Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Καθετήρας

Δέσποινα Χαραλαμπίδη

 

 

 

Ο γάιδαρος, το μουλάρι, η ζέβρα και το άλογο ανήκουν στην ίδια οικογένεια ζώων

 

Ελεύθερη ή παντρεμένη; με ρώτησε.

Ελεύθερη του απάντησα, αλλά το μόνο που ήθελα να του πω, είναι ότι με ενοχλούσε ο καθετήρας.

Τότε, είμαι ο πρώτος που σου ζητάω το χέρι σου, μου χαμογέλασε.

Το χέρι μου, ούτως ή άλλως, ήταν δεμένο με τον ορό. Σωληνάκια φεύγανε από αυτό , άγνωστα δάχτυλα, υγρά. Με ενοχλεί ο καθετήρας σκεφτόμουν , με ενοχλεί, τι να κάνω;

Το χαμόγελο του αναισθησιολόγου, παρουσιάστηκε ξανά. Φορούσε γυαλιά, μετά όλα άρχισαν να γυρνάνε, να γυρνάνε , να χάνονται, να θολώνουν. Ο πόνος θόλωνε, δεν αισθανόμουν τίποτα, ήμουν σ΄ένα σκοτεινό, δικό μου κόσμο.

Όλα τα φαγητά μπορείς να τα παίξεις στο πιάνο, και η φασολάδα θα ήταν από μόνη της παρτιτούρα, αν λεγόταν φασολλάρε.

Ντολμάδες, ρεβίθια, μινεστρόνε, φακές, σολομός, λαζάνια, σικορέ.

Τα πλήκτρα άσπρα και μαύρα, τα μάτια της κουζίνας, άσπρα και μαύρα.

Η γιαγιά μου έπιασε να μαγειρεύει νότες, θα σας φτιάξω σήμερα ρε δίεση με σολ, την ακούω να λέει.

Το βιβλίο μαγειρικής, το βιβλίο με τις παρτιτούρες.

Το μισώ το πιάνο, αυτήν την σπαστική καθηγήτρια με το αφ υψηλού ύφος. Σήμερα έχεις ωδείο, έχεις διαβάσει; ακούω την μητέρα. Τίποτα δεν θα διαβάσω. Ανοίγω το πιάνο και κάθομαι στο σκαμπό. Τοποθετώ το βιβλίο μαγειρικής μπροστά στην ειδική θέση. Παίζω μια συγχορδία σούπας. Τα δάχτυλα σου δεν στέκονται σωστά, ακούω την φωνή της δασκάλας. Σε λίγο θα την συναντήσω κιόλας. Θα το κάνεις εκατό φορές και κάποια στιγμή θα το μάθεις, αντίλαλος η φωνή της μέσα μου. Εκατόν μία και ακόμα δεν το έμαθα. Η φωνή της μητέρας η μικρή εξασκείται στο πιάνο , η φωνή του πατέρα το καταλάβαμε. Σε κανέναν δεν αρέσει το παίξιμο μου. Μπορώ να σταματήσω τα μαθήματα πιάνου; ρωτάω την μητέρα. Αποκλείεται, μου λέει. Μα είναι κάτι που δεν μου αρέσει. Δεν ξέρεις εσύ, μου απαντάει.

Θα μάθω λοιπόν πιάνο.

Με συνεπαίρνει η μυρωδιά της ρε δίεσης, έρχεται από την κουζίνα απειλητική. Κατευθύνομαι προς τα εκεί. Η γιαγιά μου είναι πάνω από την κατσαρόλα και ξεκοκαλίζει μια νότα. Στο πάγκο της κουζίνας, ανοικτό το πεντάγραμμο, γεμάτο μαύρες νότες. Νομίζω ότι το πέτυχα, θα πει. Μυρίζει υπέροχα. Θα με βοηθήσεις να στρώσουμε το τραπέζι; με ρωτάει. Έξι σερβίτσια. Κόβει το ντοσί. Φώναξε και τους άλλους. Έρχονται όλοι. Καθόμαστε όλοι γύρω από το τραπέζι..

Η γιαγιά θα μουρμουρίσει μια μικρή προσευχή. Θεέ μου σε ευχαριστούμε για τις νότες που μας έδωσες σήμερα.

Μετά το φαγητό θα παίξω λίγο ακόμα πιάνο. Τα φαγητά με ταξιδεύουν, ντομάτες γεμιστές, ρέγκα, φαλάφελ. Αφήνομαι στην μελωδία τους. Μόνο εγώ γιατί όλοι οι άλλοι στο σπίτι κλείνουν τα αυτιά τους. Μελωδία, φασαρία

Δυνατό κλάμα μωρού , αυτό ήταν που άκουγα από το χειρουργείο. Μόλις που συνερχόμουν από την νάρκωση. Ένα ουρλιαχτό για την ζωή, από μία νέα ζωή. Φαντάστηκα το μωρό υγρό μέσα στο κλάμα του. Και ύστερα ξανά τα βλέφαρα βαριά με οδηγούν εκεί στο σκοτάδι.

Βρέθηκα δίπλα σε ένα ποτάμι. Ήταν ρηχό και έβλεπα μέσα στο καθαρό νερό του, ψάρια να κολυμπάνε με αρμονία μπαλέτου. Γύρω, γύρω υπήρχε λάσπη και φύλλα πεσμένα, πολύχρωμα κίτρινα, πράσινα, καφέ, έφτιαχναν ένα στρώμα μαλακό. Ξάπλωσα πάνω τους και έμεινα εκεί. Μία σταγόνα έσταξε στο κούτελο και ύστερα κι άλλες κι άλλες πολλές. Ήμουν ακίνητη, ξαπλωμένη να με νανουρίζει ο ήχος της βροχής.

Οι ρόδες από το φορείο . Ακούω τις ρόδες. Κάπου με μεταφέρουν. Τα βλέφαρα μου βαριά, αδύνατον να τα ανοίξω, πολύ βαριά και πάνω τους πέφτουν χοντρές ψιχάλες.

Είμαι πολύ μικρή, κρατάω στα χέρια μου χριστουγεννιάτικη βροχή, μακριές ασημένιες κλωστές. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο μπροστά μου, φορτωμένο με μπάλες, από κάτω μία φάτνη. Το δέντρο όλο, πάνω σε ένα μικρό τετράγωνο τραπεζάκι του σαλονιού. Το γνωστό τραπεζάκι, το οποίο συνήθως φιλοξενεί ένα λαμπατέρ, μία κορνίζα και ένα μπολ με σοκολατάκια Τζοκόντα.

Πρόσεξε μην μπλέξεις την βροχή. Είναι η μητέρα μου απέναντι μου.

Την κρατάω σφιχτά προσεκτικά, έχω πάρει διαταγές.

Η μητέρα μου λέει να ξεχωρίσω μια- μια και να της την δίνω.

Κάνω ότι μου λέει με προσοχή, να μην μπλεχτεί η βροχή. Μεγάλο έργο έχω αναλάβει , κρατάω την βροχή στα χέρια μου. Και εκείνη τοποθετεί την βροχή στα κλαδιά του δέντρου μας.

Τελείωσε και αυτό. Το μεγάλο αστέρι έχει μόνο μείνει και τα λαμπάκια. Παίρνει ένα σκαμπό, ανεβαίνει πάνω και βάζει το αστέρι. Για να βρουν οι μάγοι τον Χριστούλη, μου χαμογελάει.

Βάζει και τα λαμπάκια, τα λαμπάκια αναβοσβήνουν σαν ξεχασμένο φλας. Κίτρίνα, κόκκινα, μπλε, κόκκινα. Ακούγεται παράλληλα ο μικρός τυμπανιστής. Οι δίσκοι της μητέρας μου, ο ήχος με πάει πιο βαθιά στα Χριστούγεννα.

Με ευχαριστεί που την βοήθησα στο στόλισμα..

Μου χαϊδεύει τα μαλλιά, κοντά κομμένα σαν κράνος, γύρω από το πρόσωπο μου να με προστατεύουν.

Πονάω της λέω και ανοίγω τα μάτια μου . Βλέπω την μητέρα μου, να μου χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά μου, το καλοκαίρι ανάσκελα στην θάλασσα, απλώνονται σαν καφέ φύκια . Βρίσκω ευκαιρία να κλαψουρίσω. Πονάω, πονάω. Θα περάσει ακούω. Αισθάνομαι το χάδι της. Βλέπω το χαμόγελο της. Μυρίζω μελομακάρονα και δίπλες. Θα περάσει, ακούω την φωνή της Αριάδνης.

- Δίδυμες είστε ; ρωτάει η νοσοκόμα που βρίσκεται κοντά.

- Όχι , απαντάει η μητέρα μου, είναι δύο χρόνια μεγαλύτερη και δείχνει την Αριάδνη, αλλά από μικρές μοιάζουν πολύ, όλοι δίδυμες τις περνούν. Κοίτα τι όμορφα λουλούδια σου έφερε η Αριάδνη, λέει σε μένα. Είναι ένα μπουκέτο με ανεμώνες. Όμορφες πράγματι πολύ.

Ήμασταν στον άνεμο μόνες. Εγώ και η Αριάδνη. Πάνω στην κορφή της χώρας της Σερίφου. Κάτω μας απλώνονταν βουνά ξερά και πίσω ίσα που αντίκριζες το λιμάνι, καράβι έρχονταν ή έφευγε. Πήρε να σκαρφαλώνει στην σκεπή της εκκλησίας, ακόμα πιο ψηλά. Να αντικρίσει περισσότερα. Φοβόμουν μην πέσει και είχα κολλήσει στον τοίχο. Δεν χόρτασες; την ρωτάω και η φωνή μου τρέμει. Τι φοβάσαι βρε χαζή , μην πέσω; και σκύβει πάνω από τον γκρεμό και εγώ κολλάω πάνω στον τοίχο περισσότερο. Φοβάμαι, φοβάμαι Αριάδνη μην πέσουμε..

   Διψάω. Η Αριάδνη, με ένα καλαμάκι μέσα σε ένα ποτήρι με κρυστάλλινο νερό, με βοηθάει να καταβροχθίσω δύο τρεις γουλιές. Αφήνω το καλαμάκι και μερικές σταγόνες πέφτουν στο λαιμό μου. Κρυστάλλινο κολιέ, και το λευκοπλάστ του ορού για βραχιόλι.

- Για να περάσουν όλοι οι επισκέπτες έξω. Ήταν η νοσοκόμα. Θα μας κάνει παυσίπονες ενέσεις. Καλύτερα να γλιτώσω από τον πόνο. Μου κάνει ένα ελαφρύ τσιμπηματάκι και με ρωτάει :

- Μια αδερφή έχεις ;

- Τρεις, τις απαντάω και ύστερα αισθάνομαι το πόδι μου να μουδιάζει, εγώ είμαι η μικρότερη, προσθέτω.

Πιάστηκα να κάθομαι έτσι. Οκλαδόν πάνω στον βράχο. Πετάω πετραδάκια μέσα στην θάλασσα. Γίνονται στην αρχή μικρά κυκλάκια και ύστερα μεγαλώνουν, μεγαλώνουν τόσο που χάνονται. Ξεμπλέκω τα πόδια μου και τα αφήνω μουδιασμένα να ξεπιαστούν. Φοράω ένα ριγέ άσπρο κόκκινο μπλουζάκι και ένα μπλε σορτς. Τα μαλλιά κοντά σαν κράνος. Είμαι μόνη και κάπως δυσανασχετώ. Που πήγαν όλοι πάλι; Και ξαφνικά μέσα από της θάλασσα βγαίνει η Άννα, η ετεροθαλής αδερφή μου. Όχι βρεγμένη, στεγνή, με ένα μακρύ κίτρινο φουστάνι με τιράντα, που κάνει αντίθεση με το σκούρο δέρμα της. Σαν θεά. Η θεά των διακοπών μου, που σημαδεύει όλα τα παιδικά μου καλοκαίρια. Και η απουσία της τον χειμώνα, που κάνει ακόμα μεγαλύτερη την αγωνία να έρθει το καλοκαίρι. Κάθεται μπροστά μου, με την πλάτη και έτσι εγώ πάνω στον βράχο μοιάζω ψηλότερη. Την ακουμπάω στους ώμους, ώμοι με τιράντες, απαλό δέρμα. Σηκώνεται με παίρνει στην πλάτη της και γυρίζει σβούρες και εγώ γελάω από χαρά. Μια πεταλούδα έρχεται και κάθεται πάνω στα μαλλιά της. Μια όμορφή πεταλούδα κάθεται στο κεφάλι σου, ενημερώνω την Άννα. Και μου απαντάει, μια όμορφη κοπέλα κάθεται στην πλάτη μου.

Μίλα μου, μίλα μου Άννα κι άλλο, τόσα χρόνια θέλω, θέλω να σου πω τόσα πολλά, να μου πεις, κυρίως να μου πεις, μίλα μου..

Πρέπει να παραμιλάω γιατί ακούω την Αντιγόνη να μου ρωτάει :

- Τι θες να σου πω ;

Ήρθε και η Αντιγόνη να με δει, αλλά τα βλέφαρα μου, πάλι με προδίδουν.

- Μην κουνιέσαι , ντε.

Κάθομαι στο κλειστό καπάκι της τουαλέτας με κλειστά μάτια. Η τουαλέτα έχει δύο νιπτήρες και ένα τεράστιο καθρέπτη. Η Αντιγόνη είναι από πάνω μου και με βάφει αρλεκίνο, είναι απόκριες. Φοράω μια στολή με κουδουνάκια και σε κάθε κίνηση μου ακούω τον ήχο τους. Η στολή είναι με κόκκινους και άσπρους ρόμβους, φοράω και καλσόν. Είμαι στην ηλικία που είμαι τώρα. Η Αντιγόνη είναι οκτώ χρονών, είναι ντυμένη πειρατής. Μου έχει βάψει όλο το πρόσωπο άσπρο και με ένα κραγιόν μου βάφει τα μάγουλα και τα μάτια.

- Θα είσαι ο πιο όμορφος αρλεκίνος του χορού, μου λέει.

- Και εσύ ο πιο όμορφος πειρατής, της λεω

- Μην κουνιέσαι επιτέλους να τελειώνουμε.

Και ύστερα με ρωτάει :

- Θέλω να μου πεις, αν κουράστηκες;

- Έχω κουραστεί, της απαντάω με κάθε ειλικρίνεια, να κάθομαι ακίνητη, όλα αυτά τα χρόνια. Θέλω να πετάξω, να φύγω.

- Να ξεκουράζεσαι περισσότερο, έδωσε την συμβουλή σαν μεγαλύτερη αδερφή.

- Δεν μπορώ.

- Γιατί δεν μπορείς ;

- Γιατί είναι πολύ δύσκολο στις μέρες μας να ξεκουραστείς.

- Είναι απαραίτητο. Ξέρεις εγώ σε θαυμάζω !

- ΕΣΥ !!!!!!

- Ναι , γιατί σου φαίνεται τόσο περίεργο ;

- Γιατί μία ζωή σε θαύμαζα εγώ.

- Η μία ζωή, εννοείς ότι είναι, τα πρώτα είκοσι μας χρόνια;

- Όχι, όχι άλλα ήσουν πάντα τόσο.. τόσο απλησίαστη. Τόσο όμορφή και ανεξάρτητη.

- Το ίδιο πίστευα και εγώ για σένα.

- Μα είναι δυνατόν ;

- Γιατί να σου πω ψέματα ;

- Δεν ξέρω. Αισθανόμουν όλα αυτά τα χρόνια ότι ήσουν μέσα σε μια γυάλα. Δεν μπορούσα να σε πλησιάσω. Σε θαύμαζα από μακριά.

- Έτσι ήταν. Έτσι αισθανόμουν και εγώ. Κλεισμένη σε γυάλα, μα προσπαθούσα να πηδήξω από έξω και δεν τα κατάφερνα. Προσπαθούσα να σας φωνάξω για βοήθεια και εσείς δεν ακούγατε παρά μόνο με θαυμάζατε.

-      Τελικά κατάφερες να βγεις όμως.

-      Ναι κατάφερα να βγω. Είναι καλύτερα έξω από την γυάλα. Εσύ νομίζω πως προσπαθούσες να μπεις μέσα, μα ήσουν τόσο τυχερή που ήσουν από έξω. Φαντάσου μία ζέβρα σε ένα ζωολογικό κήπο και ένα άλογο στην εξοχή. Όλοι θαυμάζουν την ζέβρα, μα αυτή είναι κλεισμένη, περιορισμένη. Ενώ το άλογο είναι ελεύθερο στην εξοχή. Μπορεί να μην του δίνει κανένας σημασία, να είναι απόλυτα χαμένο στην ελευθέρια του, μα είναι ελεύθερο και όλοι ξέρουν πως τόσο η ζέβρα όσο και το άλογο είναι άξια θαυμασμού, γιατί είναι όμορφα ζώα από την φύση τους.

-  Το ξέρουν όλοι ; την ρωτάω διστακτικά.

-  Εσύ δεν το ξέρεις ; μου απαντάει με ερώτηση.

-  Το  ξέρω.

-  Ε, αυτό φτάνει.

Και με σηκώνει στα χέρια της, για να δω στον καθρέπτη το πρόσωπο μου, βαμμένο αρλεκίνο.

Τώρα έχω γίνει μία στάλα, θα είμαι δεν θα είμαι τεσσάρων χρονών και αυτή είναι γύρω στα σαράντα. Ένας ενήλικος πειρατής και ένας μικρός αρλεκίνος.

Ο πατέρας μου κάθεται στην άκρη του κρεβατιού με μια αγκαλιά κίτρινα τριαντάφυλλα.

Τον ρωτάω με αγωνία ποίο είναι πιο όμορφο ζώο, η ζέβρα ή το άλογο ;

Μα δεν προλαβαίνω, να ακούσω την απάντηση του, γιατί ξυπνάω και τον βλέπω.

Ο πατέρας μου κάθεται στην άκρη του κρεβατιού με μια αγκαλιά κίτρινα τριαντάφυλλα.

Τον ρωτάω ποίο είναι πιο όμορφο ζώο, η ζέβρα ή το άλογο ;

Αλλά δεν έχω πια αγωνία, γιατί γνωρίζω ήδη την απάντηση.

 


 

     

Δέσποινα Χαραλαμπίδη:

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1972. Ζω και εργάζομαι στην Αθήνα, μεγαλώνοντας παράλληλα ή και ταυτόχρονα τα δύο μου κορίτσια.Αγαπάω την λογοτεχνία. Ασχολούμαι με το γράψιμο ερασιτεχνικά. Προσπαθώ να εφαρμόζω στην ζωή μου το ρητό: Δεν υπάρχει δρόμος για την ευτυχία, η ευτυχία είναι ο δρόμος.

 Με πολλές στροφές, πολλές ανηφόρες και πολλές κατηφόρες, τελικά βρίσκομαι σε ένα σημείο  με καταπληκτική θέα.

Και συνεχίζω.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας