ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι αριστούχος της Σχολής Νηπιαγωγών Αθηνών και διπλωματούχος του Lοndon Montessori Centre Nursery Infant Teaching Diploma. Εργάστηκε ως νηπιαγωγός στην ιδιωτική εκπαίδευση και υπεύθυνη εκδόσεων σε διάφορους εκδοτικούς οίκους. Έχει γράψει 150 παιδικά βιβλία, 5 μυθιστορήματα για ενήλικες και έχει μεταφράσει πάνω από 1000 βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας.  Οι συνολικές πωλήσεις των βιβλίων της από το 1998 ως σήμερα ξεπερνούν τις 400. 000 αντίτυπα. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία για τη συγγραφική δουλειά. Το 2002 προτάθηκε από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για αναγραφή στον Τιμητικό Πίνακα της IBBY (INTERNATIONAL BOARD ON BOOKS FOR YOUNG PEOPLE), για το μεταφραστικό της έργο σε βιβλία για παιδιά και την προσφορά της στην παιδική λογοτεχνία.


Κύριο Μενού

 

 

Αγαπώ θα πει χάνομαι

απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

 

της Ρένας Ρώσση-Ζαΐρη 

 

 

H Αλεξάνδρα, η Μαρίνα και η Ελίνα μεγαλώνουν σε ένα αρχοντικό όπου βασιλεύει η αδιαφορία. Έχουν τα πάντα αλλά τους λείπει το πιο βασικό: η αγάπη. Ακολουθούν το πεπρωμένο τους, ερωτεύονται με πάθος, χωρίζουν. Ταξιδεύουν παρέα με τα περιστέρια της καρδιάς τους στο απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου και στην Καλντέρα της Σαντορίνης, πετούν πάνω από τις πλατείες της Φλωρεντίας, χορεύουν με τον ήλιο της ερήμου στη χλιδή των Αραβικών Εμιράτων, προσπαθούν με πείσμα να ανακαλύψουν τι θα πει "σ' αγαπώ". Σε μια παράλληλη διαδρομή, παρών είναι και ο Δημήτρης, που σμίγει μυστικά με αλήθειες τραγικές, μπλεγμένος εν αγνοία του στον ίδιο οικογενειακό ιστό. Τέσσερις ήρωες που ερωτεύονται, πονούν, χαίρονται, συγκρούονται, αναρωτιούνται ως πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος που αγαπάει. Ίσως και μέχρι το φόνο; Είναι ποτέ δυνατόν; Έχει, άραγε, όρια η αγάπη;

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: ΕΛΙΝΑ

 

 …Υπήρχε κι ένας κύριος στο σπίτι που εμείς τα παιδιά έπρεπε να τον φωνάζουμε «μπαμπά». Έπρεπε. Αφού έπρεπε, τον φώναζα κι εγώ. Αργότερα μόνο, όταν πήγα σχολείο, έμαθα πως σε κάθε σπίτι υπάρ χει ένας μπαμπάς, μια μαμά και τα παιδιά τους. Όλοι αυτοί αποτελούν ένα σύνολο που ονομάζεται οικογένεια. Οπότε έπρεπε να έχουμε κι εμείς έναν μπαμπά.

Κι αυτός ο μπαμπάς ήταν πολύ ψηλός και τον φοβούνταν όλοι. Έφευγε πολύ πρωί, λίγο μετά το ξημέρωμα. Τον είχα δει. Και μετά ερχόταν αργά το βράδυ και κλεινόταν στο μεγάλο του γραφείο, που ήταν γεμάτο βιβλιοθήκες. Οι βιβλιοθήκες ήταν κι αυτές γεμάτες βιβλία, πολλά βιβλία, αμέτρητα.

Όταν έμαθα να διαβάζω, απέκτησα πολλούς φίλους. Τα βιβλία. Κι ήμουν το πιο τυχερό κορίτσι του κόσμου όλου. Τα βιβλία μου μιλούσαν, μου μάθαιναν ότι ήθελα να ξέρω. Αυτά ρωτούσα όταν ένιωθα στενοχωρημένη και χωνόμουν μέσα τους και γνώριζα τον κόσμο. Το γραφείο του μπαμπά, αυτό που ήταν γεμάτο βιβλιοθήκες, το ένιωσα, αμέσως μόλις έμαθα να διαβάζω, το πιο μαγευτικό μέρος του σπιτιού. Πόσο θα ήθελα να ζούσα εκεί μέσα, να κοιτάζω όλα αυτά τα βιβλία, να τρέχω, να χορεύω, να γελάω εκεί μέσα.

Ο μπαμπάς όμως το κλείδωνε το γραφείο του όταν έφευγε κι έβαζε το κλειδί στην τσέπη του σακακιού του. Μια Κυριακή πρωί έφυγε πολύ βιαστικά και ξέχασε να κλειδώσει την πόρτα.

Τον είδα εγώ. Γιατί όταν ξυπνούσα, συνήθιζα να κρύβομαι σε ένα από τα κεφαλόσκαλα της στριφογυριστής, μεγάλης ξύλινης σκάλας του σπιτιού. Κουλουριαζόμουν σε μια γωνιά, σαν κουταβάκι. Και κουνιόμουν. Γιατί δεν μπορούσα να μην κουνιέμαι.

Μου άρεσε εκεί. Ένιωθα αθέατη. Επειδή ήμουν κοκαλιάρα και κοντή, έμοιαζα με μικρό μπόγο πεταμένο σε μια γωνιά, ιδιαίτερα όταν έχωνα και τα γόνατά μου μέσα στη φαρδιά νυχτικιά μου.

Σχεδόν δε με έπαιρναν είδηση. Ή ακόμα κι αν έπαιρναν, δε με ενοχλούσαν. Τελικά μου άρεσε που ήμουν διαφορετική. Πολλές φορές έχωνα και το κεφάλι μου μέσα στην νυχτικιά μου. Όταν με στενοχωρούσαν όλα όσα άκουγα γύρω μου. Και κουνιόμουν συνέχεια πέρα δώθε και σιγομουρμούριζα, για να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου και να μη στενοχωριέμαι. Γιατί δε στενοχωριέμαι εύκολα. Μόνο όταν θυμάμαι το άλλο μου μισό που με ψάχνει κι εκείνο και…

Αλλά ξέχασα να πω για εκείνη την ημέρα που χώθηκα στο γραφείο του μπαμπά, χωρίς να με πάρουν είδηση. Κι έκλεισα σιγανά την πόρτα. Ήξερα πως κανένας δε θα τολμούσε να την ανοίξει αυτή την πόρτα, γιατί ήταν το βασίλειο του ψηλού αυτού κυρίου, του μπαμπά μου. Είχα ολόκληρη μέρα στη διάθεσή μου. Γιατί ήξερα πως θα γύριζε πολύ αργά. Κι ήταν και Κυριακή κι είχε πάρει άδεια η γυναίκα που με πρόσεχε, πήγε να επισκεφτεί την οικογένειά της, όπως μου είχε πει. Έτσι ένιωσα ελεύθερη.

Μόλις μπήκα μέσα στο βασίλειο του μπαμπά, έτρεξα να δω από κοντά τις ξύλινες βιβλιοθήκες που ξεκινούσαν από το πάτωμα κι έφταναν ως επάνω στο ταβάνι. Να, γιατί ήξεραν τόσα πολλά πράγματα τα ταβάνια σε αυτό το σπίτι. Τα μάθαιναν εδώ από τα βιβλία. Άρχισα να τα αγγίζω, να τα μυρίζω, γιατί τα περισσότερα ήταν δερμάτινα. Δεν είχα ξαναδεί δερμάτινα βιβλία και στενοχωρήθηκα. Ποιος ξέρει πόσα ζώα θα πέθαναν για να γίνουν αυτά τα βιβλία. Δεν το ήθελα αυτό, ούτε τα βιβλία το ήθελαν. Μου το είπαν κιόλας.

«Συγνώμη, μικρή, μη μας κοιτάς με αυτό το βλέμμα! Μοιάζει σαν να μας κατηγορείς. Δε φταίμε εμείς. Δε θέλαμε εμείς να κουβαλάμε πάνω μας το δέρμα κάποιου νεκρού ζώου», φώναξαν όλα μαζί κι άρχισαν να κουνιούνται πέρα δώθε.

«Το ξέρω», τους απάντησα. «Ξέρω πως δε φταίτε εσείς. Και σταματήστε να κουνιέστε, γιατί θα πέσετε κάτω».

Ηρέμησαν.

Κάποια στιγμή έβγαλα ένα βιβλίο από το ράφι κι άρχισα να το ξεφυλλίζω. Απογοητεύτηκα. Γιατί όσα έλεγε δεν τα καταλάβαινα. Δεν είχε παραμύθια, ούτε εικόνες ζωγραφιστές, μόνο κάτι μικρά, μικρά γράμματα που τα διάβαζα και δεν μπορούσα να βγάλω άκρη.  Το έβαλα γρήγορα στη θέση του και πήρα ένα άλλο. Αυτό είχε τίτλο «Ελληνικό Λεξικό», ήξερα πια καλά να διαβάζω. Χμμ…ωραία. Έψαξα στο γράμμα «Τ», για να βρω τη λέξη «τρελοκομείο», εκεί που ήθελε να με στείλει η κυρία μαμά.

Δυσκολεύτηκα λίγο, αλλά μετά από αρκετά λεπτά, το ανακάλυψα. Τι χαρά που έκανα! Ευχαρίστησα το βιβλίο, του είπα πόσο χάρηκα που το γνώρισα, που απέκτησα άλλον ένα καλό φίλο κι άρχισα να διαβάζω φωναχτά τι σημαίνει τρελοκομείο:

«τρελοκομείο (το) ουσιαστικό. Νοσηλευτικό ίδρυμα για την περίθαλψη των τρελών * Συνώνυμο. φρενοκομείο».

Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά. Το αισθάνομαι εύκολα αυτό, γιατί τα αυτιά μου κάνουν σαν να παίζουν τύμπανο. Φυσικά και δεν κατάλαβα ακριβώς τι εννοούσε το λεξικό, αλλά βαθιά μέσα μου ήξερα πως αυτό το μέρος, το τρελοκομείο, δεν ήταν καλό. Δε θα μου άρεσε.

Ακριβώς από κάτω από τη λέξη «τρελοκομείο», υπήρχε η λέξη «τρελός». Το ίδιο το βιβλίο με βοηθούσε να καταλάβω τη σημασία της πρώτης λέξης. Τι καλός φίλος που ήταν. Όχι σαν τους ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν τι τους ρωτούσα. Διάβασα:

«τρελός, -η, -ο, επίθετο. Φρενοβλαβής, παράφρων \\ (μτφ) απερίσκεπτος, ανόητος».

Μάλιστα. Το είχα καταλάβει πολύ καλά, τώρα. Αλλά ακόμα δεν ήμουν σίγουρη πως θα μου άρεσε αυτό το τρελοκομείο. Γιατί εκεί μέσα έκλειναν τους φρενοβλαβείς. Τι ήταν όμως οι φρενοβλαβείς; Ένας από τους κηπουρούς στο σπίτι μας, ο κύριος Στράτος, έχει ένα ποδήλατο με φρένα. Αυτόν εννοούσε; Κι αυτός έπρεπε να κλειστεί στο τρελοκομείο ή αλλιώς φρενοκομείο; Γιατί είχε δικά του φρένα; Ναι, αλλά τα φρένα του ποδηλάτου του μια χαρά ήταν. Στρίγκλιζαν κιόλας όταν σταματούσαν απότομα. Δεν είχαν καμία βλάβη.

Κι εγώ; Εγώ που δεν είχα φρένα; Κανένας δε μου είχε κάνει δώρο ένα ποδήλατο εμένα. Τότε, γιατί η κυρία μαμά είπε πως έπρεπε να πάω στο τρελοκομείο; Γιατί ήμουν παράφρων; Σκέφτηκα, αλλά και πάλι δεν έβγαζα νόημα…

Μήπως γιατί ήμουν απερίσκεπτη κι ανόητη; Σίγουρα. Γι’ αυτό. Γιατί μια μέρα που με μάλωσε η δασκάλα μου με είπε απερίσκεπτη. Μάλιστα. Οπότε έπρεπε να προσπαθήσω να μην είμαι ανόητη κι απερίσκεπτη, αλλιώς θα πήγαινα παρέα με τον κηπουρό μας σε αυτό το παράξενο μέρος, όπου έκλειναν όλους τους φρενοβλαβείς, παράφρονες, απερίσκεπτους κι ανόητους.

Έβαλα το βιβλίο στη θέση του.

Δίπλα σε μία από τις βιβλιοθήκες υπήρχε μια μικρή, ξύλινη σκάλα. Ο μπαμπάς ήταν ψηλός και μπορούσε να πιάσει σχεδόν όλα τα βιβλία του. Αλλά φαίνεται πως είχε τη σκάλα γι’ αυτά που βρίσκονταν στα πολύ ψηλά ράφια. Τα βιβλία που είχαν διαλέξει να διαβάσουν τα ταβάνια. Χαμογέλασα κι ανέβηκα τη σκαλίτσα, για να πιάσω κι εγώ ένα βιβλίο με κόκκινο εξώφυλλο και χρυσά, ολόχρυσα γράμματα. Ήμουν σίγουρη πως ήταν κανένα ονειρεμένο παραμύθι, γεμάτο χρωματιστές ζωγραφιές πρίγκιπες, πριγκίπισσες κι όλα αυτά που μου άρεσαν να διαβάζω.

Παρόλο που πρόσεξα όμως, μόλις έφτασα στο τελευταίο, πλατύ σκαλί, πάτησα με τα γυμνά μου πόδια τη μακριά μου νυχτικιά, γλίστρησα κι έπεσα με θόρυβο κάτω. Χτύπησα το κεφάλι μου και το χέρι μου. Αλλά περισσότερο από όλα το πόδι μου. Βούρκωσα για λίγο, γιατί παρόλο που αντέχω τον πόνο, το αριστερό μου πόδι με πονούσε πολύ. Δεν μπορούσα να το κουνήσω.

Τα έχασα.

Και τώρα; Προσπάθησα να σηκωθώ. Δε γινόταν. Το πόδι μου είχε σταματήσει αμέσως να με πονάει, γιατί εμένα ο πόνος έτσι κι αλλιώς σταματάει πολύ εύκολα, αλλά δεν μπορούσα να το κουνήσω, δεν μπορούσα να σηκωθώ όρθια… Τώρα θα με έβρισκαν εδώ μέσα, τώρα θα με τιμωρούσαν, τώρα θα με έλεγαν «απερίσκεπτη» κι «ανόητη» και θα με έκλειναν σίγουρα στο τρελοκομείο.

Έβαλα τα κλάματα. Αλλά δε φώναξα κανέναν να με βοηθήσει. Σταμάτησα τα κλαψουρίσματα κι άρχισα να σκέφτομαι. Ποιον να φωνάξω; Την κυρία μαμά; Αυτή κι αν δεν ήθελα να δω.

Την Αλεξάνδρα; Η Αλεξάνδρα είναι η μεγάλη μου αδελφή και μοιάζει πολύ στον κύριο μπαμπά και παρόλο που του μοιάζει δεν τον αγαπάει καθόλου. Τη βλέπω εγώ, όταν τον κοιτάζει, στραβομουτσουνιάζει. Το βλέμμα της είναι θυμωμένο. Παρόλο που είναι ίδιοι, ολόιδιοι. Σε όλα. Αφού σκεφτόμουν πως αν ο κύριος μπαμπάς ήταν κορίτσι, θα το έλεγαν Αλεξάνδρα. Η Αλεξάνδρα λοιπόν δε θα ερχόταν. Όσο κι αν τη φώναζα. Δε θέλει κι αυτή ανθρώπους δίπλα της.

Αν φώναζα τη Μαρίνα; Η Μαρίνα είναι η δεύτερη αδελφή μου. Αλλά μοιάζει με κούκλα. Το μόνο που τη νοιάζει είναι το ντύσιμό της. Συνέχεια αλλάζει ρούχα. Περισσότερες φορές από ό,τι αλλάζω  εγώ στις κούκλες μου. Κι όλο κοιτάζεται στον καθρέφτη και μου φαίνεται πως η κυρία μαμά τη θαυμάζει τη Μαρίνα. Αλλά είναι και μαρτυριάρα. Μια φορά που η Αλεξάνδρα δεν έκανε κάτι που της είπε η μαμά, η Μαρίνα έτρεξε και τη μαρτύρησε. Κι από τότε δεν της κάνω παρέα της Μαρίνας. Άμα χρειάζομαι κάποια σαν κι αυτήν, έχω τις κούκλες μου. Που δε μαρτυράνε κιόλας, όταν κάνω κάποια απερισκεψία. Αν φώναζα τη Μαρίνα, θα με μαρτυρούσε αμέσως. Ποιος θα με βοηθούσε λοιπόν;

Κανένας.

Η οικογένεια η δική μου δεν μοιάζει με τις οικογένειες που έχουν στις εικόνες τα βιβλία του σχολείου μου. Εκεί ο μπαμπάς κρατάει από το χέρι τη μαμά και τα παιδιά του και πηγαίνουν βόλτες κι όλο χαμογελάνε και φαίνονται πως περνάνε καλά μαζί. Η δική μου οικογένεια δεν περνάει καλά μαζί. Ο ένας δε θέλει τον άλλο. Αλλά δεν μας πειράζει, γιατί ο καθένας έχει βρει κάτι άλλο να του αρέσει…

Προσπαθούσα να σκεφτώ διάφορα, για να ξεχάσω τον πανικό μου. Μέχρι που προσπάθησα να μιλήσω και στο ταβάνι της βιβλιοθήκης, αλλά εκείνο δε μου έδωσε σημασία. Είναι ψηλομύτικο, σαν τον Κώστα, τον συμμαθητή μου, που δε γυρίζει να με κοιτάξει όταν του μιλάω.  Τώρα για να πω την αλήθεια το ταβάνι του γραφείου του μπαμπά δε με ήξερε τόσο καλά όσο το ταβάνι του δωματίου μου, γι’ αυτό και δεν του θύμωσα.

Είχα αρχίσει να διψάω. Από τη στιγμή που είχα ξυπνήσει δεν είχα πιεί ούτε ένα ποτήρι νερό.

Παρόλο που αρρωσταίνω συνέχεια, πιστεύω πως είμαι δυνατή. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για να δείξω τη δύναμή  μου. Έσφιγγα τα δόντια μου, ούτε κι εγώ ξέρω πόσες ώρες και προσπάθησα να ξεχάσω ότι διψούσα και πεινούσα… Κάποια στιγμή πρέπει να αποκοιμήθηκα, όλα έσβησαν, όλα μια χαρά.

Ξύπνησα απότομα από το φως που μπήκε από τη χαραμάδα της πόρτας του γραφείου που άνοιξε. Μετά κάποιος πάτησε το διακόπτη, άναψε το φως κι όλα έλαμψαν.

Ο κύριος μπαμπάς!

Είχε γυρίσει!

Τώρα θα με δει! Τώρα θα με στείλει για τιμωρία στο τρελοκομείο, που τόλμησα και μπήκα κρυφά στο βασίλειό του!

Μούγκρισα. Από φόβο; Δεν ξέρω.

Ο βασιλιάς με είδε!

«Ελευθερία; Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Πώς μπήκες μέσα στο γραφείο μου;» με ρώτησε θυμωμένα.

Δεν ξέρω γιατί με φώναξε έτσι. Νόμιζε πως με λένε Ελευθερία; Το όνομά μου είναι Ελίνα. Αλλά δεν είπα τίποτα για να μην αγριέψει περισσότερο. Μπορεί και να μπερδεύτηκε όμως, δεν ξέρω, γιατί και τα τρία κορίτσια που ζουν μαζί του σε αυτό το μεγάλο σπίτι, τις αδελφές μου κι εμένα, δεν μας ξέρει καλά, γιατί δεν κάνει παρέα μαζί μας. Οπότε φαίνεται πως ξεχνάει και τα ονόματά μας.

Τα μάτια μου τον κοίταζαν βουρκωμένα. Ό,τι κι αν μου έλεγε, θα είχε δίκιο. Είχα κάνει μια απερισκεψία. Συνέχεια κάνω απερισκεψίες, όπως λέει κι η δασκάλα μου. Δεν είμαι καθόλου προσεκτική. Και τώρα που έμαθα από το μεγάλο λεξικό πως όλους τους απερίσκεπτους τους κλείνουν στο τρελοκομείο, δεν τόλμησα να ανοίξω το στόμα μου, ούτε καν για να ζητήσω συγνώμη.

«Χτύπησες; Θεέ μου!» έκανε ο κύριος μπαμπάς κι ήρθε κοντά μου.

Τώρα θα με τιμωρήσει…τώρα θα με τιμωρήσει, σκεφτόμουν και φοβόμουν τόσο πολύ, που έκλεισα σφικτά τα μάτια μου.

Αλλά ξέρετε κάτι; Δε με τιμώρησε. Με σήκωσε στην αγκαλιά του, σαν πούπουλο και κάθισε στη μεγάλη, δερμάτινη καφέ καρέκλα του γραφείου του.

Με είχε πολλή ώρα στην αγκαλιά του και με κοίταζε. Με περιεργαζόταν. Πολλή ώρα. Έκανε λες και με έβλεπε για πρώτη φορά. Είχε κολλήσει τα μάτια του στα μάτια μου. Τον κοίταζα κι εγώ και σιγά σιγά η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπάει δυνατά, δε φοβόμουν πια και μου άρεσε η αγκαλιά του μπαμπά.

Και δε μιλούσα. Ούτε γέλασα όπως ήθελα, ούτε κουνήθηκα. Σταλιά. Για να μη σταματήσει να με έχει αγκαλιά. Εμένα δε με είχαν αγκαλιάσει ποτέ για να ξέρω. Αλλά τώρα που το έμαθα, σας λέω για να το ξέρετε κι εσείς πως είναι πολύ όμορφη η αγκαλιά. Νιώθεις την καρδιά του άλλου να χτυπάει, νιώθεις και μια ζεστασιά, που γλυκαίνει και την πείνα και τη δίψα…

«Τι φταις κι εσύ, καημένο μου;»  είπε σε μια στιγμή ο κύριος μπαμπάς.

Κι εγώ χάρηκα πολύ, γιατί δε με είπε «απερίσκεπτη», ούτε «ανόητη». Με είπε «καημένο». Οπότε; Οπότε δε θα με έστελνε στο τρελοκομείο.

Και μετά έκανε κάτι που με ξάφνιασε. Έσκυψε και με φίλησε. Ναι. Αλήθεια λέω. Γιατί δεν τον είχα δει να ξαναφιλάει κανέναν. Νόμιζα πως δε φιλούσε, γιατί δεν ήξερε τι είναι το φιλί. Δεν τον είχε φιλήσει κανένας φαίνεται για να ξέρει. Κι όμως, με φίλησε. Ναι. Απαλά. Στο κεφάλι μου.

Και μετά σηκώθηκε όρθιος με μένα στην αγκαλιά του, βγήκε από το γραφείο του κι έβαλε κάτι φωνές, μα κάτι φωνές. Έκλεισα τα αυτιά μου με τα χέρια μου, γιατί φοβήθηκα πολύ. Έτρεξε η κυρία μαμά, φώναξαν τον γιατρό που κάνει καλά τα μικρά παιδιά, μου έβαλε το αριστερό μου πόδι στο νάρθηκα, έγινε ένα μικρός χαμός στο μεγάλο μας σπίτι, αλλά…αλλά εμένα δε με πείραζε γιατί ένιωθα χαρούμενη, ευτυχισμένη, ενθουσιασμένη και καθόλου, μα καθόλου απερίσκεπτη.

Ο κύριος μπαμπάς, ο βασιλιάς του γραφείου με τη μαγευτική βιβλιοθήκη, δεν είχε θυμώσει μαζί μου, δε με είχε τιμωρήσει που τρύπωσα στο γραφείο του κι έψαχνα τα βιβλία του. Ο κύριος μπαμπάς, με είχε πάρει στην αγκαλιά του και με είχε φιλήσει!

Η χαρά μου κράτησε μέρες πολλές. Και το πόδι μου έγινε γρήγορα καλά. Και μια μέρα πλησίασα άφοβα τον μπαμπά και του άνοιξα τα χέρια μου για να με πάρει άλλη μια φορά στην αγκαλιά του. Αλλά αυτός με κοίταξε και μετά μου γύρισε την πλάτη του. Φαίνεται πως αγκαλιάζει σπάνια. Κι έτσι κι εγώ έκανα άλλο κόλπο, γιατί ήθελα να καταλάβω αν με συμπαθούσε. Ξυπνούσα πολύ πρωί, πιο πρωί από εκείνον και κρυβόμουν στο κεφαλόσκαλο. Και πριν ανοίξει την εξώπορτα για να φύγει, του φώναζα:

«Μπαμπά!»

Κι εκείνος γυρνούσε απότομα κι εγώ τον χαιρετούσα. Στην αρχή παραξενεύτηκε, αλλά μετά του άρεσε φαίνεται, γιατί σήκωνε το χέρι του και με χαιρετούσε κι αυτός.

Από εκείνη τη μέρα τού έγινε συνήθεια. Δε χρειαζόταν να τον φωνάξω. Λίγο πριν φύγει, γυρνούσε, με χαιρετούσε κι εγώ σήκωνα και τα δύο μου χέρια ψηλά και του χαμογελούσα πλατιά. Ήταν το μυστικό μας αυτό… 

 

   

    Καλοκαίρι 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας