Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

ΠΡΙΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ (ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΑ)

Δημήτρης Ζαφείρης

 

 

 

 Και δώστου συνέχεια πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, από την μια άκρη του εργαστηρίου στην άλλη, σταματημό δεν έχει. Τα χέρια στις τσέπες του φούτερ και σκυφτό το κεφάλι να κοιτάει το μωσαϊκό του υπογείου.
Ε.. παρατήρησα και εγώ το μωσαϊκό στο σημείο που καθόμουν
Δεν είχα προσέξει ποτέ κάτω από την καρέκλα, ήταν όλο χτυπήματα σε διάφορα σημεία και μικρές λακουβίτσες, από το σιδερένιο πάγκο προφανώς, και η σκόνη.. η βρώμα.. είχε φωλιάσει σε μαύρα στίγματα μέσα τους οπότε και τα σφουγγαρίσματα που κάναμε με τη χλωρίνη ήταν ανώφελα, δεν θα τα καθάριζαν.
Έπειτα από τούτη την ανακάλυψη, αναστέναξα
Η απόγνωση για την κατάσταση του Μάριου άρχισε να με καταβάλει. Έστρεψα τη προσοχή σε αυτό που σκάλιζα πάνω στο πάγκο αλλά η άκρη του ματιού συνέχισε να καταγράφει την αδιάλειπτη κίνηση στο χώρο, χωρίς έλεος, πάνω- κάτω. Γύρισα ξανά προς το μέρος του και ανακάθισα.
Κάθε δεκαοχτώ βήματα Μάριε χάνεις μια θερμίδα και δεν σου περισσεύουν

δεν έδωσε σημασία, μπορεί να μην άκουσε καν. Τόσο ήταν τυλιγμένος σε ένα σύννεφο από σκέψεις ή με έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια; Άναψα ένα τσιγάρο και είπα

μαλάκα θα στρώσεις το κώλο σου πουθενά ή θα σηκωθώ και θα σε γαμήσω;

Πάλι καλά δεν άκουσε γιατί είναι άκυρο να του τη πέφτω στα ίσα. Τις τελευταίες μέρες είναι ιδιαίτερα ευσυγκίνητος, μουτρωμένος, παρεξηγησιάρης.. Αυτή η τελευταία κρίση έχει αναφορά τις τύψεις για τη βούτα που έκανε στη μάνα του.
Θα φτάσουμε να παίξουμε ξύλο στα καλά καθούμενα. Τα δικά μου καθούμενα γιατί αυτός είναι σε τρομερή ένταση, πάνω-κάτω 

Δεν ξέρω αν δερνόμασταν ποιο θα ταν το αποτέλεσμα. Είναι ψηλός και κοκαλιάρης, ξερακιανός, με ολόσγουρα μαλλιά και γεμάτος με φυσική νευρικότητα. Ίσως για αυτό δεν παίρνει δράμι πάχος παρόλο που τρέφεται με σουβλάκια και προφιτερόλ ενώ έχει ένα μούτρο πνιγμένο σε αξύριστα μούσια και σημάδια στο δέρμα από σπυριά που σπάσανε άτσαλα στην εφηβεία. Άρα και πιο αποκρουστικός

Μάλλον θα έκανα ένα βήμα πίσω μόλις αγριευότανε αλλά αν του κατάφερνα μερικές γρήγορες -γιατί αραιά γυμναζόμουν- δεν θα είχε τη δύναμη να αντέξει στα ίσια.

Στην κοσμοθεωρία μου σχεδόν πάντα μια γυναίκα είναι η αφορμή των δεινών αλλά σχεδόν ποτέ η πραγματική αιτία τους καθώς αυτή φωλιάζει κρυμμένη -όπως η βρώμα στο σπασμένο μωσαϊκό- στη παιδική ηλικία μα και σε τυχαία περιστατικά ζωής τα οποία για ακατανόητους λόγους έμμεσα επηρεάζουν μια προσωπικότητα και σκηνοθετούν τις κακοτοπιές στις οποίες μελλοντικά θα παγιδευτεί.
Πάντως σε αυτή τη περίπτωση, ας πούμε ότι το όνομα της αφορμής ήταν Ουρανία.

Ο Μάριος έφτασε για τριακοστή όγδοη φορά στο πίσω μέρος του υπογείου και έμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα κοιτώντας τον τοίχο. Αυτό ήταν κάτι καινούργιο. Έπειτα πήρε φόρα και όρμησε στο μπάνιο. Άκουσα τη βρύση να τρέχει. Βγήκε, πήρε καρέκλα και έκατσε πλάι μου ενώ παρίστανα τον ήρεμο και τον αδιάφορο

βγάλε το τάβλι να παίξουμε μια παρτίδα. Κωλώνεις; Τώρα που ζεστάθηκα και έχω όρεξη

Όταν ήρθε εδώ να ζητήσει μεροκάματο ο Μάριος ήταν καλή εποχή. Δεν τη περιμέναμε τη δουλειά, εκείνη μας περίμενε. Ήμασταν εδώ εγώ και άλλα δυο παιδιά. Με το Μάριο μαζί δουλέψαμε τέσσερα άτομα ταυτόχρονα για κάμποσο καιρό. Μετά άρχισε να σπάει κάπως μέχρι να φτάσουμε κοντά στο πάτο. Είχα λογαριάσει καιρό να βάλω λουκέτο σε αυτό το ρημάδι αλλά δεν μπορούσα να του το πω. Πως να βάλω τα λόγια σε μια σωστή σειρά; Μα δεν έβγαιναν ούτε τα λειτουργικά έξοδα.
Και ο Μάριος; Καλύτερα και από αδελφός. Αν έφευγε από εδώ όμως ήταν χαμένος με τα μυαλά που κουβάλαγε. Έπρεπε με ευθύνη να σκεφτώ το βάρος για την τύχη δύο ανθρώπων. Αν μπορούσε να γίνει διαφορετικά.. Αλλά το μόνο που έμενε ήταν να βρω τρόπο να του το ανακοινώσω.

Χτύπησε δυνατά τα πούλια της τελευταίας ζαριάς
καριόλες, θέλουν όλες σκότωμα
Δάγκωσα τα χείλια, σταύρωσα τα χέρια πίσω στο σβέρκο κοιτάζοντας το ταβάνι προσπαθώντας να μη σκάσω στα γέλια. Μέσα στο βάρος που σήκωνε του άρεσε να ξεγλιστράει με την σκέψη ότι η Ουρανία τον παρέσυρε σε αυτή την τελευταία μαλακία.

Καμιά φορά λες τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα λογαριάζεις, άλλες φορές πάλι έρχονται όπως ακριβώς είναι υπολογισμένα. Από την μέρα που ο πατέρας του έπεσε από τη σκαλωσιά και δεν μπόρεσε ξανά να δουλέψει, κλείστηκε σε ένα καφενείο με το μαράζι αγκαλιά. Στις φλέβες του Θανάση άρχισε να τρέχει ανακατεμένο κονιάκ, ούζο και μπύρα ώσπου μια ωραία μέρα -καμιά δεκαριά χρόνια μετά το ατύχημα- τους την έκανε για τα καλά και μείνανε τα δυο τους, μάνα και γιος. Κιμπάρης ο Θανασάκης, σου λέει έγινα βάρος, ήταν και ανασφάλιστος, τι κάνω σε αυτή τη ζήση; Πλακώθηκε γερά μια περίοδο μέχρι που το αλκοόλ το έσκασε το συκώτι του. Ο Μάριος εκεί κοντά στα 15 άρχισε να ψάχνει για δουλειά όπου να ναι και η μάνα συνέχισε κανονικότατα να σφουγγαρίζει σκάλες. Ναι μελό αλλά έτσι ήρθανε τα πράγματα, πως να το κάνουμε;

Ο θρύλος και τα ντραγκς μπήκαν γρήγορα από την κεντρική είσοδο της ζωής του και εκείνος μία βριζόταν και μία παρακαλούσε την αξιοπρέπεια που την είχε πετάξει από το πίσω παράθυρο μήπως την πείσει για να γυρίσει πίσω.

Παράπονα.. Μολογημένα και ανομολόγητα..
Μα ο καριόλης είναι από την καλή την πάστα του ανθρώπου που για κάθε μαλακία που έκανε, μετά στεναχωριότανε. Έτσι είναι λέω εγώ. Καλοί και κακοί θα κάνουμε τα κερατιάτικα όταν θα ρθει η ώρα αλλά τα μαύρα σκυλιά δεν σκάνε ποτέ. Οι άλλοι, στην συνομοταξία του Μάριου -σαν να είναι γεννημένοι αθώοι- ξεχωρίζουνε γιατί μετανιώνουν και γεμίζουν τη ψυχή τους με ένα μαύρο στίγμα για κάθε μπαγαποντιά που κάνανε.
Γνώρισε την Ουρανία στο νεκροταφείο που είχε πάει με τη μάνα του για να ανάψει το καντήλι του Θανάση. Η Ουρανία δεν είχε πάει για κανέναν εκεί αλλά τότε γενικά χαλάρωνε στα νεκροταφεία τα απογεύματα λίγο πριν τελειώσει το επισκεπτήριο και ο κόσμος ήταν λιγοστός. Έπαιρνε καφέ στο πλαστικό και την άραζε σε όποιο μνήμα της έκανε κέφι. Κρατούσε συνήθως το βιβλίο του Ρεμπώ και τεντωνότανε μαχμουρλίδικα στα άσπρα νεκρικά μάρμαρα μιλώντας σε πουλάκια των δέντρων απαγγέλλοντας αλλόκοτους στίχους. Όχι δεν είναι μπάνικη γκόμενα η Ουρανία. Μιλήσανε τυχαία -δεν μου είπαν όλες τις λεπτομέρειες- αλλά εκείνη έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για αυτό το περιστατικό που θυμόταν ο Μάριος από τα παιδικά του χρόνια και έτσι κολλήσανε. Διαφορετικοί κόσμοι, ο ένας μεγαλωμένος στα χαρακώματα της θύρας 7 και η άλλη στα πατάρια των βιβλιοπωλείων αλλά η φούντα -βασικά- και οι ψυχαναλυτικές σαχλαμάρες ήταν οι συγκολλητικοί παράγοντες.

Σηκώθηκε και ξαναπήγε στο μπάνιο. Πήγα κάτι να πω μα το μετάνιωσα.

Έχει συνδέσει το εγκεφαλικό που έστειλε τη μάνα του στον Ευαγγελισμό με το ξαλάφρισμα που έκανε ο ίδιος στα φράγκα. Δεν το βλέπω έτσι και του το είπα προχτές πάνω στη κουβέντα. Ήτανε να το πάθει. Ήταν η ώρα της ας πούμε. Λίγα έχει περάσει; Η Φωτεινή έφυγε ξεριζωμένη από την Πόλη με την καυτή στάχτη να τσουρουφλίζει τις πατούσες της, ήρθε στη Νέα Σμύρνη με ένα βρακί και ένα καμινέτο και έβλεπε για μια ολόκληρη ζωή να της τα φέρνει όλο τούμπα μια ο δαίμονας και μια ο χάρος και τώρα στα τελειώματα με την σύνταξη και το βελονάκι έπεσε ανάσκελα επειδή κάνανε φτερά από το συρτάρι δυο τρία χιλιάρικα που φύλαγε για τα κοράκια και τους τραγόπαπες; Είδε ότι έλειπε το κομπόδεμα και της ήρθε το κακό; Παπάρια, δεν μπορεί αυτό να είναι σίγουρο.
Ρε ξεκόλλα -τον σκούντηξα-
και κοίτα να τα μαζέψεις πάλι λίγα λίγα για να γίνει η έξοδος της γριούλας όταν είναι να γίνει, όπως θέλει εκείνη. Να πούμε για την μνήμη της Φωτεινής. Αλλιώς; Μπράβο που τα ξεκοκάλισες

Δε μίλαγε, είχε βάλει τη μούρη κάτω και δε μίλαγε. Προχτές περνούσε τη φάση δε μιλάω και σήμερα δε στρώνω το κώλο μου κάτω. Μου την έδωσε και τον έπιασα από το σβέρκο να του ανεβάσω το πρόσωπο που ήταν ένα με το πάτωμα. Τα μάτια κατακόκκινα και πρησμένα. Είχε ξεχειλίσει μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο ένα ποτάμι και τα έπαιρνε όλα αμπάριζα. Αναμνήσεις, γκόμενες, πιόματα, συναισθήματα, φάσεις, φίλους, αδέρφια. Να τι ήμασταν με το Μάριο, αδέρφια! Θα ήταν διαφορετικός μετά από την ιστορία, το ένιωθα. Μπορεί να ήταν και για καλό. Να μην το φορτίσω με σοβαρές σκέψεις σκέφτηκα. Του έριξα μια γερή κουτουλιά και είπα
κουφάλες κωλόγαυροι, με τη παράγκα θα το πάρεις το πρωτάθλημα πάλι φέτος, τσίπα δεν έχετε να αυτοκτονήσετε όλοι μέσα στο τηγάνι μωρέ;
άντε γαμήσου -να κοιτάξετε να φτιάξετε ομάδα για να έχουμε και μεις έναν αντίπαλο και μετά μιλάς για την παράγκα

Τραβιόντουσαν εδώ και κει. Σε ουζερί, καφετέριες, σινεμά, σε εκθέσεις στο πεδίο του Άρεως Έλεγε ότι το πρώτο καιρό η Ουρανία έδινε μεγάλη προσοχή όταν της μίλαγε για τον εαυτό του. Μερικές φορές αισθανόταν μαζί της σαν να ήταν στο μουρλογιατρό. Δεν του έκανε κακό. Πια παρέα θα μπορούσε να βλάψει τον Μάριο που μεγάλωσε στην ίδια γειτονιά με το Μπάμπη τον Χειρουργείο και το Νίκο τον Τρίχα; 
Πάντως, υπό κανονικές συνθήκες την Ουρανία δεν θα την πήγαινα μία... Το στιλ αυτό που κυκλοφορούσε με σημειώσεις του Χαϊντέγγερ για την ριζοσπαστικότητα της τέχνης και τον υπερρεαλισμό στο μεταπόλεμο, το πέρασα στα 22 με 27 και από τότε όποτε έπεφτα πάνω του, 8 στις 10 ήταν για τύπους που πουλάγανε ακριβά τη μόστρα τους
Αλλά να, το μάτι κόβει και η Ουρανία ήθελε απλώς όλο να μαθαίνει. Αυτό. Δεν της αρκούσαν τα βιωματικά σενάρια για το σκοπό της ύπαρξης και τα τοιαύτα. Εντάξει, δεν την κατηγορώ και από πάνω, όμως τα τρίφυλλα που κατεβάζανε μεσημέρι βράδυ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως διεύρυναν τους ορίζοντες της. 
Κάθε άνθρωπος ένα μυστήριο τρένο, έτσι; Στην τελική δεν ενοχλούσαν κανέναν.
Το γαμημένο το περιστατικό ήταν ένα απόγευμα στο παλιό Λούνα Πάρκ, στο Καλαμάκι. Του αγοράσανε του μικρού Μάριου μαλλί της γριάς που τρελαινότανε με δαύτο και εκείνος μόλις το πήρε στα χέρια πήγε καρφί στα βοτσαλάκια δίπλα στη θάλασσα και το πέταξε στο κύμα. Χριστό τον έκανε μέχρι το σπίτι η κυρά Φωτεινή να μάθει το γιατί αλλά μήτε εκείνος ήξερε την απάντηση! Σαν υπνωτισμένος το πέταξε μπλουμ και αυτό ήταν. Είχε να το λέει! Και η Ουρανία μόλις το άκουσε έμεινε άγαλμα. Εγώ όταν το έμαθα πρώτη φορά έβαλα τα γέλια μα είμαι βέβαιος ότι κάποιο συμπαντικό χάσμα άνοιξε για μερικές στιγμές και σαν κάτι να χάραξε μέσα του για να κινηθεί με παραδοξότητα.
Πιο σημαντικό, ότι τον ακολουθούσε ολόκληρη ζωή ένα φαινομενικά γελοίο γεγονός!

Ανέβηκε τα σκαλοπάτια προς την εξωτερική μας πόρτα και έμεινε στο πάνω σκαλί για λίγο. Κοιτούσε το δρόμο έξω και απλά χαιρόταν τις αχτίδες του ήλιου που ορμάγανε μεσημεριάτικα στο υπόγειο.

Ασυναίσθητα μου ήρθανε στο μυαλό εικόνες από το παρελθόν, όταν εδώ κάτω στο εργαστήριο ήμασταν πολλοί και δουλεύαμε με γέλια και βρισιές. Είχε τελειώσει μια ολόκληρη εποχή και έπρεπε να τα μαζεύουμε εμείς οι δυο οι τελευταίοι. Τις μηχανές θα τις έσπρωχνα για παλιοσίδερα. Ο Μάριος την τελευταία μέρα σαν οποιαδήποτε άλλη θα έπαιρνε το λεωφορείο για να γυρίσει σπίτι. Εγώ την επομένη με τη Λία και τα δίδυμα θα πηγαίναμε από νωρίς στο πάρκο.. Θα τον έπαιρνα και τηλέφωνο να δω πως την περνάει
Όλη αυτή η μανούρα με τη καβάτζα της κυρά Φωτεινής έγινε γιατί είχανε φαγωθεί τα δυο τους να κλειστούνε το σαββατοκύριακο στη γκαρσονιέρα της Ουρανίας και να ρουφήξουνε κόκα μέχρι να τη σιχαθούνε. Του είπα την επόμενη Δευτέρα, λίγο πριν μάθει για τη συγκοπή της μάνας του
και τη σιχάθηκες ρε;
άσε, αυτό είναι άλλο πράγμα. Ένα βουνό να είχα τώρα, θα έπεφτα επάνω

Απάντησα στο τηλέφωνο βυθισμένος ακόμα σε ένα κλίμα μελαγχολίας. Είχε δώσει και το νούμερο της δουλειάς στην κλινική. Ναι, εγώ είμαι ο γιος της είπα χωρίς να προλάβω να σκεφτώ πως και γιατί. Το και το. Τελεία και παύλα, συλλυπητήρια ευχαριστώ πολύ, να είστε καλά.
Τον κοίταξα πάλι. Έμενε ακίνητος εκεί να γεύεται το μερτικό του από τον ήλιο. Όπως τα είπα, έτσι; Είχε τελειώσει μια ολόκληρη εποχή εδώ κάτω. Ήταν πια ώρα να φεύγουμε.   


 

  

Δημήτρης Ζαφείρης:

Γεννήθηκα καλοκαίρι του 73 στη Στουρνάρη, λίγους μήνες πριν την αντιεξουσιαστική εξέγερση του Πολυτεχνείου που οδήγησε στην κοινοβουλευτική δικτατορία που βιώνουμε στη νότια βαλκανική από τότε μέχρι σήμερα. Έκτοτε με παρακολουθεί με μαύρα γυαλιά και καμπαρντίνα η πεποίθηση της κοινωνικής απελευθέρωσης παράλληλα με την ατομική ολοκλήρωση και το όραμα της Α.Ε.Κ. στο τελικό του κύπελλο πρωταθλητριών. Γράφω μην έχοντας συνήθως κάτι καλύτερο να κάνω οδηγούμενος από έμφυτη ματαιοδοξία όπως κάθε γνήσιος γραφιάς μέχρι να μετακομίσω σε παραθαλάσσια τοποθεσία στη Τζαμάικα. Ή μέχρι να μου τη φέρει ο Χάρος που τον αποφεύγω σαν ο Κνίτης την αυτοδιαχειριζόμενη κατάληψη. Τα υπόλοιπα στο blog http://dimzaf.wordpress.com

 
copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας