Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Ναι.

Γιάννης Νικολούδης

 

 

 

Ούτε καν ένα τυπικό Δεν είμαι εγώ γι αυτά. Δέχτηκα αμέσως με ένα αδίστακτο ναι. Ξαφνικά το ήθελα τόσο, που μου έρχονταν να γελάσω σαν πιτσιρίκι μετά από ένα συναινετικό νεύμα της μαμάς του για μαλλί της γριάς. Τον άκουγα για ώρα να μιλάει, να επεξηγεί, να δίνει τις συντεταγμένες της νέας αυτής ζωής, όμως εγώ είχα φύγει ήδη για εκεί κάτω σε μουδιασμένους απ΄ την πρωινή πάχνη αγρούς, σε νοτισμένα σύδεντρα, σε αγροκτήματα, σε ραγισμένες δημοσιές, σε φορτηγά με σανό και κοπριά που αγκομαχούσαν με τις ταλαιπωρημένες τους φλάντζες μέσα στη σκουριασμένη νύχτα, σε πυροστιές και σε οσμές από τσουκάλια με βρασμένα λαχανόριζα και ραδίκια ώσπου προς το τέλος, λίγο πριν μου κλείσει το τηλέφωνο, τον ρώτησα Πού ακριβώς είναι αυτό το μέρος; Πού είπαμε ότι μένεις ρε;.
            Μια αλήτικη ζέση, να τι ήταν. Μια τάση φυγής. Μέσα σε μια στιγμή σωριάζεις τα υλικά των ψευδαισθήσεων σου βιβλία, μουσικές, τετράδια με σκέψεις και κάμποσα ρούχα και πατάς γκάζι για κάπου αλλού. Η εσωτερική μετανάστευση είναι πια ένα φαινόμενο. Αστυφιλία; Όχι κύριοι. Στην επαρχία αδερφοί μου! Στην επαρχία! Πρωτοσέλιδα με στατιστικές και φωνές εκφωνητών εγκωμίαζαν αυτή τη νέα τάση κατά πως με βόλευε φαντασιωνόμουν ορδές νεολαίων, πτυχιούχων, ειδικευμένων ανειδίκευτων, εργατών, μπουλούκια ανθρώπων να ορμούν σε υπεραστικά λεωφορεία αεροπλάνα και βαπόρια και σαν Ούνοι να εκστρατεύουν προς τις βυζαντινές επαρχίες όλεθρος και καταστροφή στο πέρασμα τους, καιγόμενοι στάβλοι, σπίτια, αγροκτήματα, σφαγές, απαγωγές, διαρπαγή περιουσιών μια γαμημένη επανάσταση δίχως άλλα κίνητρα παρά μονάχα τη ζέση, όχι για ζωή και γι' αυτό που οι εραστές του λεξικού των ΜΜΕ αποκαλούν νέες ευκαιρίες, όχι, αυτό που θα κυνηγούσαν θα ήταν μια ματιά πίσω απ τη θολούρα, απ τη μαστούρα της πραγματικότητας: μια αληθινή ταλάντευση μες στα σωθικά τους.
             Μέχρι να γίνονταν όλα αυτά τα εξόχως θαυμαστά και μπητ θεάματα, υπήρχα εγώ, το πρωινό, οι αποσκευές μου και το παλιόσπιτο μου, το οποίο άφηνα.
           Ταξιδάκι; Με ποια λεφτά ρε;.
            Αναπνέει και σκορπάει ανάσες από πρόχειρα συνταγογραφημένα αντιβιοτικά, μια αύρα αρρώστιας, φλέματος, μύξας και κουλουριασμένου σώματος μες σε σκεπάσματα για μέρες ένα θαμπόφωτο διαθλάται στις αρχαίες μυγοχεσμένες πτυχές της κουρτίνας πίσω της και τη κάνει να μοιάζει σαν μια παραμελημένη ικέτιδα σε γραμμή αναμονής.
            Από τα κάλαντα.
            Βιβλία: δοκίμια για την παγκοσμιοποίηση και την επανάσταση και για την παγκοσμιοποιημένη επανάσταση και την επαναστατική παγκοσμιοποίηση, μελέτες, άρθρα, κριτικές, μυθιστορήματα καταξιωμένα, κλασικά, αναχρονιστικά, φτηνά, βίπερ νόρα οδύσσειες ξεχωρίζω τι θα περισώσω, τι θα πάρω μαζί μου σ αυτό που θα σχολιαστεί ως νέα μου ανευθυνότητα, ενώ τη νιώθω που με περιεργάζεται και μελετάει τις κινήσεις μου και σκέφτεται τι σόι πάλι τρέλα μου κατέβηκε στο μυαλό.
            Ναι; Κάλαντα; Ντύθηκες και αγιοβασιλάκι χρυσό μου;.
            Όχι φέτος.
             Απ το δρόμο έρχεται η φωνή του παλιατζή και κορναρίσματα και μια ανεξάντλητη πηγή διάφορων άλλων ήχων που τείνουν προς μια γνώριμη και τρομακτική ασάφεια ραδιοφωνικού παράσιτου: η πόλη.
            Έλα λέγε.
            Φεύγω.
            Της μαμάς το είπες;.
            Θα της το πεις εσύ.
             Έχει πιάσει ήδη το τηλεκοντρόλ και αλλάζει κανάλια. Ένα χλωμό προφίλ μου απευθύνει τον λόγο: Θέλω να φάω παγωτό βανίλια. Το θέλω απεγνωσμένα. Θα έδινα το δεξί μου νεφρό για ένα. Θέλω επίσης να βγω έξω. Θέλω να αγοράσω ρούχα. Θέλω να μου πεις που στο διάολο πας.
            Αρχίζω και μουρμουρίζω το Against the wind και να σωριάζω σωβρακοφανέλες, μπλουτζίν, μπλούζες και ότι άλλο θεωρώ ότι θα μου χρειαστεί, μέσα στο παμπάλαιο στρατιωτικό μου σακίδιο. 
             Δεν είμαι καλά. Δεν ξέρω τι συμβαίνει.
             Δεν ξέρεις τι συμβαίνει που;, την ρωτάω.
             Δεν ξέρω.
             Δεν ξέρεις το που;.
             Δεν ξέρω που συμβαίνει και τι συμβαίνει.
             Κοίτα να δεις. Και γω το ίδιο.
             Αρχίζει και κλαίει, εκειδά, μες στον σωρό των άπλυτων σκεπασμάτων, κουλουριάζεται και αφήνει ήχους μωρού αναδεύοντας οσμές από βικς και ξινό ιδρώτα. Δεν θα την χαιρετίσω, δεν θα αναλογιστώ το μωσαϊκό της φθοράς της από αποκόμματα εφημερίδων, αγγελιών για εύρεση εργασίας, τηλεοπτικών περιοδικών, ιλουστρασιόν φαντασιώσεων, συστηματικών απωθήσεων των συνθηκών που την έκαναν ένα μωρό που δεν είναι μωρό αλλά της αρέσει να την βλέπουν ως τέτοιο. Γεια σου αδερφούλα, η γλύκα της φυγής μου γίνεται υπερθέαμα όταν σε βλέπω έτσι, καθώς αντιλαμβάνομαι από πού πάω να ξεφύγω


 

  

Γιάννης Νικολούδης:

Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1987.

                    

 

copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας