Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

TO ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ

Νουβέλα, εκδ. Ανατολικός 2010

Ασημίνα Ξηρογιάννη

 

 

 

απόσπασμα ΣΕΛ: 58-59

[Από το Ημερολόγιο του Άγγελου]

Απρίλιος 1987. Νύχτα.


Κάποιοι άνθρωποι έχουν αστέρι. Είναι στη μοίρα τους να ζουν αιώνια στις συνειδήσεις των ανθρώπων που έρχονται και φεύγουν, όπως τα φύλλα των δέντρων που κιτρινίζουν και πέφτουν και χάνονται. Είναι μακάριοι όσοι απέκτησαν δόξα παντοτινή, κι ας μην κυκλοφορούν η σάρκα και τα οστά τους πάνω στη γη για να την απολαύσουν. Ψηλαφίζω το κορμί μου, ακούω τους κραδασμούς του, έχω τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος δεν θα το σεβαστεί κι αυτό με πληγώνει. Είμαι γυμνός...Αφόρητα ευάλωτος απέναντι στον χρόνο. Φέρνω συχνά στο μυαλό μου τον Φάουστ. Μπαίνω στη διαδικασία να σκεφτώ τί θ απαντούσα σε μια πιθανή <ανήθικη> πρόταση κάποιου Μεφιστοφελή. Η νεότητα είναι ανυπέρβλητο θέλγητρο και, στην κατάστασή μου, μπορεί και να υπέκυπτα. Κι όμως, τούτοι οι συλλογισμοί, αν και τολμηροί, με αθωώνουν. Είμαι μια ανίσχυρη ψυχή που τρέμει μη φθαρεί ολοσχερώς και τότε θα ναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Είμαι ένα τόσο δα συρρικνωμένο σωματάκι, που απεγνωσμένα αναζητεί την συνέχεια, την γαλήνια εκείνη ολοκλήρωση που υπερνικά την ασχήμια. Μέχρι τώρα τίποτα άλλο δεν γνώριζα, μόνο ν αγωνίζομαι για την ομορφιά και την αρμονία. Μα σε λίγο αποδεικνύομαι μικρός και ασήμαντος για έναν τέτοιο αγώνα. Κι αυτό με πικραίνει, γιατί θα σημάνει την ακινησία, τον θανάσιμο εχθρό μου για τη ζωή. Αποκτώ ικανή υπόσταση μόνο όταν χορεύω πάνω στη σκηνή. Αλλιώς, μοιάζω με ψάρι έξω από το νερό.
Ένας εφιάλτης με ξυπνά βίαια τα βράδια: κατά τη διάρκεια μιας παράστασης φορώ κόκκινο ένδυμα και οι διαστάσεις μου αλλάζουν ραγδαία και αλλόκοτα όπως σε παραμορφωτικό καθρέπτη. Ξαφνικά τα ούλα μου ματώνουν, τα δόντια μου αρχίζουν να πέφτουν το ένα μετά το άλλο κι εγώ σκύβω μέσα σε μια λεκάνη, σαν να κάνω εμετό. Είμαι ολόκληρος ένα πύρινο αίμα, μια μάζα από ούλα και δόντια κόκκινα, και γίνομαι φωτιά, ενώ μάτια ξεφυτρώνουν από παντού και με παρακολουθούν με αγωνία, μου ψιθυρίζουν, μου φωνάζουν μανιασμένα, με εκλιπαρούν και μ  αποστρέφονται. Και γω θέλω πολύ να πιάσω το κεφάλι μου που στριφογυρίζει, αλλά δεν έχω χέρια, μόνο ένα κόκκινο τεράστιο στόμα, μια πληγή. Πετάγομαι λουσμένος στον ιδρώτα. Περνά λίγη ώρα μέχρι να ξαναβρώ τις αισθήσεις μου. Η γλυκιά  Έλσα πάντα δίπλα μου...
-Πάει πέρασε πια..πάει ..μου ψιθυρίζει.
Εκείνες τις ώρες η φωνή της είναι το γιατρικό μου...
-Πάει...πέρασε...πάει...

*****

[Από το Ημερολόγιο του Άγγελου]

...απόσπασμα σελ: 53-56

Μάιος 1987, Νύχτα.

Απαρνήθηκα τον έρωτα, ασφαλίστηκα στην αγάπη. Τώρα είμαι σχεδόν σίγουρος. Μού ήταν αδύνατο να απαρνηθώ την Τέχνη. Για χάρη της ξεπούλησα τη ζωή, τους μικρούς καθημερινούς πόνους, το πάλεμα με τις άλλες ανθρώπινες ψυχές και τα σώματα που τις ντύνουν...Αφέθηκα στην Έλσα μου, στα μάτια της διέκρινα, από την πρώτη στιγμή, μια μοναδική στωικότητα και τρυφερότητα που ξεπερνούσε αυτήν της μητέρας, αλλά την εμπεριείχε κιόλας. Ήταν ο άνθρωπός μου και τον κράτησα καλά, να μην μου φύγει...Τώρα που κάθε ανατολή με βρίσκει ξύπνιο να κάνω την ηλίθια και καθυστερημένη πια αυτοκριτική μου, μέσα στο διχασμένο μου μυαλό δεσπόζει η ίδια ερώτηση, απέραντα βασανιστική: γιατί να ζεις, αφού όλα τελειώνουν με τον θάνατο; Πάνω στην απόγνωσή μου λέω πως ακόμα κι η Τέχνη πεθαίνει. Αυτοστιγμεί το αναιρώ πάλι. Τελείωσα μαζί της οριστικά, γι αυτό είμαι απαρηγόρητος και πικραμένος. Κάθε ξημέρωμα ήρεμα ζυγίζω την παράξενη διαφορά που χωρίζει την Τέχνη από τη ζωή και συμπεραίνω ότι η Τέχνη είναι ένας σκληρός κυρίαρχος που απαιτεί τα πάντα, ενώ ο ερωτευμένος άνθρωπος παραιτείται από όλα στη ζωή. Όπως και να ναι ,βρίσκομαι εδώ χωρισμένος και ακινητοποιημένος, μακριά από την τέχνη μου και σκέφτομαι πως μόνο μορφίνη μού χρειάζεται για να με ανακουφίσει από τους πόνους της ψυχής, γιατί γρήγορα θα απλωθούν σε όλο το σώμα μου και θα με διαλύσουν. Νόμιζα πως, αν η τέχνη μου ήταν ένας σκληρός τύραννος, ήταν ωστόσο, εκατό φορές πιο ευχάριστος άπ τους ανθρώπους, γι αυτό και τον προτίμησα. Και τώρα που τον χάνω, είναι σαν να μην έζησα, σαν η θυσία μου να εξανεμίστηκε και στα σαράντα μου πρέπει ν αρχίσω από την αρχή. Απέφυγα τις ευθύνες που γεννούν οι στενές ανθρώπινες σχέσεις, επιδερμικά τις άγγιξα μόνο, και σήμερα, που η Τέχνη με παρατά, γιατί αποβάλλει τα γέρικα στοιχεία και κρατά μόνο τα νέα και υγιή, είναι σαν αν κάνω βουτιά στο κενό. Ίσως το μέλλον να είναι ένας μακρύς δρόμος που φοβάμαι να περπατήσω ,γιατί δεν είμαι εξοικειωμένος. Πώς είναι η ζωή όταν δεν χορεύεις; Μια παράξενη κατάθλιψη με κυριεύει, ένα είδος απαίσιου προαισθήματος με ξυπνά τη νύχτα και αρχίζω να φοβάμαι. Δεν έχω πια τις ελπίδες του καλλιτέχνη, κι ας είναι σχεδόν πάντα αυτές όνειρα απραγματοποίητα. Ξέρω ότι δεν έχω πια τη δύναμη να δημιουργήσω ομορφιά, επειδή άσχημα ένστικτα με έχουν κυριεύσει. Η ζωή μου υπήρξε σκοτεινή, μελαγχολική, τραγική, αλλά έδωσε το φως, το άσπρο μάρμαρο, απ όπου ξεπηδάνε οι υψηλόφρονες επιδιώξεις του ανθρώπου. Και τώρα; Ποιά ζωή θα έχω; Tί θα είμαι; Ένας απόμαχος καλλιτέχνης που θα καταλήξει να γίνει δάσκαλος, επειδή το σώμα του θα φθίνει μέχρι που κάποτε θα σαπίσει; Δεν παραγνωρίζω τη σπουδαιότητα των δασκάλων ,αλλά εμένα αυτός ο ρόλος δεν μου ταιριάζει. Με απωθεί η ιδέα και μόνο. Δεν μπορώ να σχεδιάζω την τέχνη, αν δεν την περνώ εκστατικά μέσα από το σώμα μου, όσο εγωιστικό κι αν φαίνεται αυτό. Τελικά, ποιό το λάθος που αδυνατώ να συλλάβω; Υποτίμησα τη ζωή ή υπερεκτίμησα την τέχνη; Και γιατί δεν μπορώ να βρω ησυχία; Ίσως δεν έχω τη δύναμη, τώρα που θα χάσω την τέχνη, ν αντιμετωπίσω το χάος και την παραφωνία της ζωής. Ίσως πάλι, ακριβώς αυτά να νοσταλγώ, επειδή δεν ξοδεύτηκα, δεν έγινα ένα με το πλήθος, δεν γεύτηκα κοριτσίστικα σώματα και γυναικεία χάδια. Γνώρισα πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες, αλλά ούτε έναν που να μπορείς να τον πεις ευτυχισμένο, αν και μερικοί μπορεί να με εξαπάτησαν. Μπορεί και να μην υπάρχει ευτυχία. Στιγμές μόνο...Συνάντησα κι άλλους εραστές του ίδιου υψηλού ιδανικού, μεθύσαμε μαζί, μα χαθήκαμε μες στα οράματά μας.
Τα βράδια έχω την τάση να βγαίνω έξω, να περπατώ στους δρόμους, να μπλέκομαι στην κίνηση, ν ακούω ξέφρενες μουσικές και ρυθμούς αλλόκοτους. Προσπαθώ να αισθανθώ λίγο άνθρωπος, βυθίζομαι στο ποτό και χαλαρώνω με τα θολά φώτα των μπαρ. Δεν είμαι για λίγο ο καλλιτέχνης που όσο αγωνιά, τόσο ψηλότερη έκσταση νοιώθει, που βυθίζεται στον πόνο, για να πετάξει έπειτα ψηλότερα στη χαρά. Είμαι ο άνδρας που μαγεύεται απ τα γυναικεία κορμιά που λικνίζονται. Και τα ανδρικά σώματα διεγείρουν την συγκίνησή μου. Ίσως κρύβω και γω τη θηλυπρέπεια που χαρακτηρίζει τους πιο πολλούς του είδους-σε μικρές δόσεις. Αλήθεια πάλι, τί μυστήριο η αίσθηση της ζωής του κορμιού μας σ αυτό το αλλόκοτο ταξίδι πάνω στη γη! Εγώ δεν το άφησα να με ταξιδέψει στον κόσμο του αισθησιασμού. Το περιχαράκωσα μέσα σε μια καθαρότητα, το θυσίασα στον βωμό της τέχνης που την τοποθέτησα πιο ψηλά και από τη ζωή. Η άλλη φωνή μέσα μου μουρμουράει ότι καλώς έπραξα. Αυτή η αμφιταλάντευση μόνο σε ένα τέρμα οδηγεί.

   


photo.jpg

 Ασημίνα Ξηρογιάννη:

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αγαπημένος της τόπος η Αίγινα όπου έγραψε τα πρώτα της ποιήματα
Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Υποκριτική στο ΘΕΑΤΡΟ-ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ.
Εδώ και αρκετά χρόνια διδάσκει το μάθημα της Θεατρικής Αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, εργάζεται  ως εμψυχώτρια Θεατρικού Παιχνιδιού και παραδίδει  μαθήματα Γλώσσας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας και Θεωρίας του Θεάτρου.
Έχει  πάρει διακρίσεις σε δύο ποιητικούς διαγωνισμούς. <<Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ>>[Ποιήματα] της  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δωδώνη.
Η νουβέλα της<< ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΚΙΑ>> [έπαινος από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών]κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ανατολικός. Είναι μέλος του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων. Το 2009 ίδρυσε το Ιστολόγιο varelaki, σελίδες Τέχνης και Πολιτισμού.
http://varelaki.blogspot.com

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας