Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Ξεκούρδιστα ρολόγια

Πολυχρόνης Κουτσάκης

 

Είχε πει φεύγω πριν μισή ώρα. Κανείς τους δεν είχε μιλήσει από τότε, όσο ετοίμαζε βιαστικά τη βαλίτσα του.

- Πάρε κάτι μαζί σου, κάτι δικό μας, μια φωτογραφία, είπε αυτή ξαφνικά.

- ...

- Έχω ένα άλμπουμ πάνω στο πατάρι, κάτσε ν ανεβώ να σου βρω μία που είμαστε όλοι μαζί...

Ήταν μικρόσωμη, δεν έφτανε. Πήρε το σκαμπό για να πατήσει επάνω. Αυτός έτρεξε και κλώτσησε το σκαμπό. Αυτή το σήκωσε ξανά, το έστησε στην ευθεία της πόρτας του παταριού και ανέβηκε. Κοιτάχτηκαν και έμοιαζαν ο ένας στον άλλο με κάποιους που κάποτε είχαν γνωριστεί. Η επόμενη κλωτσιά του έριξε κι αυτήν κάτω μαζί με το σκαμπό. Έπεσε άγαρμπα, αλλά σηκώθηκε χωρίς να βγάλει μιλιά.

- Δεν θέλω τίποτα που να έχει σχέση με σένα, είπε αυτός.

Έκλεισε καλά τη βαλίτσα. Ήταν μια μικρή παλιά καφέ βαλίτσα, σκισμένη λίγο από τη δεξιά πλευρά και μπαλωμένη όπως-όπως. Χωρούσε άνετα όλα του τα πράγματα, δηλαδή όσα δεν είχαν πουλήσει ακόμα.

- Λοιπόν, φεύγω.

Αυτή τώρα δεν μιλούσε. Ήταν όρθια, ακουμπισμένη με το πλάι στο κούφωμα της πόρτας του δωματίου και κοιτούσε κάτω. Με άδεια μάτια. Αυτός προχώρησε προς την εξώπορτα χωρίς να της ρίξει άλλο βλέμμα.

- Πήρες μπουφάν; Ρίχνει καρέκλες έξω, του είπε τη στιγμή που ακούμπησε το πόμολο.

Εξακολουθούσε να κοιτάζει κάτω, λες και δεν απευθυνόταν σ αυτόν, αλλά σε κάποιο από τα ζωύφια που έκοβαν βόλτες πέρα-δώθε.

Γύρισε προς το μέρος της.

- Πες μου ένα λόγο για να μείνω μαζί σου.

- Πρέπει να έχουμε ένα μπουφάν στη ντουλάπα

- Μια χοντρή μπεκρού γριά που πηδιέται με κάθε βρωμιάρη που θα την κεράσει ένα μπουκάλι ουίσκι στο καφενείο. Πες μου ένα λόγο να τρώω τη ζωή μου...

- Θυμάσαι πέρσι, τέτοιο καιρό θα ταν πάλι, Χριστούγεννα, είχαμε περάσει πολύ όμορφα στο σπίτι του Θάνου.

- Ούτε ένας. Τίποτα δεν με κρατάει εδώ πέρα.

- Είχε ανάψει το τζάκι, έπαιξε κιθάρα, τραγουδήσαμε...

- Ο Θάνος έχει πεθάνει. Εδώ και έξι χρόνια. Το μυαλό σου είναι τρύπιο απ το ποτό.

- Είμαι καθαρή σήμερα, έχω να πιω από χτες.

- Η ανάσα σου βρωμάει, ολόκληρη βρωμάς οινόπνευμα από δω που στέκομαι μπορώ να σε μυρίσω.

- Έπαιζε ωραία κιθάρα ο γιος μας, όλοι τραγουδούσαμε μαζί του, σαν άγγελος ήταν όταν έπαιζε...

- Πες μου ένα λόγο να μένω σαν λέτσος σ αυτό το χαμόσπιτο, εγώ που κάποτε...

- Καμιά φορά τραγουδούσε για χάρη μου εκείνα τα παλιά τραγούδια, της εποχής μας, που μ άρεσαν. Χορεύαμε κιόλας, οι δυο μας, εσύ κι εγώ, θυμάσαι; Και πόσο τον λάτρευαν όλοι...

- Κοίτα κοίτα πως έχω καταντήσει Εσύ φταις που αφέθηκα έτσι

- Και η κοπέλα του, πως την έλεγαν;

- Για όλα εσύ φταις

- Τι κακό κι αυτό, να μην μπορώ να θυμηθώ το όνομά της. Συχνά το παθαίνω και ξεχνάω...

- Πουτάνα...

- Πες μου το, σε παρακαλώ, αυτό μόνο...

- Βάλια. Φεύγω, μ ακούς; Καταλαβαίνεις;

- Η Βάλια, ναι... τι γλυκιά κοπέλα Κουκλίτσα ήταν, τι να κάνει αυτή; Κι εγώ ήμουν όμορφη τότε...

- Ποτέ. Ποτέ δεν ήσουν...

- Τον λάτρευε Χριστέ μου, πως τον κοίταζε. Κι αυτός, όμως. Τρελός μαζί της. Μια φορά στα χίλια χρόνια τέτοια αγάπη, μάνα. Έτσι μου λεγε, ο Θάνος μας.

- Σε μισώ μ όλη μου την ψυχή, κάθε μέρα εύχομαι να πεθάνεις.

- Και μ αγαπούσες τότεΟυουΠολύ

Της όρμησε με λύσσα και την έπιασε από το λαιμό, άρχισε να την πνίγει. Αυτή δεν αντέδρασε καθόλου, ούτε καν του έδινε σημασία, κοιτούσε το κενό ίσια μπροστά της, πίσω απ το κεφάλι του.

- Πουτάνα.

Άφησε το λαιμό της όταν πια το πρόσωπό της είχε μελανιάσει. Ανέπνεε ακόμα. Σωριάστηκε κάτω, στη γωνιά της πόρτας, βαριανασαίνοντας.

Αυτός κίνησε προς την πόρτα, την άνοιξε και βγήκε έξω. Το ρολόι του τοίχου έδειχνε, όπως πάντα, εννιάμισι. Πρωί ή βράδυ, δεν είχε σημασία. Ήταν ξεκούρδιστο εδώ και χρόνια. Εδώ και έξι χρόνια.

 

Πέρασε περίπου μία ώρα.

Αυτός άνοιξε την εξώπορτα με δυσκολία, λόγω του φοβερού βοριά που θέριζε την πόλη. Αυτή βρισκόταν ακόμα στο σημείο που την είχε αφήσει, κοιτούσε ολόισια μπροστά της αλλά δεν τον έβλεπε, τα μάτια της δεν εστίαζαν πουθενά.

Έσκισε τη σακούλα κι έβγαλε το περιεχόμενό της.

- Έφερα ποτά και τσιγάρα, είπε.

Αυτή συνέχισε να κοιτάζει το τίποτα.

- Merry Christmas, γέλασε τρελά αυτός, ανοίγοντας το μπουκάλι.

Το ρολόι έδειχνε εννιάμισι.     

 

 


Πολυχρόνης Κουτσάκης:

Γεννήθηκε το 1974 στα Χανιά. Για το θεατρικό του έργο Σύστημα Ρολόι βραβεύτηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου 2007 και για το θεατρικό του έργο Όταν ήταν ευτυχισμένος βραβεύτηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Θεατρικού Έργου 2005 από το Υπουργείο Πολιτισμού. Άλλα έργα του έχουν βραβευτεί και παιχτεί στη Νέα Υόρκη, σε αρκετές πόλεις στην Αγγλία, στην Αθήνα (θέατρο Αμόρε) και από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης.
Το καινούργιο του μυθιστόρημα με τίτλο "Ιερά Οδός Μπλουζ" (το πρώτο από μια σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων) εκδόθηκε το φθινόπωρο του 2010 από τις εκδόσεις Πατάκη.

Η ιστοσελίδα του είναι www.polychronis.com

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας