Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

  Κοντά στην άγρια καρδιά

Κλαρίσε Λισπέκτορ, μετάφραση Αμαλία Ρούβαλη

         

Δύο (2) αποσπάσματα από το πρώτο μυθιστόρημα στα Ελληνικά της μεγαλύτερης Βραζιλιανής συγγραφέως, Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1977) , Perto do coraηγo selvagem (Κοντά στην άγρια καρδιά), εκδ. Τυπωθήτω, 2008, μετάφραση από τα Πορτογαλικά: Αμαλία Ρούβαλη

Με την άδεια του εκδοτικού οίκου Τυπωθήτω.  

 

                                                                                         

1. Το φευγιό των αντρών

 

  (...)  Πλησίασε στο παράθυρο, ένιωσε  ψύχρα στους ξέσκεπους ώμους της. Κοίταξε στο έδαφος, όπου τα φυτά ζούσαν ήρεμα. Ο κόσμος κινιόταν κι εκείνη βρισκόταν πάνω του, όρθια. Δίπλα σ’ ένα παράθυρο κι ουρανός από πάνω, ατελείωτη διαύγεια. ‘Ηταν περιττό να καταφύγει στον πόνο της κάθε περίπτωσης, να επαναστατήσει ενάντια στα γεγονότα, διότι τα γεγονότα ήσαν μόνο το σκίσιμο στο ρούχο, και πάλι από την αρχή η σιωπηλή σαϊτα να υποδεικνύει το βάθος των πραγμάτων, ένα ποτάμι που ξεραίνεται κι αφήνει να φανεί η απογυμνωμένη κοίτη.

            Η δροσιά της νύχτας έκανε το δέρμα της να ριγήσει, η Ζουάνα δεν κατόρθωσε να σκεφτεί καθαρά – υπήρχε κάτι στον κήπο που την ξωπέταγε  μακριά από το επίκεντρό του, την έκανε να αμφιταλαντεύεται… Αφυπνίστηκε.  Κάτι προσπαθούσε να κινηθεί εντός της, ανταποκρινόμενο, και από τους σκοτεινούς τοίχους του κορμιού της αναδύονταν λιγνά κύματα, αρχέτυπα δροσερά. Σχεδόν αλαφιασμένη θέλησε να μεταφέρει αυτή την αίσθηση στο ορατό μέρος της συνείδησής της, μα ολοένα και περισσότερο απαλά δάχτυλα την παράσερναν βίαια σε έναν γλυκό ίλιγγο. Λες κι ήταν ξημέρωμα. Εξέτασε τον εαυτό της ενδελεχώς, εξαιρετικά προσεκτική, αίφνης, σαν να είχε προχωρήσει υπερβολικά. Ξημέρωμα;

            Ξημέρωμα. Πού να είχε σταθεί, κάποτε, σε ποια γης αλλότρια και μεγαλειώδη είχε σταθεί για να αισθανθεί τώρα τη μυρωδιά της; Ξερά φύλλα σε νοτισμένο χώμα.  Της  βγήκε η ψυχή, καταπιέζοντας την σιγά-σιγά, άνοιξε, η Ζουάνα δεν ανάσανε για μια στιγμή, καρτερώντας… Ήταν ξημέρωμα, το ήξερε πως ήταν ξημέρωμα… Οπισθοχωρώντας, λες και την τράβαγε το εύθραυστο χεράκι ενός παιδιού, άκουσε, πνιχτά σαν σε όνειρο, κότες να ξεχώνουν το έδαφος.  ‘Εδαφος  ζεστό, ξηρό, το ρολόι να χτυπάει τιν-ταν…τιν-ταν…ο ήλιος να βρέχει κίτρινα και κόκκινα τριανταφυλλάκια πάνω από τα σπίτια… Αχ Θεέ μου, τι να ΄ταν αυτό αν δεν ήταν αυτή ή ίδια; Μα, πότε; Όχι πάντα…

            Τα ρόδινα κύματα σκούραιναν σιγά-σιγά, ο ύπνος ξέφευγε.  Τι να ‘ταν αυτό που έχασα; Τι να ‘ταν αυτό που έχασα; Δεν ήταν ο Οτάβιου, ξέμακρος πια, δεν ήταν ο εραστής, ο δυστυχισμένος άνθρωπος δεν υπήρξε ποτέ. Της ήρθε η ιδέα πως τον είχαν συλλάβει, απομάκρυνε τη  σκέψη ανυπόμονα, σκάζοντας το, σπεύδοντας… Λες και όλα συμμετείχαν με την ίδια τρέλα, άκουσε, άξαφνα, έναν κόκορα να βγάζει τη βίαιη και μοναχική του κραυγή. Μα, δεν είναι η αυγή, είπε στον εαυτό της τρέμοντας, χαϊδεύοντας το κρύο κεφάλι της… Το κοκόρι δεν ήξερε ότι θα πέθαινε!  Το κοκόρι δεν ήξερε ότι θα πέθαινε!  Ναι, ναι, τι κάνω, μπαμπά;  Α, μάλιστα, έχασα τον μπούσουλα ενός μενουέτου… Ναι,… το ρολόι είχε κάνει τιν-ταν, αυτή σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και το σύμπαν στριφογύρισε πολύ πιο ανάλαφρα κείνη τη στιγμή. Υπήρχαν λουλούδια σε κάποια γωνιά της γης; Και μια πελώρια επιθυμία να διαλυθεί στα εξ’ ων συνετέθη ίσαμε να αναμειχθούν το πέρας της με την αρχή των πραγμάτων.   Να διαμορφωθεί μία και μοναδική ουσία, ροδαλή και λευκή – αναπνέοντας ήρεμα σαν κοιλιά που ανεβοκατεβαίνει, ανεβοκατεβαίνει… Ή μήπως λάθευε και το αίσθημα αυτό ήταν τωρινό; Κείνο που υπήρχε εκείνη τη μακρινή στιγμή ήταν κάτι πράσινο κι ασαφές, η προσμονή της συνέχειας, μια ανυπόμονη ή καρτερική;  Χώρος κενός…. Σαν τι λέξη να μπορούσε να ξεστομίσει που κείνον τον καιρό κάτι δεν είχε συμπυκνωθεί και ζούσε πιο λεύτερη; Μάτια ανοιχτά, να ταλαντεύονται ανάμεσα σε φύλλα κίτρινα, σύννεφα πάλλευκα και, πολύ πιο κάτω, η πεδιάδα ν’ απλώνεται σαν να τυλίγει τη γης.  Και τώρα… Ίσως και να είχε μάθει να μιλάει, αυτό μόνο. Μα οι λέξεις  κολυμπούσαν πάνω από τη θάλασσά της,  σκληρές, θάλασσα αδιάλυτη.  Πρωτύτερα, ήταν η θάλασσα αυτή καθαυτή.  Κι απ’ το παρελθόν έμενε μόνο, κυλώντας μέσα της, ανάλαφρης και τρεμάμενης, λίγο από το αρχέτυπο νερό ανάμεσα σε βότσαλα, φαιό, δροσερό κάτω απ’ τα δέντρα, τα ποικιλόχρωμα φύλλα, νεκρά, στρώνοντας χαλί στις όχθες.  Αχ Θεέ μου, τι γλυκά που βυθιζόταν στην απόλυτη έλλειψη κατανόησης του εαυτού της.  Και πώς μπόραγε, ακόμη περισσότερο, ν’ αφεθεί στην άμπωτη, συμπαγή και χαλαρή. Και να γυρίσει.  Μια μέρα θα ΄πρεπε ν’ αναδιπλωθεί, χωρίς λόγια σκληρά και μοναχικά… Θα ΄πρεπε να λιώσει στα εξ ων συνετέθη και να ξαναγίνει η θάλασσα, απότομη, κραταιή, πλατιά, ακίνητη, τυφλή, ζωντανή. Ο θάνατος θα την ένωνε με την παιδική της ηλικία.

            Έτρεχε, τώρα, μπροστά από την ίδια, μακριά ήδη, από τον Οτάβιου και τον άντρα που είχε εξαφανιστεί. Να μην πεθάνει. Διότι, στην πραγματικότητα, πού ήταν ο θάνατος μέσα της;  Αναρωτήθηκε αργόσυρτα, με πονηριά. ΄Ανοιξε διάπλατα τα μάτια της δίχως ακόμα να πιστεύει στην ερώτηση, τόσο καινούργια και εκθαμβωτική που είχε μπορέσει να εφεύρει.

            Πήγε στον καθρέφτη, κοιτάχτηκε –ακόμα ζωντανή!  Ο λαιμός φωτεινός να αναδύεται από τους εύθραυστους ώμους’  ακόμα ζωντανή! Ψαχουλεύτηκε.  Όχι, κοίτα να δεις, δεν υφίσταται η απαρχή του θανάτου μέσα σου!  Και σαν να διέτρεχε βίαια το ίδιο της το κορμί, ψαχουλευτά, ένιωσε να βγαίνει από τα σωθικά της ένα αεράκι υγείας, ορθάνοιχτο στην ανάσα της…

            Δεν μπορούσε, λοιπόν, να πεθάνει, σκέφτηκε με το πάσο της.  Μετά ένα λεπτό, η λεπτεπίλεπτη σκέψη πήρε μια βαθιά ανάσα, θέριεψε, ξανάγινε συμπαγής και μονοκόμματη σαν οικοδομικό τετράγωνο που προσαρμόζεται  στα πλαίσιά του.  Χώρος δεν υπήρχε για άλλη παρουσία, για αμφιβολίες. Η καρδιά πάλλουσα με δύναμη, ήχησε προσεκτικά. Γέλασε δυνατά, γέλιο τρεμάμενο και μες απ’ το λαρύγγι.  Όχι… Μα ήταν τόσο καθαρό… Δεν θα πέθαινε διότι,  διότι δεν μπορούσε να σταματήσει.  Αυτό είναι, αυτό είναι. Ένα σύντομο όραμα, κάποιου ηλικιωμένου, ίσως μιας γυναίκας, ένα ανακάτεμα αδιευκρίνιστων φυσιογνωμιών σε μία και μοναδική, κουνώντας το κεφάλι, με άρνηση, γεράζοντας.  ‘Όχι, τους είπε απαλά από το βάθος της νέας αλήθειας, όχι… Οι φυσιογνωμίες σβήστηκαν, πάντα αυτή ήταν.   Το κορμί της δεν είχε χρειαστεί ποτέ κανέναν, ήταν λεύτερη.  Περπάταγε στους δρόμους.  ‘Έπινε νερό, είχε διαγράψει τον Θεό, τον κόσμο, τους πάντες.  Δεν θα πέθαινε.  Τόσο εύκολο.  Άπλωσε τα χέρια δίχως να ξέρει τι να τα κάνει, από τη στιγμή που γνώριζε. Να χαϊδευτεί, ίσως, να φιλήσει τον εαυτό της, όλο περιέργεια κι ευγνωμοσύνη που αναγνώριζε τον ίδιο της τον εαυτό. Χωρίς να αφεθεί σε εκλογικεύσεις, της φάνηκε τόσο παράλογο να πεθάνει που στάθηκε τώρα κεραυνόπληκτη, γεμάτη τρόμο.  Αιώνια;  Βίαιη. Ταχύτατες και λαμπερές σκέψεις, σαν εκλάμψεις που διασταυρώνονταν ηλεκτρισμένα, συγχωνευμένες πιότερο σε αισθήσεις παρά σε σκέψεις. Άλλαζε δίχως μετάβαση, με αργόσυρτους πήδους, από μέρος σε μέρος, ολοένα και ψηλότερους, ξάστερους και έντονους.  Και από στιγμή σε στιγμή βυθιζόταν ολοένα και βαθύτερα εντός της, σε σπηλιές με γαλακτόχρωμο φως, με ανάσα πάλλουσα, γεμάτη φόβο κι ευτυχία, όπως, ίσως, στη βύθιση όταν αποκοιμιέται κάποιος.

Η διαίσθηση ότι κείνες οι στιγμές ήσαν εύθραυστες την έκανε να κινείται ανάλαφρα, από φόβο μήπως φθείρει, κουνήσει βίαια και διαλύσει κείνο το θαύμα, την τρυφερή ύπαρξη από φως κι αέρα που προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα της. (…)

   

2. Το ταξίδι  

 

Αδύνατο να το εξηγήσει. Απομακρυνόταν από κείνη την περιοχή όπου τα πράγματα είχαν μορφή καθορισμένη κι αιχμηρή, όπου όλα είχαν ένα κι αμετάβλητο όνομα. Βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο μέσα στη ρευστή περιοχή, ήρεμη και χαλαρή, όπου απάγκιαζε η ομίχλη αραιή και δροσερή όπως στο γλυκοχάραμα. Γλυκοχάραμα που αχνοφαίνεται στον κάμπο. Στη φυτεία του θείου της ξύπνησε μες στην άγρια νύχτα. Τρίζανε οι τάβλες του παλιού σπιτιού.  Από ‘κει πάνω, στο πρώτο πάτωμα, ανοιχτό στον σκοτεινό ορίζοντα, βύθισε τα μάτια κάτω στο έδαφος, ψάχνοντας τα φυτά που συστρέφονταν σαν φίδια.  Κάτι καιροφυλακτούσε μες στη νύχτα, παραμόνευε, παραμόνευε, μάτια σκύλου τεντωμένου που αγρυπνά.  Η σιωπή χτυπούσε στο αίμα κι εκείνη αγκομαχούσε μαζί της.  Ύστερα, η αυγή γεννήθηκε πάνω απ’ τα χωράφια, ροδαλή, υγρή.  Τα φυτά ήταν και πάλι πράσινα κι αγνά, οι μίσχοι τρεμάμενοι, ευαίσθητοι στο φύσημα τ’ ανέμου, γέννα από τον θάνατο.  Κανένα σκυλί δεν αγρυπνούσε πια στη φυτεία, τώρα όλα ήταν ένα κι ενιαίο σύμπαν, ανάλαφρο, δίχως συναίσθηση. Ήταν, λοιπόν, ένα άλογο λεύτερο στον ήσυχο κάμπο, μόνο να μαντέψουμε θα μπορούσαμε τη σβελτάδα των ποδιών του. Όλα ακαθόριστα, μα, ξάφνου, μες στην ασάφεια,  βρήκε εκείνη την διαύγεια που μόνο αυτή θα μπορούσε να μαντέψει και που δεν ήταν μπορετό να γίνει κτήμα της ολοκληρωτικά. Ξαφνιασμένη, σκέφτηκε: όλα, όλα.  Οι λέξεις είναι βότσαλα που κυλάν στον ποταμό. Αυτό που ένιωσε τότε δεν ήταν ευτυχία, μα κάτι ρευστό, γλυκά άμορφο, στιγμή αστραφτερή, στιγμή σκοτεινή.  Σκοτεινή, σαν το σπίτι που έστεκε μεσοστρατίς καλυμμένο από δέντρα φυλλοσκεπή κι από τη σκόνη του δρόμου. Ζούσαν εκεί πέρα ένας γέρος ξυπόλυτος και δυο γιοι ψηλοί κι ωραίοι επιβήτορες. Ο μικρότερος είχε μάτια, πάνω απ’ όλα μάτια, την είχε φιλήσει μια φορά, ένα απ’ τα καλλίτερα φιλιά που είχε ποτέ νιώσει και κάτι ανάβλυζε απ’ το βάθος των ματιών του όταν εκείνη του έτεινε το χέρι. Το ίδιο αυτό χέρι που αναπαυόταν τώρα στην πλάτη της καρέκλας, σαν μικρό κορμάκι, χώρια, χορτασμένο, αφημένο. Όταν ήταν μικρή συνήθιζε να την χορεύει, σαν πλασματάκι τρυφερό.  Την είχε χορέψει ακόμα και για τον άντρα που είχε τραπεί σε φυγή ή είχε συλληφθεί,  για τον εραστή -κι αυτός γοητευμένος κι ανήσυχος το είχε σφίξει, φιλήσει, σαν στην πραγματικότητα αυτό το χέρι να ήταν μια γυναίκα. Αχ, Θεέ μου, πόσο πολύ είχε ζήσει, η φυτεία, ο άντρας, η αναμονή.  Καλοκαίρια ολάκερα με νύχτες αγρύπνιας, που την άφηναν χλωμή και με μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια. Μες στην αγρύπνια πολλές αγρύπνιες. Είχε γνωρίσει μυρωδιές. Μυρωδιά χλόης νοτισμένης, χλόης φωτισμένης με φώτα, πού;     Πάτησε τότε το βρεμένο χώμα των φυτωρίων, ενώ ο φύλακας κοίταγε αλλού. Φώτα κρεμασμένα σε καλώδια, χορεύοντας, έτσι, ρεμβάζοντας αδιάφορα, μουσική από την ορχήστρα στο κιόσκι’  οι νέγροι, ντυμένοι με μάλλινα κοστούμια, ιδρωμένοι. Τα δέντρα φωτισμένα, οι πόρνες με ύφος ψυχρό και φτιασιδωμένο.  Και πέρα απ’ όλα υπήρχε αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί: μάτια και στόμα πίσω από την κουρτίνα, σπιούνοι, μάτια σκύλου που παίζουν τα βλέφαρα κατά διαστήματα, ένα ποτάμι που κυλάει στη σιωπή και δεν το ξέρει.  

Αισθάνθηκε και πάλι μέσα της να σωρεύεται ο βιωμένος χρόνος. Κυμαινόμενη αίσθηση καθώς η ανάμνηση ενός σπιτιού όπου έζησε κάποιος. Όχι ακριβώς του σπιτιού, αλλά της θέσης του σπιτιού που φέρει εντός του κάποιος, σε σχέση με τον πατέρα να γράφει στη μηχανή,  στην αυλή του γείτονα και στον ήλιο το μούχρωμα.  Ασαφής, μακρινός, σιωπηλός.  Μια στιγμή, τελείωσε.  Και δεν μπορούσε να ξέρει αν μετά απ΄αυτόν τον βιωμένο χρόνο θαρχόταν η συνέχεια, η  ανανέωση ή το τίποτα, σαν εμπόδιο. Κανένας δεν εμπόδιζε να κάνει ακριβώς το αντίθετο από ό,τι θα μπορούσε να κάνει: κανένας, τίποτα…δεν ήταν υποχρεωμένη ν’ακολουθήσει το ίδιο ξεκίνημα…, αυτό την ενοχλούσε ή την ευχαριστούσε;  Στο μεταξύ ένιωθε πως αυτή η παράξενη ελευθερία που ήταν η κατάρα της, που ποτέ δεν την είχε συσχετίσει με τον εαυτό της, αυτή η ελευθερία ήταν εκείνο που λάμπρυνε την ύλη της.  Κι ήξερε ότι από κείνην προερχόταν η ζωή της  κι οι στιγμές της δόξας της κι ότι από κει αναδυόταν η κάθε μελλοντική στιγμή.(…)

 

(…)  Αυτό που είχε υψωθεί εντός της δεν ήταν η αξία, εκείνη ήταν μονάχα ουσία, λιγότερο κι από ανθρώπινη, πώς θα μπορούσε να είναι ηρωϊδα και να θέλει να υπερνικήσει τα πράγματα; Δεν ήταν γυναίκα, υπήρχε κι ό,τι βρισκόταν μέσα της ήσαν κινήσεις που ορθώνονταν πάντα σε μεταβατική κατάσταση. Ίσως και ν ’χε μεταβάλει κάποτε τον αέρα γύρω της  με τη θηριώδη της δύναμη και κανείς δεν θα το είχε προσέξει, ίσως και νά ‘χε επινοήσει με την ανάσα της μια νέα ύλη και δεν το ήξερε, μόνο αισθανόταν ό,τι το γυναικείο της μυαλουδάκι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί. Στρατιές από καυτές σκέψεις αναφύονταν και αποσπώνταν από το αλαφιασμένο της κορμί κι ό,τι άξιζε απ’ αυτές ήταν ότι έκρυβαν μια ζωτική παρόρμηση, κι ό,τι άξιζε απ’ αυτές ήταν ότι την ίδια τη στιγμή της γέννησής τους θέριευε η τυφλή κι αληθινή ουσία, ορθωνόταν, ξεχώριζε σαν μπουρμπουλήθρα αέρα στην επιφάνεια του νερού, διακόπτοντας σχεδόν τη συνέχειά του... Παρατήρησε ότι δεν είχε αποκοιμηθεί ακόμη, σκέφτηκε ότι θάπρεπε να φουντώσει σαν ζωηρή φωτιά. Ότι θα έπαιρνε οριστικά τέλος η μακρά κυοφορία της παιδικής ηλικίας κι ότι από την επίπονη αγουράδα της θα ξεπετιόταν το ίδιο της το είναι, επιτέλους, επιτέλους ελεύθερο!  Όχι, κανένας Θεός, θέλω να μείνω μόνη μου. Και θάρθει μια μέρα, ναι, μια μέρα θάρθει μέσα μου η ικανότητα, τόσο άλικη κι επιβεβαιωτική, τόσο διάφανη κι απαλή, μια μέρα ό,τι κι αν κάνω θα γίνεται με κλειστά μάτια, με βεβαιότητα, ασυνείδητα, θα βασίζομαι μόνο σ’εμένα, στην αλήθεια μου, τόσο ολοκληρωτικά δοσμένη σ’ ό,τι κάνω που θα είμαι ανίκανη να μιλήσω, πάνω απ’ όλα θάρθει μια μέρα όπου όλη μου η κίνηση θάναι δημιουργία, γέννα, θα κάψω όλα τα πλοία που εδρεύουν εντός μου, θα αποδείξω στον ίδιο μου τον εαυτό ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβάμαι, πως όλα όσα κι αν είμαι θα βρίσκονται πάντα εκεί όπου αναπνέει μια γυναίκα με τις αρχές μου, μια μέρα θα υψώσω μέσα μου αυτό που είμαι, σ’ένα μου νεύμα δυνατά κύματα θα σηκωθούν, καθαρό νερό που καταποντίζει την αμφιβολία, τη συνείδηση, θα είμαι ρωμαλέα σαν την ψυχή ενός ζώου και σαν μιλήσω δεν θάναι λόγια αργά και με παύσεις, που μόλις φτάνουν στ’ αυτιά, γεμάτα θέληση για ανθρωπιά, το παρελθόν που διαβρώνει το μέλλον’  ό,τι πω θα ηχήσει μοιραίο και πλήρες, κανένας κενός χώρος μέσα μου για να μάθω ότι υπάρχει ο χρόνος, οι άνθρωποι, οι διαστάσεις, κανένας κενός χώρος μέσα μου ούτε καν για να σημειώσω ότι θα δημιουργήσω στιγμή τη στιγμή, όχι στιγμή τη στιγμή: πάντα συγκεχυμένα, γιατί τότε θα ζήσω, μόνο τότε θα ζήσω πιότερο από την παιδική ηλικία, θάμαι ακατέργαστη και κακοφτιαγμένη σαν μια πέτρα, θάμαι ανάερη κι αβέβαιη σαν κάτι που το νιώθεις μα δεν το καταλαβαίνεις, θα υψωθώ σε κύματα, αχ Θεέ μου, κι ας έρθουν όλα να πέσουν πάνω μου, μέχρι κι η έλλειψη κατανόησης του εαυτού μου ορισμένες κενές στιγμές, γιατί αρκεί να πληρωθώ και τότε τίποτα δεν θα εμποδίσει το δρόμο μου προς τον άφοβο θάνατο, από οποιαδήποτε πάλη ή ανάπαυλα θα σηκωθώ κραταιή κι ωραία σαν νιόβγαλτο πουλάρι.

   

   


Κλαρίσε Λισπέκτορ

 

Αμαλία Ρούβαλη:

Γεννήθηκε το 1954, μεγάλωσε στο Ναύπλιο και ζει στην Αθήνα. Είναι ποιήτρια,  Ισπανίστρια και μεταφράστρια από  λατινογενείς γλώσσες. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές:  Πρώτα ποιήματα το 1976 και  Έπεα πτερόεντα; το 2009, ετοιμάζει τρίτη. Συνεχίζει να μεταφράζει.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας