήλ ο Ασβός χαμήλωσε τα γυαλιά του και με κοίταξε έντονα στα μάτια.

Ιωνάθαν, με ρώτησε με τη βαθειά μακρόσυρτη φωνή του, πιστεύεις στον Άνθρωπο;

Πιστεύω στον Άνθρωπο, του απάντησα διστακτικά, αλλά δεν είμαι θρησκευόμενος. Και θα προτιμούσα να μη μιλάμε για τη θρησκεία πριν ξεκινήσουμε για το Θόλο, ήθελα να συμπληρώσω, αλλά κρατήθηκα. Δε μπορούσα να καταλάβω γιατί άνοιξε μια τέτοια κουβέντα. Τελευταίο βράδυ, και αντί να βρίσκομαι στην αγκαλιά της Ιουλίας... Με ένοιαζε, αλήθεια, αν θα την ξανάβλεπα; Πιστεύω πως τελικά ναι, με ένοιαζε...

Αυτό δεν έχει σημασία. Δε με ενδιαφέρει αν εκκλησιάζεσαι. Αυτό που θέλω να μάθω είναι, όταν βλέπεις όλα γύρω σου να γκρεμίζονται, όταν η ζωή σου κινδυνεύει, όταν νιώθεις ότι το τέλος πλησιάζει, τότε, βαθειά μέσα σου, προσεύχεσαι στον Άνθρωπο;

Ε ναι, απάντησα. Υποθέτω πως ναι... Δεν είχα αισθανθεί μέχρι σήμερα ότι η ζωή μου κινδυνεύει, ούτε πως το τέλος μου πλησιάζει. Άλλοι μπορεί να το πίστευαν, εγώ όχι. Ίσως να μην ήθελα ούτε να το σκέφτομαι... Τι να του πω; Την άλλη μέρα φεύγαμε για το Θόλο, οι περισσότεροι φίλοι και γνωστοί μας είχαν ξεγραμμένους, και ο ασβός να στέκεται μπροστά μου και να υπαινίσσεται πως πλησιάζει το τέλος μου. Ευχαριστώ πολύ, ασβέ. Θύμισε μου να σε μνημονέψω στη διαθήκη μου.

Αυτά είναι κουραφέξαλα, είπε ξαφνικά ο Κώστας ο Πελαργός, που καθόταν δίπλα μου. Ότι έχουμε χτίσει το έχουμε χτίσει μόνοι μας, με τα χέρια μας και με τα φτερά μας. Δεν υπάρχει άνθρωπος.

Ο Μιχαήλ πήρε φωτιά. Και πως εξηγείς την ύπαρξη του κόσμου μας; Πως εξηγείς την αρμονία της φύσης; Πως εξηγείς την πίστη μας στον Άνθρωπο; Τυχαία νομίζεις ότι τα ζώα αποτελούν την κορωνίδα της δημιουργίας; Υπάρχει ένα μεγαλειώδες Ανθρώπινο σχέδιο, πίσω από ολόκληρο το Σύμπαν, και εμείς έχουμε την ευλογία να το εκτελούμε.

Ο πελαργός γέλασε. Είσαι ένας ανόητος. Πιστεύουμε αυτά που θέλουμε να πιστεύουμε. Ο κόσμος δημιουργήθηκε από το χάος και τον κυβερνάει μόνο η τύχη.

Ο Μιχαήλ τον κοίταξε για λίγο σαν να μην πίστευε στα μάτια του. Έπειτα έκανε έναν απαίσιο μορφασμό, μάζεψε το σάλιο του για να φτύσει στο πάτωμα, το σκέφτηκε καλύτερα βλέποντας τον Χαρίλαο τον Βούβαλο να κάθεται δίπλα στον κότσυφα με τα χέρια σταυρωμένα και να τον κοιτάζει ανέκφραστος - και προτίμησε να το καταπιεί, και στο τέλος κάρφωσε τον Κώστα με το βλέμμα του και είπε, τονίζοντας μία μία τις λέξεις: Πελαργέ, μόνο ένα έχω να σου πω. Λυπάμαι ειλικρινά που θα είσαι μέλος της αποστολής μας. Αν η αποστολή αποτύχει, τώρα ξέρω ποια θα είναι η αιτία για αυτό. Και ύστερα γύρισε με μια απότομη κίνηση προς την καμηλοπάρδαλη. Εσύ τι πιστεύεις, Κατερίνα;, την ρώτησε.

Η Κατερίνα τον κοίταξε για λίγο σκεπτική, με τα μεγάλα αθώα μάτια της. Ύστερα τέντωσε τον μακρύ, μακρύ της λαιμό και βρέθηκε ξαφνικά να τον κοιτάζει καταπρόσωπο. Του χαμογέλασε. Δεν υπάρχει ένας άνθρωπος, αλλά πολλοί, είπε με την τραγουδιστή της φωνούλα. Ζούσαν στη Γη, μαζί μας, όταν τα ζώα ήταν τετράποδα και δε μίλαγαν. Και τώρα δεν έχουν φύγει από κοντά μας, ζουν βαθειά, κάτω από τη Γη, μέσα στους λόφους. Και κάποτε θα ξαναγυρίσουν.

Ο ασβός είχε μείνει αποσβολωμένος... απο-ασβολωμένος, αν μου συγχωρήσετε το λογοπαίγνιο. Είναι αστείο, μα την πίστη μου... κατάφερε να ψελλίσει τελικά, χωρίς ίχνος ευθυμίας στα μαύρα, θυμωμένα του μάτια. Αυτό δεν το περίμενα ποτέ... Όπως οι πρωτόγονοι... Είσαι σαν ένα μικρό παιδί... Σε λίγο θα μας πεις ότι πιστεύεις και στα πνεύματα. Κατερίνα... είσαι χειρότερη ακόμα και από ανάνθρωπο. Είσαι... αιρετική. Κρατήθηκε από το μπράτσο της καρέκλας του, για να μην καταρρεύσει. Ύστερα γύρισε δίπλα του, στο τελευταίο του αποκούμπι. Κορνήλιε;

Ο Κορνήλιος ο Λαγός, ως εκείνη τη στιγμή χωμένος στο κάθισμά του κρατώντας σφιχτά στα δυο του χέρια το ποτήρι του, σηκώθηκε όρθιος, άφησε το ποτήρι πάνω στο τραπέζι και ένωσε τα χέρια του σε στάση προσευχής. Τα κατακόκκινα μάτια του καίγανε σαν φωτιές. Ένας είναι ο Άνθρωπος, είπε ευλαβικά, και το όνομα Αυτού Ιωάννης Μάουζερ.

 

Το επόμενο πρωί ξεκινήσαμε για τη μεγάλη μας αποστολή. Οχτώ άλογα, δέκα γαϊδούρια και δώδεκα βόδια, έσερναν τα κάρα με τις προμήθειες και τον εξοπλισμό μας.

Όταν φτάσαμε στο Θόλο, τρεις μέρες αργότερα, δώσαμε τα χέρια και αποχαιρετιστήκαμε με αρκετή συγκίνηση. Είχαν διαταγές να επιστρέψουν στην πόλη και να περιμένουν εκεί. Δεν υπήρχε λόγος να μείνουν μαζί μας. Όταν, όπως όλοι ελπίζαμε, η αποστολή μας ολοκληρωνόταν με επιτυχία, ο γρηγορότερος από εμάς θα ταξίδευε στην πόλη και θα έφερνε όσα κάρα και προσωπικό θα χρειαζόταν για να μεταφέρουμε τα ευρήματά μας.

Το ξεκίνημα της αποστολής ήταν πραγματικά απογοητευτικό. Μέρες ολόκληρες, όσο και να προσπαθούσαμε, δεν καταφέρναμε να μπούμε στον Θόλο. Κανείς μας δεν είχε μπορέσει να βρει το παραμικρό άνοιγμα στη λεία του επιφάνεια, και τα εργαλεία μας συντρίβονταν όταν προσπαθούσαμε τον τρυπήσουμε.

Ο Κορνήλιος είχε αρχίσει να μουρμουρίζει ανοιχτά πως ο Θόλος ήταν έργο του Ανθρώπου και αυτό που κάναμε ήταν βλασφημία. Ο Μιχαήλ τον σιγοντάριζε, και οι δυο τους μαζί δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να περιφέρονται γύρω γύρω από τον Θόλο, να προσεύχονται όλη την ώρα και να μας αγριοκοιτάζουν. Στο τέλος ο Οράτιος το Κριάρι, ο αρχηγός της αποστολής μας, τους πλησίασε και τους είπε ότι θα τους γυρίσει στην πόλη δεμένους χειροπόδαρα. Βλέποντας ότι και οι τρεις μας ήμασταν έτοιμοι να σταθούμε δίπλα στον αρχηγό, οι δυο τους τελικά λούφαξαν. Συνέχισαν να μας στραβοκοιτάνε, όμως. Ένα βράδυ άκουσα τον Κορνήλιο να ψιθυρίζει στον φίλο του πως όπου νάναι θα μας τελειώσουν οι προμήθειες και θα αναγκαστούμε να επιστρέψουμε. Αυτό με ανησύχησε κάπως, γιατί ήξερα πως είχαμε κουβαλήσει προμήθειες για αρκετές βδομάδες, αλλά αποφάσισα να μη μιλήσω ακόμη σε κανέναν για αυτό που άκουσα. Το κλίμα ήταν ήδη άσχημο, δεν υπήρχε λόγος να το επιβαρύνουμε περισσότερο με τις υποψίες του καθενός μας.

Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί ο Οράτιος είχε διοριστεί αρχηγός της αποστολής. Δεν είναι πως ήθελα τη θέση του, μακριά από εμένα τίτλοι και αξιώματα, από τη φύση μου προτιμούσα πάντα να περνάω απαρατήρητος, όμως πιστεύω πως οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν πιο κατάλληλος από τον Οράτιο. Οποιοσδήποτε άλλος... όχι, εδώ που τα λέμε, σίγουρα όχι ο Μιχαήλ, προς Ανθρώπου ούτε και ο Κορνήλιος. Και ο Οράτιος όμως ήταν τελείως ακατάλληλος, πιστεύω. Αντικοινωνικός, μονομανής, έτοιμος να αρπαχτεί με τον οποιονδήποτε για το παραμικρό, ποτέ δεν έφταιγε ο ίδιος για οτιδήποτε στραβό συνέβαινε, πάντα κάποιος άλλος, πάντα πρόθυμος να ρίξει την ευθύνη στους συνεργάτες του, ήταν ο εφιάλτης κάθε υφιστάμενου. Στην περίπτωση αυτή πήραμε το μέρος του γιατί αντιμετώπιζε τον Μιχαήλ και το Κορνήλιο, αλλά πολύ φοβόμουν πως ερχόταν και η σειρά μας.

 

Τη λύση ευτυχώς την έδωσε η Κατερίνα, το πρωί της πέμπτης μέρας. Χωριζόμασταν σε ζευγάρια, και γυρίζαμε γύρω γύρω τον Θόλο ψάχνοντας για ένα άνοιγμα, ένα αδύναμο σημείο, ένα... οτιδήποτε, τέλος πάντων, και εκείνο το πρωί ήμουν μαζί της. Καθώς τέντωνε το λαιμό της ψάχνοντας πάνω στον Θόλο για κάποιο κρυμμένο άνοιγμα πιο ψηλά από το οπτικό πεδίο των υπόλοιπων, πρόσεξε έναν ανεπαίσθητο αποχρωματισμό στην λεία επιφάνεια. Ήταν η μόνη που θα μπορούσε να το παρατηρήσει.

Επειδή τα χέρια της, βέβαια, δεν έφταναν τόσο ψηλά όσο ο λαιμός της, την ανέβασα στους ώμους μου. Ψηλάφισε με προσοχή την αποχρωματισμένη επιφάνεια, και σε κάποια στιγμή ακούσαμε ένα ξαφνικό κλικ. Ύστερα ένα μέρος της ενιαίας και αδιαχώριστης επιφάνειας του Θόλου, ξαφνικά και αθόρυβα, τρεμόπαιξε και εξαφανίστηκε από τα μάτια μας σαν να ήταν οφθαλμαπάτη. Στην θέση του αποκαλύφθηκε μία πόρτα. Επιτέλους, θα μπαίναμε στο εσωτερικό του Θόλου!

 

Φωνάξαμε τον αρχηγό και τους υπόλοιπους. Ο ασβός φαινόταν έτοιμος να καταρρεύσει, ενώ ο λαγός κοιτούσε υπολογιστικά. Ο αρχηγός δοκίμασε να ανοίξει την πόρτα. Κάποιοι δεν πιστεύαμε ότι θα τα καταφέρει. Σίγουρα θα υπήρχε κάποιος πολύπλοκος μηχανισμός που θα την κλείδωνε, και ύστερα μετά από τόσους αιώνες σίγουρα θα είχε σκουριάσει ή κολλήσει. Ήταν, όμως, ξεκλείδωτη και άνοιξε εύκολα και τελείως αθόρυβα, λες και κάποιος ερχόταν και την λάδωνε καθημερινά. Μπήκαμε στον Θόλο όλοι μαζί, ο ένας πίσω από τον άλλο, με τον αρχηγό μπροστά και τον Κώστα τελευταίο να κλείνει την σειρά. Μόλις περάσαμε την είσοδο και μπήκαμε στην πρώτη αίθουσα μας κόπηκε η ανάσα από το δέος. Παντού μηχανήματα. Απίστευτα μηχανήματα. Θεωρούσαμε τον πολιτισμό μας εξελιγμένο, αυτό όμως... Οθόνες. Πληκτρολόγια. Καλώδια, μπλε, κόκκινα, πράσινα, πολύχρωμα. Φωτάκια που αναβόσβηναν. Μηχανήματα όμορφα, άσχημα, αδιάφορα. Μηχανές που μπορούσα εύκολα να υποπτευθώ τη χρήση τους, και άλλες που μου φαίνονταν ακατανόητες. Ιριδίζουσες σφαίρες που επέπλεαν στον αέρα. Κλεψύδρες με άμμο που αντί να πέφτει ανέβαινε προς τα πάνω. Μηχανήματα που βούιζαν, που θρόιζαν, που έβγαζαν απόκοσμους ήχους. Ένα πραγματικό πανδαιμόνιο γύρω μας.

Αλλά το πραγματικό σοκ ήρθε λίγο αργότερα, μόλις μπήκαμε στο επόμενο δωμάτιο: οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι με εικόνες... ανθρώπων, με φωτογραφίες ανθρώπων, να μας κοιτάζουν. Ίδιες με την εικόνα του Ανθρώπου που βλέπαμε στις εκκλησίες. Άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, εκατοντάδες άνθρωποι, διαφορετικοί μεταξύ τους, ένας ένας, πολλοί μαζί, ολόκληρα πλήθη. Ήταν συγκλονιστικό. Ήταν αδιανόητο. Ήταν... βλάσφημο. Ο ασβός είχε γονατίσει στο πάτωμα και έκλαιγε με αναφιλητά. Ο Κώστας ο ανάνθρωπος περπατούσε από εικόνα σε εικόνα και τις κοίταζε συγκλονισμένος. Ήταν αλήθεια, έλεγε και ξανάλεγε. Σε μια στιγμή γονάτισε μπροστά σε μια εικόνα και άρχισε κι εκείνος να κλαίει με λυγμούς. Ακόμα και ο αρχηγός φαινόταν επηρεασμένος από το γεγονός. Ο μοναδικός που φαινόταν να το έχει πάρει κάπως αψήφιστα, σχεδόν αδιάφορα, ήταν ο Κορνήλιος, ο πρώτος που θα περίμενε κανείς να καταρρεύσει. Ένας είναι ο Άνθρωπος... Τι παιχνίδι παίζεις, λαγέ; αναρωτήθηκα. Τι ξέρεις εσύ που κανείς μας δεν ήξερε;

 

Η Κατερίνα, βέβαια, ήταν ο μεγάλος θριαμβευτής της ημέρας. Μας κοίταζε χαμογελαστή, όχι ειρωνικά αλλά... γλυκά, θα μπορούσα να έλεγα, αν και ένιωθα το βλέμμα της να γίνεται ειρωνικό όταν κοίταζε τον καημένο τον Μιχαήλ, κουλουριασμένο στο πάτωμα σαν ένα κουβαράκι.

 

Τι έγιναν οι άνθρωποι; ρώτησε σε κάποια στιγμή ο Κώστας που φαινόταν να έχει κάπως ηρεμήσει. Και που ήμασταν τότε εμείς; αναρωτήθηκε με τη σειρά του ο αρχηγός.

Οι άνθρωποι μας δίδαξαν, όταν βγήκαν από τον Θόλο. Δε μιλούσαμε τότε, ήμασταν τετράποδα πλάσματα, χωρίς χέρια και χωρίς μυαλό. Οι άνθρωποι μας δίδαξαν και μας έπλασαν κατ εικόνα και ομοίωσή τους. Ύστερα έφυγαν, πήγαν να ζήσουν κάτω από τη Γη, κάτω από τους λόφους. Και μας κοιτάζουν από εκεί. Και κάποτε θα γυρίσουν...

Τώρα πια όλοι την πρόσεχαν, όλοι τη θαύμαζαν. Κανείς δεν τολμούσε να την ειρωνευτεί. Ήταν η ηρωίδα μας.

 

Και ύστερα, κανείς μας δεν κατάλαβε που, ο Κορνήλιος βρήκε το τετράδιο. Μπήκε στο δωμάτιο, από όπου κανείς δεν τον είχε προσέξει να φεύγει, κρατώντας το ευλαβικά, σαν ιερό κειμήλιο. Μας το έδειξε. Έγραφε πάνω Ιωάννης Μάουζερ.

 

Μας το διάβασε ο ίδιος ο Κορνήλιος. Δεν ήθελε να το αφήσει ούτε στιγμή από τα χέρια του. Μας διάβαζε επί ώρες, θαυμαστά πράγματα. Άνθρωποι... πολλοί Άνθρωποι, ένας κόσμος Ανθρώπων! Η Κατερίνα χαμογελούσε καμαρωτή... Και ζώα, πολλά ζώα. Ο Ιωάννης Μάουζερ αγαπούσε τα ζώα, τα λάτρευε. Ο τρόπος που μιλούσε γι αυτά... Τα ζώα όμως που περιγράφει δεν είχαν χέρια, δεν μίλαγαν... Όπως οι θρύλοι της Κατερίνας. Ο Κορνήλιος είχε αποδεχθεί την βίαιη ανατροπή όλων των πιστεύω που χάραζαν τη ζωή του με μια σχεδόν απίστευτη νηφαλιότητα, μια μακαριότητα θα έλεγα. Δεν μπορούσα να καταλάβω από που αντλούσε την δύναμη. Όλοι οι υπόλοιποι ήμασταν συγκλονισμένοι. Εκτός από την Κατερίνα βέβαια, αλλά τα δικά της πιστεύω δεν ανατράπηκαν, αντίθετα δικαιώθηκαν.

Μόνο μια σταθερά είχε παραμείνει αληθινή για τον λαγό, και ίσως αυτό να ήταν το μυστικό της γαλήνης του. Και το όνομα Αυτού... Ιωάννης Μάουζερ. Αυτό μονάχα.

 

Και ύστερα η αφήγηση του Ιωάννη Μάουζερ άρχισε να γίνεται σκοτεινή, εφιαλτική. Μια ανείπωτη συμφορά ήταν έτοιμη να χτυπήσει τη Γη μας. Μια χούφτα Άνθρωποι μόνο ήταν προορισμένοι να γλυτώσουν, κλεισμένοι μέσα στον Θόλο. Και κανένα ζώο... Κανένα ζώο...

  
Συνέχεια


 

  

Γιώργος Νικολόπουλος:


        
 Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και το θέατρο. Έχει εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές (εκδ. Μανδραγόρας). Το παιδικό μυθιστόρημά του Οι τρεις πριγκίπισσες βραβεύθηκε και εκδόθηκε στην Κύπρο. 5 διηγήματά του έχουν βραβευθεί και δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες, ηλεκτρονικά περιοδικά και λογοτεχνικούς ιστοχώρους. Είναι μέλος αρκετών λογοτεχνικών συλλόγων. Το έργο του έχει παρουσιασθεί στο Συμπόσιο Ποίησης του Πανεπιστημίου Πάτρας και σε πολλές ακόμα εκδηλώσεις. Είναι μέλος κριτικών επιτροπών λογοτεχνικών διαγωνισμών, και της συντακτικής ομάδας του περιοδικού της Διασπορικής. Διατηρεί τέσσερα λογοτεχνικά ιστολόγια. Δύο θεατρικά έργα του θα ξεκινήσουν σύντομα να παίζονται σε αθηναϊκά θέατρα.        

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας