ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι αριστούχος της Σχολής Νηπιαγωγών Αθηνών και διπλωματούχος του Lοndon Montessori Centre Nursery Infant Teaching Diploma. Εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην ιδιωτική εκπαίδευση και υπεύθυνη εκδόσεων σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έχει γράψει 150 παιδικά βιβλία, 5 μυθιστορήματα για ενήλικες και έχει μεταφράσει πάνω από 1000 βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.  Οι συνολικές πωλήσεις των βιβλίων της από το 1998 ως σήμερα ξεπερνούν τις 400. 000 αντίτυπα. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία για τη συγγραφική δουλειά. Το 2002 προτάθηκε από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για αναγραφή στον Τιμητικό Πίνακα της IBBY (INTERNATIONAL BOARD ON BOOKS FOR YOUNG PEOPLE), για το μεταφραστικό της έργο σε βιβλία για παιδιά και την προσφορά της στην παιδική λογοτεχνία.


Κύριο Μενού

 

 

Ένα παλιό αντικείμενο

 

της Ρένας Ρώσση - Ζαΐρη

 

 

Ήταν ένα χαμηλό καντηλέρι από παλιό μπρούτζο, έργο πραγματικής τέχνης. Βαρύ. Παλιό. Ακριβό. Aλλά έπρεπε να το κρύψω. Πού κρύβεις κάτι για πάντα;

Σκέφτηκα να το πετάξω σε καμιά χωματερή. Αλλά θα το ανακάλυπταν. Τα δελτία ειδήσεων δείχνουν συνέχεια τις χωματερές. Μοιάζουν με κόλαση. Από πάνω πετούν μιλιούνια οι γλάροι. Σκουπίδια, μπόχα κι άνθρωποι, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και ψάχνουν να τη βρουν στα σκουπίδια. Ένα παλιό καντηλέρι θα τους κινούσε την περιέργεια. Θα το έβρισκαν. Πώς ανακαλύπτει η κουρούνα το χρυσάφι; Έτσι! Όλα τα βρίσκουν αυτοί. Είναι χειρότεροι από τα αρπαχτικά πτηνά. Θα το έβρισκαν και θα το πουλούσαν σε κάποιο εχυροδανειστήριο.

Και τότε…

Το καντηλέρι χρησιμοποιείται για να φέγγει. Παλιά, που δεν είχαν ηλεκτρισμό, ήταν απαραίτητο. Τώρα είναι διακοσμητικό αντικείμενο. Η μάνα μου το λάτρευε. Ήταν της προγιαγιάς της, το φυλούσε σαν τα μάτια της. Τα Χριστούγεννα έτριβε με δύναμη το μπρούτζο του και το ακουμπούσε στο γιορτινό τραπέζι. Ένα καντηλέρι που έκανε καλή παρέα σε μια γαλοπούλα!

Εγώ το μισούσα εκείνο το αναθεματισμένο το καντηλέρι. Γιατί αντιπροσώπευε εκείνη. Κι εκείνη τη μισούσα. Ίσως όμως να μισούσα περισσότερο το καντηλέρι. Κάθε φορά που άναβε τα κεριά του, ένιωθα τη φλόγα τους, την κυριαρχία της  μάνας. Μια φλόγα που δεν έσβηνε ποτέ. Που κυριαρχούσε στη σκέψη μου, στις πράξεις μου…

Μακάρι να αγαπούσε η μάνα κάποιο άλλο παλιό αντικείμενο. Ένα μπαούλο ας πούμε. Που είναι άψυχο. Δεν «φέγγει», δεν «αναβοσβήνει» συναισθήματα, δε «ζει», όπως το καντηλέρι. Ένα μπαούλο δεν είναι επικίνδυνο. Το πολύ πολύ να κρύβει κάποια μυστικά. Και λοιπόν; Υπάρχουν άνθρωποι χωρίς μυστικά; Δώσε μου εμένα μυστικά και πάρε μου την ψυχή. Τα μυστικά είναι για να κρύβονται. Γι’ αυτό τα λένε μυστικά. Το καντηλέρι είναι επικίνδυνο. Γιατί δεν κρύβει μυστικά. Τα «ανάβει».

Εκείνο το μεσημέρι, τρώγαμε την πατροπαράδοτη γαλοπούλα. Εγώ έκανα πως μασουλούσα κι η μάνα καταβρόχθιζε το πτηνό. Τα μάγουλά της φουσκωμένα από τις τεράστιες μπουκιές. Τα χείλη της λερωμένα από τη σάλτσα. Λιγδιασμένα. Την περιεργαζόμουν και μου ερχόταν αναγούλα.

Τη μισούσα. Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Προσπάθησα να επικεντρωθώ στο καντηλέρι. Ήταν το μοναδικό φως που είχε επιτρέψει η μάνα να φέγγει στο σαλόνι. Είχε κλείσει τα ρολά, για να μην μπαίνει το φως του ήλιου. Αν ήταν ποτέ δυνατόν! Να πεις πως έβρεχε. Όχι. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα του Δεκεμβρίου. Αλλά η μάνα μου εκεί. Σαν να ήθελε να με αποκλείσει από τη ζωή. Είχε κλείσει τα ρολά κι είχε ανάψει το πολυαγαπημένο της καντηλέρι. Και τα τρία κεριά του. Η τρισκατάρατη!

Τα μισώ τα φώτα των κεριών. Με ζαλίζουν…

Η μάνα μιλούσε ανάμεσα στις μπουκιές της κι εγώ σκεφτόμουν τον πατέρα μου. Πόσο τον αγαπούσα! Αλλά αυτή εκεί. Από τη μέρα που γεννήθηκα είχε ορκιστεί να σκοτώνει ότι αγαπούσα. Τον πατέρα μου τον λάτρευα. Το ήξερε. Κάθε μέρα του γκρίνιαζε. Κάθε μέρα τον έστελνε πιο κοντά στον τάφο. Άχρηστο τον ανέβαζε, ρεμάλι τον κατέβαζε. Τον κατηγορούσε πως της χάλασε τη ζωή, συνέχεια, συνέχεια…

Κι εκείνος έπνιξε τις φωνές της και τα όνειρά του στο κρασί. Μεθούσε για να ζήσει. Ζούσε για να μεθάει. Μέχρι που πέθανε από το ποτό. Κίρρωση του ήπατος το είπανε οι άλλοι.

Οι άλλοι; Τι ξέρανε αυτοί;

Δολοφονία το είπα εγώ. Κι έτσι ήταν. Τι τα σκέφτομαι τώρα; Ακόμα και οι φλόγες των κεριών από το καντηλέρι το ήξεραν πως ήταν φόνος. Και με περιγελούσαν. Ακόμα κι εκείνο το μεσημέρι με κορόιδευαν.

«Ηλίθιε!» μου φώναζαν, «Καλά σου κάνει! Της ανήκεις!»

Προσπάθησα να μην κοιτάζω τις φλόγες. Έριξα τα μάτια μου στη γαλοπούλα. Αλλά μου ήρθε και πάλι αναγούλα.

«Την αδελφή σου, την ξέχασες;» ούρλιαζαν οι φλόγες.

Πώς ήταν δυνατόν να ξεχάσω τη τριανταφυλλένια ύπαρξη που στόλιζε τη ζωή μου, που με βοηθούσε να αντέξω τη μέγαιρα τη μάνα μου;

Αλλά κι αυτήν τη σκότωσε η κακούργα! Είχε μείνει έγκυος. Μικρό κοριτσάκι, στα δεκάξι της. Η μέγαιρα τής ούρλιαζε νύχτα μέρα πως μας ντρόπιασε στην κοινωνία. Κι ο πατέρας, ζούσε τότε, άκουγε τις φωνές αμέτοχος. Η μάνα έβριζε, η Τριανταφυλλένια έκλεινε τα αφτιά της! Ο άντρας που αγαπούσε την παράτησε. Κι έμεινε να κουβαλάει στα σπλάχνα της το παιδί του. Ήταν έρωτας μεγάλος ο δικός της. Γι’ αυτό και μαράθηκε. Όπως μαραίνονται τα τριαντάφυλλα αν δεν τα ποτίσεις.

Η μάνα έβριζε, ο πατέρας έπινε, εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Και μια μέρα η Τριανταφυλέννια μου, η μικρή μου αδελφή, δεν άντεξε άλλο. Έφυγε μακριά από τις βρισιές, το ποτό, τη δειλία. Δεν ξαναγύρισε. Την άλλη μέρα μάς ειδοποίησε η αστυνομία. Είχε ρίξει τα πέταλά της στις ράγες του ηλεκτρικού. Ανάμεσα σε Νέο Ηράκλειο και Νέα Ιωνία. Γιατί ήταν νέα κι εκείνη…

Ήθελα να φύγω. Αλλά δεν μπορούσα. Το ήξερα πως ήμουν δειλός. Δε μου το έλεγε η μάνα καθημερινά; Είχα μάθει να χορταίνω με τη δυστυχία, να τρέφομαι με τις πληγές μου.

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο μεσημέρι όμως, φέρθηκα με γενναιότητα.

Αντιμετώπισα το ίδιο το καντηλέρι.

Και το γυαλισμένο μπρούτζο και τα τρία κεριά. Ξέχασα πως τόσα χρόνια το έτρεμα. Αλήθεια σας λέω! Το αντιμετώπισα και ελευθερώθηκα! Δε με πιστεύετε;

Ούτε το καντηλέρι με πίστεψε.

Η μάνα μου έβριζε μπουκωμένη, τα κεριά αναβόσβηναν ειρωνικά, το καντηλέρι με κορόιδευε:

«Της ανήκεις!»

Κι αυτό ακριβώς που επεδίωκε αυτό το μισητό, παλιό αντικείμενο, έγινε  πραγματικότητα. Τυφλώθηκα…

Άρπαξα στα χέρια μου το καντηλέρι. Η μάνα ούρλιαξε. Ποιος ήμουν εγώ που τολμούσα να αγγίξω το πολυτιμότερο αντικείμενο της ζωής της;

Έλα, ντε!

Το έπιασα. Ένιωσα να καίγομαι. Ο μπρούτζος προσπαθούσε να με εκδικηθεί. Ζεματούσε. Κοίταξα τα κεριά που τρεμόπαιζαν. Μετά τα έσβησα. Όπως σβήνουν τα παιδιά τα κεράκια στα γενέθλιά τους.

Με τρία φυσήματα.

Η μάνα έβριζε. Ο μπρούτζος έκαιγε. Και το καντηλέρι ήταν βαρύ. Πολύ βαρύ.

Μόλις το σήκωσα ψηλά όμως, έμοιασε πούπουλο. Το κοπάνισα στο κεφάλι της μάνας με όλη μου τη δύναμη…

Όλα ηρέμησαν.

Σταμάτησαν οι βρισιές, σταμάτησε η αναγούλα. Σταμάτησα ακόμη και να πονάω. Και για τον πατέρα μου και για την Τριανταφυλλένια και για τη ζωή μου.

Ύστερα καθάρισα προσεκτικά τα αίματα από το καντηλέρι. Γυάλισα το μπρούτζο. Ήταν η πρώτη φορά που γυάλιζα το καντηλέρι, και δεν ξέρω, αλλά μου φάνηκε σαν να μου χαμογελούσε. Σαν να με επιβράβευε.

Μετά έφυγα από το σπίτι. Τώρα μπορούσα. Δεν ήμουν πια δειλός. Από εδώ και πέρα, είμαι και θα είμαι γενναίος. Και παρόλο που το καντηλέρι κι εγώ έχουμε γίνει οι καλύτεροι φίλοι, κάπου πρέπει να το κρύψω. Μόνο που δεν ξέρω πού. Μπορείτε να με βοηθήσετε;

Πού κρύβουν άραγε ένα παλιό αντικείμενο;

Αν θέλετε να διαβάσετε κι άλλο μικροδιήγημα της Ρένας Ρώσση - Ζαΐρη, κάντε κλικ εδώ.

 

   

    Φθινόπωρο 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας