ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι αριστούχος της Σχολής Νηπιαγωγών Αθηνών και διπλωματούχος του Lοndon Montessori Centre Nursery Infant Teaching Diploma. Εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην ιδιωτική εκπαίδευση και υπεύθυνη εκδόσεων σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έχει γράψει 150 παιδικά βιβλία, 5 μυθιστορήματα για ενήλικες και έχει μεταφράσει πάνω από 1000 βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.  Οι συνολικές πωλήσεις των βιβλίων της από το 1998 ως σήμερα ξεπερνούν τις 400. 000 αντίτυπα. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία για τη συγγραφική δουλειά. Το 2002 προτάθηκε από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για αναγραφή στον Τιμητικό Πίνακα της IBBY (INTERNATIONAL BOARD ON BOOKS FOR YOUNG PEOPLE), για το μεταφραστικό της έργο σε βιβλία για παιδιά και την προσφορά της στην παιδική λογοτεχνία.


Κύριο Μενού

 

 

Η Κέρκυρα μέσα μου

 

της Ρένας Ρώσση - Ζαΐρη

 

 

Καμιά φορά η ζωή παίζει κατεργάρικα παιχνίδια. Γιατί βαριέται και θέλει να διασκεδάσει... Το ξέρω καλά αυτό. Το έζησα. Σε ένα τόπο φτιαγμένο με παραδεισένια υλικά, όπως η  Κέρκυρα…

Κουρασμένη από την Αθήνα, ταλαιπωρημένη από μια πόλη που δε σέβεται τον ίδιο της τον εαυτό, ταξίδεψα για μια μέρα στην Κέρκυρα. Στο νησί που θα άλλαζε τη ζωή μου. Στο νησί που θα συναντούσα εκείνον. Δεν πιστεύω στον κεραυνοβόλο έρωτα. Ούτε γι’ αστείο! Είμαι συγγραφέας και ξέρω πως υπάρχει μόνο στα κείμενα μου. Τον ακουμπώ τρυφερά, σαν πυξίδα σωτηρίας, στα όνειρα των ηρωίδων μου. Φαντάζομαι πως περιμένουν τον πρίγκιπά τους καβάλα στο άσπρο του άλογο…

Κι όμως. Ο κεραυνοβόλος έρωτας, αυτός που θα ακουμπούσε η ζωή στα πόδια τα δικά μου, βρισκόταν εκεί. Στο νησί.

Και με περίμενε.

Ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν την Κέρκυρα, ανυπομονούσα να τη γνωρίσω. Όταν τελείωσα την παρουσίαση του καινούριου μου βιβλίου, αναρωτήθηκα αν θα προλάβαινα να δω τα αξιοθέατα, πριν ανέβω στο αεροπλάνο που θα με γύριζε πίσω στη μιζέρια μου.

Το κοινό είχε γεμίσει ασφυκτικά την αίθουσα της δημόσιας βιβλιοθήκης της Κέρκυρας και με χειροκροτούσε. Η βιβλιοθήκη είναι μια από τις πιο εντυπωσιακές της Ελλάδας και στεγάζεται στους παλιούς αγγλικούς στρατώνες στο φρούριο του νησιού. Κι ενώ σκεφτόμουν αν θα προλάβαινα να κάνω μια ξενάγηση στα ράφια της, το κοινό άρχισε τις ερωτήσεις. Απαντούσα συγκεντρωμένη στο ρόλο μου, όταν ξαφνικά ένας άντρας με ρώτησε αν πιστεύω πως υπάρχει το χάδι του Θεού μέσα μας.

Ξαφνιάστηκα. Όταν του ζήτησα να μου διευκρινίσει την ερώτησή του, μου εξήγησε ότι είναι σίγουρος πως όλοι οι άνθρωποι είναι χαϊδεμένοι από το Θεό, όλα τα βιβλία, όλα τα έργα τέχνης, κρύβουν μέσα τους το χάδι του Θεού, το άγγιγμα των αγγέλων…

Χαμογέλασα. Τι όμορφα που μιλούσε! Προσπάθησα να του απαντήσω και ξαφνικά, όλα γύρω μου χάθηκαν. Έγιναν ένα με το φως στα μάτια του ακροατή μου, με τη λάμψη που μου χάριζαν…

Σε λίγο βρέθηκα στο αυτοκίνητό του. Ήθελε να προλάβει να μου δείξει όλες τις ομορφιές της Κέρκυρας. Πίστευε πως δεν υπάρχει πιο ευλογημένος τόπος σε ολόκληρη τη Γη.

Είχε δίκιο...

Θάλασσα σαν ρουμπίνι, μαγευτικό πράσινο, δαντελένιες ακτές, μαστοριά του Θεού. Ρουφούσα την ομορφιά, ρουφούσα τα λόγια του. Ήταν φιλόλογος, διορισμένος στο νησί. Γνώρισε την Κέρκυρα κι ένιωσε πως ήταν αδύνατον να ζήσει αλλού. Ζούσε στην πόλη, βίωνε τις ομορφιές της κι έγραφε κι εκείνος… Μιλούσε κι εγώ τον άκουγα γοητευμένη, μέχρι που με ρώτησε πώς άντεχα να ζω στην πρωτεύουσα.

Το αεροπλάνο της επιστροφής μου εκείνη τη μέρα έφυγε χωρίς εμένα. Δε δίστασα να πάρω την απόφασή μου. Να φέρω τούμπα τη ζωή μου. Έμεινα εκεί. Δίπλα του. Πετάχτηκα μόνο για λίγο στην Αθήνα, για να κάνω τις απαραίτητες διαδικασίες, να πείσω τους δικούς μου πως ήταν απόφασή μου να ζήσω στην Κέρκυρα.

Γύρισα γρήγορα κοντά του. Νοικιάσαμε ένα σπίτι έξω από την πόλη σε μια τοποθεσία, βγαλμένη από τα παραμύθια, το Καλάμι. Το ίδιο σπίτι που έμεινε κάποτε κι ο Άγγλος συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ…

Ζούσαμε όπως στα μυθιστορήματα.

Το άγγιγμά του με έστελνε στα ουράνια. Ένιωθα πως ήταν το άλλο μου μισό… δεν πίστευα στην αλήθεια μου.

Ήταν δυνατόν να βιώνω την τελειότητα;

Κάναμε έρωτα, μεθούσαμε με το κρασί της αγάπης, συζητούσαμε με τις ώρες, γράφαμε και οι δύο, βουτώντας το μελάνι στα κύτταρα της ευτυχίας μας…

Κι ύστερα, όταν ο ήλιος κουρασμένος έτρεχε να κρυφτεί, ανταλλάσσαμε απόψεις, με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι, κοιμόμαστε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου μέχρι να πάρουν δυνάμεις τα κορμιά μας, για να καταφέρουν να ζήσουν ανέμελα τον παράδεισο της αυριανής μέρας. Κι όταν το πρωί έφευγε για το σχολείο του, γινόμουν ένα με το κομπιούτερ μου, συνέχιζα να γράφω ασταμάτητα.

Οι άγγελοι της γραφής με χάιδευαν ξανά και ξανά. Ήταν αδύνατον να σταματήσω να γράφω. Ένα χρόνο κοντά, έγραψα δύο βιβλία που ενθουσίασαν τον εκδότη μου, γιατί σκαρφάλωσαν στα ευπώλητα.

Αλλά εμένα δε με ένοιαζε τίποτα από όλα αυτά, ανέπνεα την ανάσα του αγαπημένου μου, ζούσα την υπέρτατη ευτυχία.

Ο δικός μας ο έρωτας ήταν ιδανικός. Μοιάζαμε με παζλ που ενωνόταν, στροβιλιζόμασταν σε έναν κόσμο παραδεισένιο...

Ένα απόγευμα χρειάστηκε να ξαναπάω στη βιβλιοθήκη για μια ακόμη ομιλία μου. Ο αγαπημένος μου δήλωσε κουρασμένος κι έτσι πήρα το αυτοκίνητο και κατέβηκα στην πόλη μόνη μου. Έπιασε όμως καταιγίδα, η ομιλία αναβλήθηκε και γύρισα οδηγώντας γρήγορα πίσω, για να χωθώ στην αγκαλιά του.

Με τρομάζουν τα μπουμπουνητά…

Όταν άνοιξα την πόρτα ξέροντας πως θα ενθουσιαζόταν που γύρισα γρήγορα, τους είδα. Ήταν σκαρφαλωμένη πάνω του, μια γυμνή οπτασία με τα μακριά, κατάξανθα μαλλιά της να προσπαθούν να κρύψουν την αγαλματένια της πλάτη. Και βογκούσε παρέα του σε έναν ξέφρενο ρυθμό.

Βόγκηξα κι εγώ. Με άλλο τρόπο όμως. Εκείνος παραμέρισε το πανέμορφο πλάσμα από πάνω του και με είδε. Τα μάτια του δεν είχαν τη λάμψη που είχα συνηθίσει. Έμοιαζαν λες και δε με έβλεπαν…

Έκανα μεταβολή, βγήκα έξω. Έβρεχε καταρραχτωδώς. Έτρεχα στο δρόμο, έγινα μούσκεμα. Τα δάκρυά μου έγιναν ένα με τη βροχή, κάπου σκόνταψα. Έπεσα κάτω, ξανασηκώθηκα. Καλά καλά δε θυμάμαι πως πέρασα εκείνο το απόγευμα.

Κι εκείνη τη νύχτα.

Τη χειρότερη της ζωής μου.

Την άλλη μέρα γύρισα σπίτι, στο Καλάμι, να πάρω τα πράγματά μου. Με ικέτεψε. Μου μίλησε με τα ωραιότερα λόγια που μπορούσε να φανταστεί άνθρωπος. Μου ζήτησε να τον συγχωρήσω. Μια στιγμή αδυναμίας ήταν… πώς θα μπορούσε να διαγράψει το απόλυτο που ζούσαμε εμείς; Ήταν μια συνάδελφός του. Του κολλούσε, άντρας ήταν, υπέκυψε. «Συγνώμη. Σε λατρεύω. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα», ψέλλισε.

Για ένα λεπτό δίστασα. Για ένα λεπτό τον άφησα να με αγγίξει. Και τότε ξαφνικά, ηλεκτρίστηκα. Όλο μου το σώμα, όλο μου το είναι, αντέδρασε. Ήταν αδύνατον να τον αφήσω να με χαϊδέψει. Αδύνατον.

Το τέλειο δε χωράει συμβιβασμούς.

Του είπα πως τον συγχωρούσα, του είπα πως τον καταλάβαινα, αλλά πως δεν ήταν πια στο χέρι μου να ζήσω κοντά του. Ολόκληρη η ύπαρξή μου εξακολουθούσε να τον λατρεύει και ταυτόχρονα ολόκληρη η ύπαρξή μου τον αρνιόταν.

Έφυγα…

Τώρα ζω και πάλι στην Αθήνα, σε αυτήν την πόλη που δε σέβεται τον εαυτό της, που δε σκηνοθετεί θαύματα, κεραυνοβόλους έρωτες, μεγάλες αγάπες που αντέχουν στο χρόνο. Όμως εγώ ονειρεύομαι την ευτυχία, γιατί ξέρω πως υπάρχει, γιατί πιστεύω στα θαύματα. Κι είμαι σίγουρη πως ό,τι και να γίνει από εδώ και πέρα στη ζωή μου, ποτέ, μα ποτέ, δε θα σκοτώσω την Κέρκυρα που ζει μέσα μου…

 Αν θέλετε να διαβάσετε κι άλλο μικροδιήγημα της Ρένας Ρώσση - Ζαΐρη, κάντε κλικ εδώ.

 

   

    Φθινόπωρο 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας