Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Φίλιπ Μάρλοου: Το κορίτσι συν 25 δολάρια την ημέρα

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

Περιμένοντας

          

Με το ραδιόφωνο να παίζει χαμηλά, τη μηχανή

σβησμένη και τα παράθυρα κατεβασμένα

έχω αράξει τ αυτοκίνητο σε απόμερο δρομάκι

με λιγοστή κίνηση κι ανύπαρκτα πεζοδρόμια

και, όπως γίνεται συνήθως, κάθομαι και περιμένω.

 

Από δω που είμαι δεν φαίνεται η θάλασσα,

αν είναι πράσινη ή γαλάζια

ή αν τα ψάρια κολυμπάνε στα νερά της,

ούτε η βρόμικη προκυμαία και τα καράβια της.

 

Μπορώ ν ακούσω όμως καθαρά του λιμανιού

τις ανάκατες φωνές, το τρίξιμο των γερανών,

του πλήθους το βιαστικό πήγαινε-έλα,

μπορώ να μυρίσω, ανάμεσα σε δυο τσιγάρα,

την εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,

τους ξερούς μπακαλιάρους που λιάζονται

στους πάγκους των ιχθυοπωλείων,

ακόμη και την ομίχλη μπορώ να αισθανθώ

με κάποια αίσθηση που ως τώρα δεν ήξερα πως διαθέτω.

 

Τίποτα δεν συμβαίνει όμως κανένα λαθραίο φορτηγό

δεν εμφανίζεται, καμία ύποπτη συνδιαλλαγή

ή απειλητική χειρονομία δεν γίνεται, κανένας

πνιγμένος πίσω απ τους τοίχους πυροβολισμός,

κανένα νόημα να μένω άλλο εδώ.

 

Δεν φεύγω όμως, η νύχτα διαδέχεται τη μέρα

κι εγώ περιμένω περιμένω μια πόρτα κάπου

ν ανοιχθεί, κάποια ξανθιά να εμφανιστεί

ή μια κοκκινομάλλα, περιμένω τα φώτα όλα να σβήσουν

ή το πακέτο των τσιγάρων μου ν αδειάσει.    

 

  

Νυχτώνουν οι δρόμοι

 

Όταν είσαι σίγουρος ότι σου έχουν στήσει παγίδα

κι όμως πηγαίνεις κατευθείαν εκεί, σαν να μην ξέρεις,

 

γιατί, ίσως, δεν μπορείς να γυρίσεις στο σπίτι

να φορέσεις τις πιζάμες σου, να βάλεις ένα πιάτο φαγητό

και ν ανοίξεις την τηλεόραση και γιατί

κάποιος πρέπει να πέφτει και στις παγίδες,

 

καλό είναι να καθυστερείς είκοσι με τριάντα λεπτά της ώρας:

χαλαρώνει την εγρήγορση αυτών που σε περιμένουν

και μειώνει τ αντανακλαστικά τους

 

(τους κάνει όμως και πιο νευρικούς, να έχεις υπόψη σου,

πράγμα επικίνδυνο αν ο άλλος

κρατάει στο χέρι του όπλο και σε σημαδεύει με αυτό).

 

Έξω απ την πόρτα, ντυμένη στα μαύρα κι ανελέητη,

μυρίζοντας βενζίνη, υγρασία και απόγνωση

με περιμένει κι απόψε η νύχτα

δένω τη ζώνη της καπαρντίνας μου

αφήνω τον αέρα να βγει από τα πνευμόνια μου

κι ανοίγω την εξώπορτα της πολυκατοικίας.

 

Μια γάτα πετάγεται απ τον κάδο με τα σκουπίδια

τρομαγμένη, τρομαγμένος κι εγώ απ τον θόρυβο

και τη σκοτεινή παρουσία της φέρνω ασυναίσθητα

το χέρι κάτω από τη μασχάλη μου

και ψάχνω να βρω το φλασκί μου

ευτυχώς δεν είναι άδειο απόψε.

 

Πίνω μια μεγάλη γουλιά, ανάβω ένα τσιγάρο

και παίρνω τους δρόμους, ζωντανός ακόμα και αποφασισμένος

να ξεμπερδεύω πια με αυτή την υπόθεση. 

 

   

Μουσκεμένος ως το κόκαλο

 

Άλλη μια ώρα πέρασε έτσι, περιμένοντας στο αυτοκίνητο,

ξεπαγιασμένος και δεύτερη νύχτα άυπνος,

να σκέφτομαι το κορίτσι που εξαφανίστηκε,

το ξέστρωτο κρεβάτι και τις παρατημένες κάλτσες της,

ζεστές ακόμη από το άγγιγμα των μηρών της.

 

Βγήκα στη βροχή και πετάχτηκα στην απέναντι κάβα,

με τον νου μου διαρκώς στη δρύινη πόρτα

που δυο μέρες τώρα δοκιμάζει την αντοχή μου,

πήρα δυο πακέτα τσιγάρα,

ένα μπουκάλι από το πιο φτηνό χύμα ουίσκι

και μια σακούλα με ξηρούς καρπούς.

 

Τίναξα τα νερά απ την καπαρντίνα μου

και τρύπωσα πάλι στο κάθισμά μου, μουσκεμένος

ως το κόκαλο ήπια μια γερή γουλιά απ το μπουκάλι

κι ύστερα άλλη μία το ουίσκι είχε τη γεύση

βρόμικης πετσέτας υδραυλικού, άναψα

το τελευταίο τσιγάρο από το παλιό μου πακέτο

και, τις επόμενες τρεις ώρες, δεν έκανα τίποτα διαφορετικό.

 

Τότε πια βγήκα στον ψυχρό αέρα

που μετά τη βροχή με πάγωσε ως το κόκαλο

και προχώρησα με αργά βήματα προς τη δρύινη πόρτα.

Έσβησα το τσιγάρο και άπλωσα το χέρι μου στο ρόπτρο:

ήταν το πόδι ενός λιονταριού που στα νύχια του

κρατούσε μια κάρτα, σχεδόν λιωμένη από την υγρασία κάτι

ήταν γραμμένο πάνω της κι έσκυψα να το διαβάσω.

 

Ήταν η δική μου κάρτα, έγραφε τ όνομά μου,

το επάγγελμά μου κι από κάτω κάποιος,

με το μολύβι του, είχε προσθέσει τη λέξη: νεκρός.

 

 

Αργά ή γρήγορα θα σηκωνόμουν

 

Ποιος είναι; η φωνή ήταν ανήσυχη

και φοβισμένη και τρυφερή

σαν να ησύχαζε ένα μωρό που μισοξύπνησε

ή ένα περίστροφο να ήταν κολλημένο στα πλευρά της.

Γι αλλαγή και γιατί δεν μπόρεσα να σκεφτώ

τίποτα καλύτερο, είπα το αληθινό μου όνομα

προσθέτοντας μόνο ένα κύριος από μπροστά.

Η πόρτα μισάνοιξε πρόλαβα να δω

τα μάτια της, σκούρα πράσινα

όσο τα σκοτεινά δάση που τριγυρίζουνε την κόλαση,

και τον λαιμό της να αστράφτει λευκός

όσο το φως του ήλιου επάνω στις βιτρίνες.

 

Το δυνατό χτύπημα πίσω απ τ αριστερό μου αφτί

και το αίμα που πλημμύρισε την όρασή μου

ήταν ελάχιστο τίμημα για τη βουβή κραυγή

και το βαθύ σκοτείνιασμα

που διέκρινα στις κόρες των ματιών της.

 

Μπορούσα ήδη να φανταστώ τη συνέχεια: 

αργά ή γρήγορα θα σηκωνόμουν απ το πάτωμα

και θα κέρδιζα το κορίτσι συν 25 δολάρια την ημέρα,

όπως γίνεται συνήθως, θα την ερωτευόμουν

βίαια και με απελπισία, για λίγο

θα δοκίμαζα τη γεύση του φόβου στα χείλη της

και την ψυχρή υγρασία του φιλιού της

 

για να γυρίσω, στο τέλος, ξημερώματα

στο ενάμισι δωμάτιό μου

με το τελευταίο τσιγάρο μου στα ματωμένα χείλη,

δυο μπουκάλια ουίσκι τυλιγμένα σε χαρτοσακούλα

και τις πρωινές εφημερίδες κάτω απ τη μασχάλη,

αξύριστος και βρώμικος.

 

Ώσπου κάποια μέρα, γι αλλαγή, δεν θα γυρίσω.

 

 

Θέλω να τη βρεις

 

Η πόρτα έτριξε καθώς άνοιξε για να μπω

όπως τρίζει ένα σπασμένο σανίδι

κάτω απ το βάρος ενός σώματος που πέφτει

κι έτριξε πάλι πίσω μου μόλις βρέθηκα μέσα

ανατρίχιασα σαν να πέρασα την πύλη της φυλακής.

 

Δεν μου δωσε το χέρι του για να με χαιρετήσει,

δεν μου πρόσφερε κάθισμα, δεν μου πρόσφερε κάτι να πιω,

εκείνος έπινε, δεν μου είπε τίποτα για τον εαυτό του

ίσως και να μην είχε πια τίποτα να πει.

 

Δεν μου πήρε ώρα για να καταλάβω πως

η μόνη ζωντανή ψυχή που υπήρχε μες σ εκείνο το σπίτι

ήτανε στα βιβλία που γέμιζαν ασφυκτικά τον χώρο.

Το να βλέπεις το δωμάτιό του ήταν σαν να βλέπεις

μες στην ψυχή του: οι τοίχοι

ήταν πέρα για πέρα καλυμμένοι με ράφια,

τα ράφια γεμάτα βιβλία κι όπου υπήρχε κάποιο κενό

κι άλλα βιβλία ήταν στοιβαγμένα εκεί,

τίποτε δεν ανέπνεε εκεί μέσα.

 

Τα μάτια του ήταν κόκκινα κι ερεθισμένα,

με μαύρους κύκλους και μισόκλειστα

σαν όλη τη νύχτα να πάλευε με δαίμονες

που μόνο εκείνος μπορούσε να τους δει.

 

Θέλω να τη βρεις, μου είπε λίγο αργότερα

κλείνοντας πίσω μου τη βαριά πόρτα της κόλασης,

δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν.

 

Ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα απ τα χείλη του.

 

 

Άλλο ένα πτώμα, Μάρλοου

 

Έβγαλα το μαντίλι μου και σκούπισα τις παλάμες μου

και τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να στάζει από το μέτωπό μου,

 

ύστερα, μ αυτό το ίδιο μαντίλι, σκούπισα προσεκτικά

τα πόμολα κάθε πόρτας που είχα ανοίξει,

την καρέκλα, το γραφείο και όλα του τα συρτάρια,

σκούπισα το πορτοφόλι και τις τσέπες του νεκρού

κι ό,τι άλλο νόμιζα ή δεν νόμιζα ότι είχα ακουμπήσει.

 

Προχώρησα προς την εξώπορτα για να φύγω, μα

(γιατί ποτέ δεν μπορώ να φύγω χωρίς να στρέψω

μια τελευταία φορά το κεφάλι μου προς τα πίσω) γύρισα,

πριν σβήσω το φως, και του ριξα μια ματιά ακόμα:

 

τα μάτια του ήταν ορθάνοιχτα και κοιτούσαν τον ήλιο

έξω από το παράθυρο, το στόμα του συσπασμένο,

τα χέρια του έσφιγγαν με νεκρή δύναμη το χαλί από κάτω του,

γιατί κι ο πεθαμένος κάπου γυρεύει κι αυτός να κρατηθεί,

το πουκάμισό του γεμάτο μαύρο αίμα, πηγμένο και βρώμικο,

σαν αυτό που κυκλοφορεί μες στις φλέβες όλων μας.

 

Βγήκα έξω, σκούπισα το πόμολο της πόρτας πίσω μου,

κοίταξα δεξιά-αριστερά, προχώρησα βιαστικά,

μπήκα στο αυτοκίνητο κι οδήγησα δυο-τρεις ώρες

μες στην πόλη ως έξω στους λόφους που τη ζώνουν

από παντού          

                    άλλο ένα πτώμα, Μάρλοου,

δεν τρέχει τίποτα, είσαι συνηθισμένος εσύ σ αυτά,

δεν ήταν δικό σου το πουκάμισο που λεκιάστηκε,

δεν τρέχει τίποτα, Μάρλοου, ούτε απόψε ήταν η δική σου σειρά,

δεν θα ναι τόσο εύκολο για σένα, Μάρλοου.

 

   

Το δωμάτιο δεν ήταν άδειο απόψε

 

Ξεκλείδωσα με δυσκολία την πόρτα και την έσπρωξα

με τον ώμο για ν ανοίξει, τα χείλη μου

είναι πρησμένα και τα μάτια μου κόκκινα

και χωμένα βαθιά μέσα στις κόγχες τους,

τα δάχτυλά μου θα ναι για μέρες ακόμη αχρηστεμένα,

η καπαρντίνα μου για πέταμα, το καπέλο μου για πέταμα,

η ζωή μου για πέταμα, το δωμάτιό μου άδειο. 

 

Άναψα το φως, κλείδωσα πίσω μου

κι ακούμπησα το μέτωπό μου στον τοίχο

μορφάζοντας απ τον πόνο ύστερα στράφηκα

και κοίταξα μέσα: κανείς δεν με περίμενε

κρυμμένος στο σκοτάδι, κανείς

δεν μ απειλούσε κρατώντας το περίστροφό του,

καμιά ξανθιά δεν κρυβόταν γυμνή κάτω από τις κουβέρτες,

 

το δωμάτιο όμως δεν ήταν άδειο απόψε.

 

Πάνω στο στρογγυλό τραπεζάκι, μπροστά στον καναπέ,

τα λευκά και τα μαύρα πιόνια ήταν στημένα

και δίπλα στη σκακιέρα το τασάκι μου, καθαρό 

ο Καπαμπλάνκα είχε κάνει κιόλας την πρώτη του

κίνηση και περίμενε τη δική μου (είχε τα λευκά απόψε),

μισό μπουκάλι ουίσκι κρυβόταν στο κάτω ντουλάπι της κουζίνας.

 

Κρατήθηκα όμως λίγο ακόμα. Ήπια δυο ποτήρια κρύο νερό,

μπήκα να κάνω ένα ντους, φόρεσα πιζάμες

και κοίταξα άλλη μια φορά γύρω μου:  

στο κομοδίνο ταλαιπωρημένος και βρόμικος

ένας τόμος του Σαίξπηρ κι ένα μολύβι (γι αύριο ίσως),

το κολτ μου χωμένο ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ,

οι κουρτίνες τραβηγμένες κλείνουν τη νύχτα απ έξω,

το τηλέφωνο ακουμπισμένο στο πάτωμα

δίπλα στο κρεβάτι, δεν πρόκειται όμως να χτυπήσει απόψε,

μια τρομπέτα απ το ραδιόφωνο μόλις που ακούγεται,

το φως της κουζίνας είναι αναμμένο μπήκα μέσα,

 

έβαλα στο ποτήρι μου το πρώτο ουίσκι της βραδιάς,

άναψα ένα τσιγάρο και χαμογέλασα

προς τη μεριά του Καπαμπλάνκα.

 

Εκείνος δεν μου ανταπέδωσε το χαμόγελο.

 

 

Μια παρτίδα σκάκι
 

Εσύ κι ο Καπαμπλάνκα τώρα.

 

1.δ4 δ5 2.Ιζ3 ε6  3.γ4 Ιζ6 

4.Αη5 Αε7 5.ε3 Ιβδ7 6.Ιγ3 O-O 

7.Πγ1 β6 8.γδ5 εδ5 9.Αβ5 Αβ7 10.Βα4 α6 

11.Αδ7 Ιδ7  

12.Αε7  Βε7  13.Ββ3  Βδ6 

14.O-O Πζδ8 15.Πζδ1 Παβ8  

16.Ιε1  Ιζ6  17.Πγ2  γ5 18.δγ5  βγ5  

19.Ιε2  Ιε4 20.Βα3 Πβγ8 

 

21.Ιη3 Ιη3 22.θη3 Ββ6  23.Πγδ2  θ6  

24.Ιζ3 δ4  25.εδ4  Αζ3  

26.Βζ3  Πδ4  27.Πγ2  Πδ1 

28.Βδ1  Πδ8  

29.Βε2  Βδ6  30.Ρθ2  Βδ5 31.β3  Βζ5 

32.η4  Βη5  33.η3 Πδ6 34.Ρη2 η6 

35.Βγ4 Πε6  36.Βγ5  Βη4  

37.ζ3  Βη5 38.Βη5  θη5  

39.Ρζ2  Πδ6  40.Ρε3 Πε6 41.Ρδ4 Πδ6 

42.Ρε3  Πε6  43.Ρζ2  Πδ6  

 

44.η4 Πδ1  45.Ρε2  Πα1  

 

46.Ρδ3  Ρη7 

47.β4 Πζ1 

48.Ρε3 Πβ1 

49.Πγ6 Πβ4  

50.Πα6  Πβ2  

 

 

Έσβησα το φως και κοιμήθηκα. Ο Καπαμπλάνκα,

χρόνια πεθαμένος, δεν είχε ανάγκη από ύπνο,

έστησε τα πιόνια για την επόμενη παρτίδα.


 Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος:

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Έχει οικογένεια, διδάσκει σε σχολείο, γράφει ό,τι να ναι και διαβάζει πολύ, μαγειρεύει, μεταφράζει και φροντίζει τον σκύλο του.  Έχει εκδώσει πεζά κείμενα με τον τίτλο Μικρά Ικαρία (εκδ. Ηλέκτρα) και ποιήματα στον συλλογικό τόμο Ελεύθερη πτήση, ελεύθερη πτώση (εκδ. Οξύ) με τον τίτλο Η λάμψη των μικρών πραγμάτων. Θα εκδώσει κι άλλα.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας