ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Γεννήθηκε στη Λάρισα και μεγάλωσε στα Γρεβενά, τόπο καταγωγής των γονιών του. Μετά το σχολείο, σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν μεταπτυχιακά στην Ευρώπη, που οδήγησαν σε MSc & MBA. Ασχολείται με ενεργειακά θέματα. Γράφει κείμενα επιστημονικά, τεχνικά, πολιτικά και λογοτεχνικά. Θεωρεί τη λογοτεχνία «διευρυμένη σκέψη και αίσθηση», για να απελευθερώνεται κανείς από τα όρια του πρακτέου.

Η γραφή τον συνοδεύει από παιδί. Παίρνει μέρος σε μαθητικούς διαγωνισμούς διηγήματος, γράφει πολιτικά δοκίμια και κριτική κινηματογράφου, σα φοιτητής και δημοσιεύει σε δευτερεύουσες εφημερίδες και περιοδικά διηγήματα. Το Internet τα τελευταία χρόνια, του έδωσε νέο χώρο ανάπτυξης.  

Εκδίδει μικρά έργα στο Περιοδικό της Θεσσαλονίκης ΕΝΕΚΕΝ (Επιθεώρηση Πολιτισμού) και επιθυμεί να εκδόσει τα έργα του...


Κύριο Μενού

 

 

Diamond, S.A

 

του Νίκου Τακόλα 

 

 

 

Ήταν πολύ νέα και όμορφη. Ούτε είκοσι πέντε. Είχε τη χάρη του νερού που κυλάει. Κελάρυζε ανέμελη με τη φίλη της. Ένα καφέ, όμορφο μαγαζί, σε αλέα του μεταπόλεμου, Αθήνα 1950. Ήταν κομψή, με μαλλιά σκαλωτά, μοδάτα, σαν τις Αμερικάνες ντίβες των περιοδικών. Οι δυο κοπέλες ξεχείλιζαν από ζωή και αισιοδοξία. Έτσι ήταν και η εποχή. Χρωμάτων, ελπίδων και υποσχέσεων, μετά τον όλεθρο του πολέμου και του εμφύλιου, με το βαρίδι των εκτοπισμένων στα ξερονήσια, ωστόσο. Εκείνος ήταν κομψευόμενος της εποχής, περιποιημένα μαλλιά με μπριγιαντίνη, καμπαρντίνα, σακκάκι καρώ, άνθρωπος που είχε σταθερή δουλειά, σίγουρα. Όταν τα βλέμματα τους συναντήθηκαν με της Μελίσσας, έφτασαν με μιας στον πάτο της ψυχής. «Απίθανο», μουρμούρισε εκείνη εκστατική. «Υπάρχει κι αυτό».  

 

«Ποιο αυτό, Μελίσσα;», έκανε η φίλη της κοιτάζοντας με τρόπο προς τη θέση πυρός. «Δεν υπάρχει κανένα “αυτό”. Παντρεύτηκες, τέλειωσες. Άσε και κανένα άντρα για μας… Πεντανοστιμούλης είναι». Η Μελίσσα έδειξε να συνέρχεται. Κράτησε το φλυτζάνι με το δεξί, για ώρα στον αέρα, κάνοντας έτσι εμφανή τη βέρα της, δημόσιο σύμβολο μη τυπικής διαθεσιμότητας.  

 

«Έπαθα σοκ, Στεργιάνα. Μου φαίνεται ξαφνικά, πως βλέπω μια άλλη γειτονιά του εαυτού μου. Και ξέρεις πόσο συντηρητική είμαι. Ναι, είμαι ερωρευμένη με τον Κλέαρχο μου, μα ένιωσα αυτή τη στιγμή κάτι παραπέρα από τα γνωστά». Στην ταραχή της, δεν πρόσεξε πώς ο άλλος πήρε το φλυτζάνι του και πολύ γρήγορα εγκαταστάθηκε στο διπλανό τραπέζι πίσω της, βάζοντας φωτιά στο τοπίο. Η Στεργιάνα το είδε ανήσυχη.  

 

«Μη γυρίσεις», της είπε. «Μάλλον φεύγουμε. Έρχεται θύελλα».  

 

Πρόλαβαν να βγούν, τη στιγμή που ο άλλος πλήρωνε για να φύγει. Τόσκασαν σχεδόν με γελάκια, ενώ ο άλλος έμπλεξε στην πληρωμή...  Αυτό τουλάχιστον της είπε, την άλλη μέρα στο μαγαζί που δούλευε. Κόντεψε να πάθει σοκ, όταν τον ξαναείδε. Κι εκείνος ταράχτηκε. «Καλημέρα.... Είμαι… είμαι ο Περικλής Δρίβας.....Τι ευτυχής σύμπτωση είναι αυτή; Εργάζομαι και ‘γω στη Diamond. Είμαι τεχνικός πλεκτομηχανών. Η κυρία Παπαπέτρος με κάλεσε».  

 

«Η προϊσταμένη μας απουσιάζει σήμερα. Ειδοποίησε το πρωΐ, πως θα παραμείνει κλινήρης. Να σας.... καθοδηγήσω εγώ, μου είπε». Κοιτιόνταν με συνένοχα λαμπερά μάτια, χωρίς αναστολές, σαν να έπαιζαν σε έργο κάποιου τρίτου. Εκείνος έσπασε την κρούστα... «Ήθελα να σας μιλήσω, χθες. Ήμουν σοκαρισμένος Προλάβατε να φύγετε. Έχουμε να πούμε πολλά, νομίζω...».  

 

«Ναι, έχουμε. Εφτά παραγγελίες επισκευών περιμένουν, ετοίμασα τις καρτέλλες βλαβών...».  

 

Δούλεψαν ως το μεσημέρι, κοντά – κοντά. Εκείνος μπήκε στο εργαστήριο και άρχισε να σκαλίζει πλεκτομηχανές. Κουνούσε τους μοχλούς και εκατομμύρια μακρουλά σιδεράκια, που τα έλεγαν βελόνες, ξεμύτιζαν. Στο στρόγγυλο κεφαλάκι της άκρης τους περνούσε η κλωστή. Κι ύστερα με κάποιο κόλπο η κλωστή ξεσκάλωνε και έμπλεκε στο υπόλοιπο υφάδι. Σαν τις μέρες στη ζωή. Κάθε λίγο έβγαινε και την κοιτούσε χαμογελαστά, αμίλητος. Εκείνη ευχόταν να τελειώσει και να φύγει, μα συνάμα και να μη φύγει.  

 

«Στον επόμενο τόνο, που ο κούκος θα βγει για την ώρα, θα εμπεδώσει ο γόης μας ότι είμαι παντρεμένη», αποφάσισε. «Και το εννοώ». Σαν ο περίτεχνος γερμανικός, πολύχρωμος κούκος, σουβενίρ - καύχημα της κυρίας Παπαπέτρος από το Σβάρτσβαλντ, ενημέρωσε την ανθρωπότητα για το επόμενο ημίωρο χρονικό της στίγμα, μπήκε στο εργαστήριο φουριόζα, για να αναγγείλει το απαράβατο όριο που αποφάσισε να βάλει, κι ...έπεσε στην αγκαλιά του, καθώς έβγαινε να τη δει. Έμειναν αγκαλιασμένοι με τα βλέμματα δεμένα, με το αόρατο νήμα μιας συμπαντικής έλξης. Το ενωμένο βλέμμα δεν μπορούσε να κρύψει τίποτα. «Έλεος. Είμαι παντρεμένη, ενός μηνός», κατάφερε μόνο να πει ξέπνοα.

 

Για την υπόλοιπη μέρα εκείνη πήγαινε κάθε λίγο να τον δει, ενώ αυτός οριοθετήθηκε σκυθρωπός στο μοιραίο τοίχο. Ασφαλέστερη η Μελίσσα πέρασε σε πειράγματα. «Και γυαλιά βλέπω, κύριε Δρίβα. Πρεσβυωπία, πρεσβυωπία;». «Ναι, με το που μπήκα  φέτος στα τριάντα μου, άρχισα να μη διακρίνω τις παντρεμένες… Είναι μεγεθυντικά, γιατί δουλεύω λεπτομέρειες».  

 

Πάλεψαν πολύ να φτιάξουν μια επαγγελματική σχέση. Μιλούσαν στα τηλέφωνα για δουλειές και διερμήνευαν και συναισθήματα ταυτόχρονα. Μετά ο χρόνος τα σκέπασε όλα.... Χάθηκαν.  

 

 

Στο τρίτο κούνημα πετάχτηκαν έξω, παίρνοντας ο καθένας από ένα παιδί αγκαλιά, κινώντας προς τα σκοτάδια. Ύστερα το σπίτι κατέρρευσε. Πρόλαβαν ίσα ίσα να βγουν αλλά εγκλωβίστηκαν στην αυλή, όταν μεγάλα δοκάρια της διπλανής οικοδομής έπεσαν από ψηλά και έφραξαν τη δίοδο προς την ασφάλεια. Φλόγες ξεπήδησαν από τα παλιά σπίτια, όταν ανατράπηκαν οι γκαζόλαμπες. Κλάμματα και φωνές από παντού, συνεργεία διάσωσης, αυτοσχέδια τα περισσότερα. Βόλος, 1957. Ο διασώστης, με σφυριχτή την ανάσα από την προσπάθεια, τράβηξε έξω από τα γκρεμίσματα τη γυναίκα. «Μη φοβάστε, κυρία μου, ο άντρας σας και τα δυο σας παιδιά, είναι καλύτερα από σας», της είπε ζεστά, με κάποια δόση δύσκολου χιούμορ. Αυτό την ένοιαζε. «Εγώ, ζω;», χαμογέλασε. Τη μετέφερε αγκαλιά σε κοντινό αντίσκηνο, πρόχειρο νοσοκομείο. Μόλις πλησίασαν στο φως, εκείνη ανασηκώθηκε στα χέρια του και με τις σκόνες, τα αίματα, τα χώματα και τις λάσπες της, μέσα στο κέντρο της κόλασης, τούδωσε ένα ρουφηχτό και παρετεταμένο φιλί στο στόμα. «Αυτό εκ μέρους της Diamond S.A για τον ηρωισμό σας... Με λίγο χώμα, βέβαια…. Καλά εγώ... Καραβανάς είναι ο άντρας μου... Εσείς τι ζητάτε εδώ, κύριε Περικλή Δρίβα;...». Κόντεψε να του πέσει από τα χέρια... Οι σεισμοί συνεχίζονταν.... «Παντρεύτηκα... πριν ένα μήνα...Ήρθα εδώ εθελοντής». Δεν άκουσε τίποτα άλλο, λιποθύμησε.... Κι όταν ξύπνησε, εκείνος δεν ήταν εκεί....  

 

Έφυγαν από το Βόλο, για μια νέα μετάθεση, αφήνοντας πίσω τους σεισμούς. Τηλεφώνησε στη Στεργιάνα. «Δεν γίνονται αυτά», της έκανε εκείνη διηγηρμένη. «Όταν ξανασυναντήσεις τον... Diamond, μην τον αφήσεις να φύγει, παντρέψου τον. Και με πέντε παιδιά. Σημαδιακό είναι». Έτσι ξαναμπήκε στη ζωή της. Τον σκεφτόταν κάθε μέρα, σαν να ήταν εκεί πλάι της, κοντά της. Ήταν κάποιο πνεύμα αόρατο, ένα αερικό που δεν την τρόμαζε. Του μιλούσε και της απαντούσε. Κι ήξερε ότι κάποια μέρα θα ξαναρχόταν. Πότε όμως; Η ρουτίνα κατάπιε τα όνειρα. Τα παιδιά μεγάλωναν. Το ίδιο κι αυτή. «Κάπου θάναι χαμένος», σκεφτόταν από καιρού σε καιρό. Μα ο καιρός περνούσε κι η αχλύς σκέπαζε τα τοπία της μνήμης.  

 

Τα ξερονήσια είχαν αδειάσει από κρατούμενους, από χρόνια. Οι απεργίες και οι διαδηλώσεις του 1965 χαράκωναν τη χώρα. Κοινωνία σε εξέγερση, κοινωνία στο πεζοδρόμιο. Έβλεπαν στην πειραματική τηλεόραση του γείτονα απ’ τη Γερμανία, μια ποιητική αναφορά, με έργα γνωστού ποιητή. «Νάτος», ξεφώνισε μπροστά σ’ όλους. «Νάτος, ποιος», ρώτησε βαριεστημένα ο Κλέαρχος. «Μου φάνηκε σαν το Νίκο του Μανώλη, παραδίπλα... Το φοιτητή». Κι όμως, είδε καλά. Ήταν ο Περικλής, oDiamond στο ακροατήριο του ποιητή, που ανέμιζε μια παντιέρα αμίλητος. Τον είδε για λίγο βουρκωμένη. Μετά χάθηκε. Ήταν άνθρωπος πολύπτυχος τελικά, από κείνους που τους γνωρίζεις και βγάζεις φτερά, έμοιαζε να γεφυρώνει εύκολα τη ρουτίνα με την ιστορία, αριστοκράτης μιας άλλης άγνωστης τάξης. Γέμισε τη ζωή της μυστικά, εσωτερισμό κι άπιαστα όνειρα. Κοίταξε μ’ επιμονή σε τηλεφωνικούς κατάλογους. Πουθενά το όνομα. Κι ύστερα πάλι σιωπή. Ήρθε κι ο γύψος της χούντας. Σώπασαν στόματα και καρδιές. Κι όποια φωνή έβγαινε, ήταν πια ιαχή. Και την ακολουθούσε πυροβολισμός.  

 

Μια σκληρή διαδήλωση, 1973 φθινόπωρο, μετά την κηδεία του Παπανδρέου. Οι διαδηλωτές δεν οπισθοχωρούν. Συμπλέκονται άγρια με τους αστυνομικούς, ενώ οι επίσημοι πάτρονες της χούντας κατευθύνουν από μακριά. Τα γεγονότα βρήκαν τη Μελίσσα στο κέντρο της Αθήνας. Δυο παιδιά φοιτητές και ήρθε από την επαρχία να τα δει. Τα μαλλιά της ελαφρώς γκρίζα, κάμποσες ρυτίδες, δύσκολη η αναγνώριση, αν δεν την ήξερες. Κομψή, όμως όπως πάντα, μοντέρνο παλτό και καπέλλο. Το αστικό της μπλοκαρισμένο στη διαδήλωση. Ξύλο πολύ. «Τα παιδιά μου», σκέφτεται και τρομάζει. «Τα παιδιά μου, πού να είναι. Κάνε να μην είναι εδώ, τώρα». Κατάλαβε απ’ τα μισόλογα τους, ότι κι αυτά «είναι μέσα στα πράγματα, παρά την πατρική αντίθεση», μα ούτε θέλει να το σκέφτεται για συλλήψεις και περιπέτειες. «Μη μάθει τίποτα κι ο Κλέαρχος», φοβόταν. Η καρδιά της φουρφούριζε καθώς έβλεπε αστυνομικούς να χτυπούν με τα γκλομπς ή να σέρνουν κορίτσια κι αγόρια απ’ τα μαλλιά. Δάγκωνε τα χείλη της με ανήμπορη μανία. Κοιτούσε γύρω τον κόσμο, που έδειχνε να δέχεται την κατάσταση με ένοχη σιωπή. Οι φοιτητές χτυπούσαν κυνηγημένοι τις πόρτες του αστικού, να μπουν για να γλιτώσουν το ξυλοκόπημα, μα το λεωφορείο ήταν ασφυκτικά γεμάτο.  

 

Ένας άνθρωπος χτυπημένος άσχημα στο κεφάλι, ήταν στριμωγμένος με το πρόσωπο, στα τζάμια της πόρτας. «Ανοίξτε, θα τον σκοτώσουν», φώναξε η Μελίσσα. Με τις φωνές της παρέσυρε και τους υπόλοιπους και τελικά ο οδηγός αναγκάστηκε να ανοίξει την πόρτα. Οι επιβάτες στριμώχτηκαν, για να κάνουν χώρο. Τέσσερεις πέντε διαδηλωτές πρόλαβαν να χωθούν στο λεωφορείο. Η Μελίσσα έκανε χώρο στο στριμωξίδι, για το χτυπημένο. Εκείνη την ώρα κάποιοι αστυνομικοί πλησίασαν το λεωφορείο και άρχισαν να χτυπούν τις πόρτες. Ασυναίσθητα έβγαλε το παλτό της, το πέρασε στις πλάτες του χτυπημένου και του φόρεσε το καπέλλο της. Μπαίνοντας οι αστυνομικοί, αφού πέταξαν μερικούς έξω, άρχισαν να βρίζουν και να απειλούν, ήταν όμως αδύνατον να ξεχωρίσουν επιβάτες από διαδηλωτές φοιτητές. Έρριξαν μερικές ψιλές, σ’ όσους νεαρούς θεωρούσαν ύποπτους και έφυγαν. Η Μελίσσα άρχισε την περιποίηση του χτυπημένου. Εκείνος κάτι ψιθύριζε, με κόπο. Πλησίασε το αυτί της στο στόμα του. «Φιλί αλά Βόλο, έχει;», άκουσε ανατριχιασμένη. 

 

Τον πήρε σπίτι. Κόρη και γιος κοιτούσαν με απορία. «Από πότε αγωνίστρια, μαμά;». «Δεν μπορεί να πάει σε νοσοκομείο ούτε σπίτι του. Το καταλαβαίνετε. Θα τον συλλάβουν αμέσως. Πέρασε κι απ’ τη Μακρόνησο». Αν και δεν φανέρωσε την πρότερη γνωριμία τους, γιος και κόρη κοιτιόνταν συνωμοτικά για την κατάσταση. Όταν τα παιδιά έλειπαν, ένα ειδύλλιο με πολλές βαθιές ανάσες ζούσε, σαν άτοπο χερσαίο χόρτο, γαντζωμένο σε θαλάσσιο βράχο. Στιγμές κλεμμένης ευτυχίας, από άλλες ζωές. Ένιωθαν σαν να ζήσαν όλη τη ζωή μαζί, μια ζωή που κάθε στιγμή της έπιανε με τη δρασκελιά της πολλά χρόνια. Ένας έρωτας στο περιθώριο επίμονος, παιδί των συμπτώσεων και της άταιρης αρμονίας των ψυχών.  

 

Μα στην περίπτωση ο κίνδυνος έφερε το σμίξιμο και η ειρήνη το χωρισμό. Κάποια στιγμή δεν τον βρήκε σπίτι. Δεν έκλαψε. Ήξερε ότι κάπως έτσι έπρεπε να γίνει. Άλλωστε είχαν δώσει υπόσχεση πια, να συναντιούνται. Και ήξερε πως αυτός θάβρισκε τον τρόπο. Μα τα πράματα πήγαν πολύ χειρότερα. Δυο μέρες μετά, τον είδε πρωτοσέλιδο σε συλλήψεις που έγιναν. Κάτι έγραφαν για αμετανόητους κλπ. Μάτωσε η ψυχή της. «Μα το ναι, κύριε Diamond, είσαι πολύ μεγάλος μπελάς», ψέλλιζε με αγωνία για την τύχη του. Έφυγε άδεια και θλιμμένη. «Μια ζωή που δεν έζησα και ...γεμάτη λαχτάρες», μουρμούριζε. 

 

Πέρασαν πάλι τα χρόνια, κανένα σημάδι από τον Περικλή. Ύστερα η ίδια η Diamond S.A. κάπου στα 1980, αποφάσισε να δώσει μια λύση.  

 

«Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης τριάντα χρόνων παρουσίας στην Ελλάδα, η Diamond S.A. προσκαλεί παλιά και καινούρια στελέχη και υπαλλήλους, σε συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη, στα πλαίσια της ΔΕΘ. Στη συνάντηση θα παρευρεθούν αυτοπροσώπως ο Dr Ε. Watson, αρχιδιευθυντής CEO της εταιρείας και ο υπεύθυνος υπερατλαντικών υποκαταστημάτων, Dr Tim Fitzpatrick. Θα παρουσιαστεί επίσης το πρόγραμμα επέκτασης της  Diamond S.A. στα Βαλκάνια, με έδρα τη Θεσσαλονίκη.  Ώρα 8, ……». 

 

Η Diamond S.A. κέρδισε το στοίχημα. Έπαιξε σε μικρή αγορά και τη μονοπώλησε. Τώρα ήρθε η ώρα της έκρηξης. Οι μέτοχοι έβλεπαν την ελληνική σφήνα, σαν το γούρι τους για τα Βαλκάνια.  

 

Φοβόταν μήπως δεν έρθει. Σα συνεννοημένοι, κάθισαν κάπως μακριά ο ένας από την άλλη. Ήθελε να τον δει αλλά να αποφύγει κάθε νέα αναζωπύρωση. Απορούσε, πώς θα γινόταν η πρώτη επαφή. Ένιωθε τις στιγμές να την ξεπερνούν. Ένα τυλιγμένο μπιλιετάκι, χτύπησε το χέρι της. Το άνοιξε τρέμοντας…  

 

Π:  Δεν τολμήσαμε…….

Μ: Υπήρχαν παιδιά, δε γινόταν

Π: Ζήσαμε τις ζωές άλλων

Μ: Είναι ανεύθυνο να πληγώνουμε, αυτούς που αγαπήσαμε και μας αγαπούν

Π:  Κι εμείς; Δεν υπήρξαμε;

Μ:…………. (σε λευκό χαρτί)

Π:  Δεν ήταν έρωτας!

Μ: Ήταν!!! Επίμονη φωτιά

Π:  …………..(σε λευκό χαρτί)

Μ: Δε βρήκαμε λιμάνι

Μ: Υπήρχαμε πάντα. Αχνές σκιές…

Μ: Η ωδή κι η οδύνη των ανεκπλήρωτων ερώτων  

 

 

Η κομψή κυρία Παπαπέτρος τζούνιορ, παρουσίασε τους ξένους προσκεκλημένους. Ο Dr Watson, τρία εμφράγματα, τέσσερα μπαϊ πας, με φουσκωμένο λαιμό, έσκουζε από το βήμα, με τη βοήθεια μεταφραστή (που έσκουζε κι αυτός). «Στεκόμαστε στο διεθνή ανταγωνισμό, άξια. Κάθε δυο μήνες ένα νέο υποκατάστημα μας ανοίγει στον κόσμο…..»  

 

Ο Περικλής σηκώθηκε.  

 

Ο Dr Watson έσκουζε, αμετάφραστα. «Diamond S.A for ever, Diamond S.A for ever..”  

 

O κόσμος επαναλάμβανε, όσο καταλάβαινε. «Diamond S.A for ever»…..  

 

«For everfor ever», μουρμούρισε κι ο Περικλής..  

 

Τώρα στο βήμα ήταν ο Dr Tim Fitzpatrick, δύο εμφράγματα, τρία μπαϊ πας. «Diamond S.A for ever, Diamond S.A for ever..”  

 

O κόσμος επαναλάμβανε, όσο καταλάβαινε. «Diamond S.A for ever»…..  

 

«For everfor ever», μουρμούρισε κι ο Περικλής, προχωρώντας σαν υπνοβάτης.. Άπλωσε ανοιχτά τα ακροδάχτυλα του στη Μελίσσα. Βγήκαν χέρι – χέρι από την αίθουσα, υπό τα έκπληκτα βλέμματα όσων γνωστών, με πρησμένα μάτια. 

 

   

    Καλοκαίρι 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας