Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Χριστούγεννα για την Ελένη

Παναγιώτης Α. Φερεντίνος

 

 

 

        Ο Νοέμβριος έφτανε πλέον στα μισά του, και τα πρώτα εποχιακά μαγαζιά με Χριστουγεννιάτικα άρχισαν να ξεφυτρώνουν στο κέντρο της πόλης το ένα μετά το άλλο. Οι πρώτες μουσικές, από γνωστούς ρυθμούς και ύμνους καλάντων που έπαιζαν απ' τα μεγάφωνα, έδιναν μια ξεχωριστή νότα στην πόλη που, αν κι ο καιρός ήταν τόσο ασυνήθιστα γλυκός για χειμώνα, ετοιμαζόταν να βάλει τα γιορτινά της.

       Η Ελένη κατηφόριζε την οδό Ερμού, περπατώντας αργά και χαζεύοντας ανέμελη τις ολοφώτεινες βιτρίνες, όπως συνήθιζε να κάνει τα Κυριακάτικα βράδια. “Η πόλη είναι τόσο αλλιώτικη τις Κυριακές” σκέφτηκε. “Τόσο ήρεμη, τόσο μακάρια”. Όντως, οι άνθρωποι της μεγαλούπολης φάνταζαν να είναι διαφορετικοί από αυτούς που την κυκλοφορούσαν καθημερινά, τρέχοντας να προλάβουν άλλος ένα ταξί, το λεωφορείο, ένα λεπτό ζωής. Όλοι όμορφοι, χαμογελαστοί, ντυμένοι στα καλά τους, διάβαιναν τον πλακόστρωτο πεζόδρομο ξέγνοιαστοι, αφήνοντας το χρόνο να κυλήσει. Αύριο είναι μια άλλη μέρα, άλλη βδομάδα. Σήμερα, όμως, είναι Κυριακή.

       Πριν φύγει απ' το σπίτι φόρεσε το μαύρο της παλτό, παρόλο που με τόσο καλό καιρό μάλλον άσκοπο θα ήταν. Δεν ήξερε και η ίδια αν το κανε για το βοριαδάκι που φύσαγε καθώς έβγαινε στο μπαλκόνι της πριν φύγει, για να ελέγξει τον καιρό, ή γιατί, όντως, ήθελε να φορέσει κάτι καλό. Με το περπάτημα άρχισε να ζεσταίνεται, όμως δεν το έβγαλε μιας και της άρεσε πόσο κομψή έδειχνε μέσα του. Δεν είχε βέβαια κάπου να πάει ή κάποιον να δει· της αρκούσε που ένιωθε εκείνη όμορφα, με τα βλέμματα νεαρών περαστικών να καρφώνονται πάνω της καθώς προχωρούσε. Κάπου κάπου αναρωτιόταν που να πήγε η εποχή του φλερτ. Όταν μια βόλτα ήταν μια καλή ευκαιρία για κάποια τυχαία κουβέντα, μια συντροφιά. Πλέον μόνο τα μάτια έπαιζαν, κι αυτά μέχρι να προχωρήσεις λίγο παρακάτω και να μαρκάρεις τον επόμενο.

       Τα περισσότερα μαγαζιά είχαν ήδη στολίσει θεόρατα Χριστουγεννιάτικα δέντρα, με κόκκινες και χρυσές γιρλάντες, αστραφτερές μπάλες και αγγελάκια που πετούσαν τελετουργικά ανάμεσα στα κλαδιά. “Πότε πρόλαβαν και τα στόλισαν όλ' αυτά” αναρωτήθηκε. Είχε περάσει μόλις πριν λίγες μέρες από εκεί, ένα μεσημέρι για κάποια εξωτερική δουλειά του γραφείου, αλλά μάλλον θα ήταν βιαστική και απορροφημένη στις σκέψεις της και δεν τα είχε προσέξει. Όλα αυτά τα χρώματα που ξεπρόβαλαν ξαφνικά απ' το τίποτα, στο γκρίζο φόντο της πόλης, της θύμισαν τα φθινοπωρινά κυκλάμινα στο χωριό της που τα ξυπνά απ' το λήθαργο το πρωτοβρόχι και μεταμορφώνουν το δάσος μεμιάς σε ολάνθιστο μπουκέτο. Πόσα χρόνια είχε άραγε να δει αυτή την εικόνα; Η μνήμη της την γέλαγε. Μάλλον όσα χρόνια είχε φύγει απ' το πατρικό της για την πόλη.

       Κάθισε για λίγο στο πεζούλι της εκκλησίας στην Καπνικαρέα, για να απολαύσει ένα αυτοσχέδιο συγκρότημα πλανόδιων μουσικών, που είχαν στήσει πρόχειρα εκεί στη γωνία μια μικρή συναυλία. Κόσμος έφτανε, κοντοστεκόταν για μερικά λεπτά και συνέχιζε ξανά την πορεία του. Ξαφνικά της ήρθε στο μυαλό η πρόταση που της έκαναν την Παρασκευή τα κορίτσια απ' τη δουλειά: Χριστούγεννα στην Κωνσταντινούπολη. Είναι αλήθεια πως το είχε ανάγκη ένα ταξίδι, μιας και είχε δύο χρόνια να πάει κάπου διακοπές, αλλά το απέρριψε, προφασιζόμενη μια άλλη πρόταση που δεν μπορούσε να ακυρώσει. Τα έβγαζε δύσκολα πέρα στην Αθήνα και πλέον θεωρούσε πολυτέλεια ένα σινεμά ή μια ταβέρνα μια φορά στις δεκαπέντε μέρες. Πόσο μάλλον ένα ταξίδι. Η ζωή στις πόλεις είναι δύσκολη, μήνας μπαίνει- μήνας βγαίνει οι λογαριασμοί πρέπει να πληρωθούν. Ενοίκιο, κοινόχρηστα, φως, τηλέφωνο, κάρτα για το Μετρό... ατέλειωτη λίστα. Όποτε ο μήνας κοντοζύγωνε στο τέλος του, η Ελένη άρχιζε σαν κομπιουτεράκι να υπολογίζει τα πάντα: “για φαγητό τόσα, για σουπερμάρκετ τόσα, υποχρεώσεις...”. «Ούτε ο κρατικός προϋπολογισμός να ήμουνα», είπε και χαμογελούσε μονάχη της.

        Η αλήθεια είναι πως η γενικότερη κατάσταση με τα οικονομικά της την πίεζε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Τουλάχιστον ζούσε απ' τα λεφτά της, έστω και ταπεινά. Αλλά κι από που αλλού να ζούσε; Ο πατέρας της είχε πεθάνει εδώ και χρόνια και η μητέρα της, σε προχωρημένη ηλικία πλέον, ζούσε μόνη της στο χωριό τους από μια μικρή σύνταξη. Ήταν πολλές οι φορές που της ζήτησε να γυρίσει πίσω, να την έχει κοντά της στα τελευταία της χρόνια, αλλά η Ελένη το αρνιόταν πεισματικά. Είχε ήδη φύγει απ' τα δεκαοκτώ, δεν υπήρχε τίποτα που να την κρατήσει ζωντανή εκεί. Η περιέργεια των ανθρώπων της επαρχίας, η θέλησή τους να ανακατεύονται σε θέματα που θεωρούσε προσωπικά, και η μονότονη, επίπεδη καθημερινότητα ενός μικρού τόπου της προκαλούσαν ασφυξία ακόμα και στη σκέψη να γυρίσει. Από διάφορες κουβέντες της μητέρας της, του τύπου: “Κορίτσι μου, πότε θα παντρευτείς; Φτάνεις τα τριανταπέντε! Εδώ με ρωτούν πότε θα κάνεις παιδιά, μεγάλωσες πια. Θα νομίζουν πως έχεις κανένα κουσούρι. Μιλάει το χωριό...” απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι τις επισκέψεις στο πατρικό της. Σκεφτόταν πως άραγε ένα τόσο οικείο της μέρος, μπορούσε πλέον να φαντάζει αβάσταχτο, εχθρικό απέναντί της.

       Μα και στην πόλη, τι είχε αλλάξει; Εδώ όπου ήρθε νέα ακόμη, φοιτήτρια της Νομικής, με τόσα όνειρα και τόση φρεσκάδα τι είχε κατακτήσει; Όσους φίλους είχε κάνει μέσα στα χρόνια χάθηκαν, άλλοι έφυγαν, γύρισαν στις πόλεις τους, άλλοι έκαναν οικογένεια και παράτησαν τα μεγαλεπήβολα νεανικά τους όνειρα. Εκείνη ένιωθε πως έμεινε πιστή στην ιδέα μιας καριέρας, δεν πρόδωσε τ' όνειρό της. «Για την επιστήμη» έλεγε συχνά και παρηγοριόταν. Μα τώρα έρχονταν Χριστούγεννα και ήταν μόνη. Η επιστήμη πήγε περίπατο, ανθρώπινη ζεστασιά είχε ανάγκη. Για μία ακόμη φορά έφταναν Χριστούγεννα και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Κάθε χρόνο έλεγε: «του χρόνου όλα θα είναι διαφορετικά, να 'σαι αισιόδοξη!», αλλά εις μάτην. Ήξερε πως τις μέρες των γιορτών θα φόραγε τα καλά της και θα έβγαινε στους δρόμους να χαζεύει τον κόσμο· μητέρες με μικρά παιδιά στα παιχνιδάδικα και τα καρουζέλ, πλανόδιους μουσικούς που βγάζουν το ψωμί τους τραγουδώντας, τη φωνή του κουλουρτζή, του σαμαλιτζή. Κι όλες αυτές οι εικόνες θα τις αρκούσαν για να γυρίσει κάποια στιγμή σπίτι, πείθοντας τον εαυτό της πως κάπου είχε πάει. Κι αν κάποιος τύχαινε να πάρει τηλέφωνο και δεν την έβρισκε σπίτι, εκείνη θα έλεγε πως είχε βγει βόλτα. Πού θα ήξερε ο άλλος αν ήταν μόνη;

       Τα Χριστούγεννα τα έβλεπε πλέον ως μία κανονική μέρα. Μια δεύτερη Κυριακή. Καμιά διαφορά. “Ευκαιρία για ύπνο και ξεκούραση” σκεφτόταν, και ένιωθε πως ήταν καλύτερα απ' το να τρέχει σε ρεβεγιόν και υποχρεώσεις. Μα και ποιος να την καλούσε πλέον; Το τηλέφωνό της χτυπούσε μόνο για έκτακτες υποθέσεις του γραφείου κι εκείνη ήταν υποχρεωμένη να το σηκώσει, μέρα-νύχτα, γιατί έτσι λειτουργεί το επάγγελμα. Κάποτε το έβλεπε λειτούργημα βέβαια... Από την Παρασκευή το απόγευμα μέχρι την Δευτέρα το πρωί σπανίως χτυπούσε. Ήλπιζε σε κάποια πρόταση, έστω και της τελευταίας στιγμής, αλλά κι αυτό είχε να γίνει χρόνια. Που πια οι καιροί που ακύρωνε τις προτάσεις για κάτι καλύτερο ή για να κάτσει λίγο σπίτι, μόνη. Τώρα εκείνη έπαιρνε την πρωτοβουλία να βρει ιδέα για έξοδο· εκείνη έπρεπε να πάρει τη μισή λίστα των τηλεφώνων στο κινητό της, τους λιγοστούς εργένηδες φίλους της, κι απ' αυτούς όποιος το σήκωνε ή θα είχε κάτι κανονίσει -έστω έτσι θα έλεγε- ή θα είχε κάτι άλλο στο μυαλό του που δεν θα της άρεσε.

       Γιατί της έμπαιναν στο μυαλό τέτοιες σκέψεις; Άρχισε να γερνάει; Ήθελε, μεμιάς, να κατασιγάσει τις κραυγές ειλικρίνειας που ορμούσαν σαν χείμαρρος στην ψυχή της, μα οι εικόνες αυτές τη γύρισαν πίσω, χρόνια πίσω, στη ζεστασιά της οικογενειακής θαλπωρής. Είδε τον πατέρα της, νέο τότε, όμορφο με τα πυκνά καστανά του μαλλιά και το γλυκό του χαμόγελο να την ξυπνά: «Είναι Χριστούγεννα» της είπε. «Σήκω, πάμε στην εκκλησία». Αν και πρωί, το σπίτι είχε κατακλυστεί από μυρωδιές γλυκών και πιάτων που σύντομα θα πλαισίωναν το γιορτινό τραπέζι. Η μητέρα της έλειπε, συνήθιζε τέτοια μέρα να πηγαίνει από νωρίς στη θεία λειτουργία. Θα την έβρισκαν εκεί σε λίγο. Η Ελένη ετοιμάστηκε γρήγορα, σκεπτόμενη πως μετά το κοινώνημα θα την έπαιρνε ο πατέρας της στους ώμους του να τη γυρίσει στο παζάρι και στην στολισμένη πλατεία του χωριού. Τι όμορφος που ήταν. Η αρρώστια δεν τον είχε αγγίξει ακόμα, ήταν όπως θα ήθελε πάντα να τον θυμάται. «Έναν τέτοιον άντρα θέλω να παντρευτώ» έλεγε σαν ήταν μικρούλα. Φτάνοντας στην εκκλησία την άφησε μόνη να προσκυνήσει την εικόνα του Χριστού κι εκείνος πήγε στα δεξιά, στην πλευρά των ανδρών. Εκείνη θα έβρισκε τη μαμά της στ’ αριστερά. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, φτάνοντας ίσα-ίσα με τα χείλη της το κάτω μέρος της εικόνας, κι έπειτα γύρισε αριστερά, αναζητώντας τη μητέρα της. Δεν την έβλεπε πουθενά. Ένας τρόμος την κυρίευσε, που να πήγε η μαμά της; Ξάφνου, κοντά στην πύλη του ιερού, αντίκρισε μια φιγούρα στο φως. Κοίταζε μακάρια μπροστά, απορροφημένη από τα θεία λόγια και τη συγκίνηση της ημέρας. Μια σιλουέτα λουσμένη στο φως. “Τι όμορφη γυναίκα...” σκέφτηκε, “είναι άραγε η Παναγία;”. Η γυναίκα της χαμογέλασε, της έκανε τρυφερά νόημα με τα μάτια να πάει κοντά της. Ήταν η μητέρα της. Τι όμορφη μαμά που είχε. Τι γλυκός άνθρωπος. Κάποτε δεν έβγαινε μέσα απ' την αγκαλιά της...

       Δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Μια φωνή «Κυρία μου είστε καλά;» την επανέφερε στην πραγματικότητα. Πόσο είχαν αλλάξει πλέον τα πράγματα; Πως είχε τόσο μεταμορφωθεί; Εκείνη που παινευόταν για τις γνώσεις της, τα πτυχία της, το κύρος της, είχε τόσα χρόνια να δει τη μητέρα της. Μίλαγαν στο τηλέφωνο σπάνια, αν και η Ελένη έβρισκε κάθε μέρα μια-δυο κλήσεις στο σταθερό της απ’ το νούμερο του πατρικού της. Πάντα η συζήτησή τους έκλεινε με νεύρα, με καυγά. Την τελευταία φορά είχε αποκαλέσει τη μητέρα της “γριά” και κατέβασε το ακουστικό χτυπώντας το δυνατά. Αυτό το αγνό, ταπεινό πλασματάκι που κάποτε έβλεπε τη μαμά του ως Παναγία τώρα την απαξίωνε και την υποτιμούσε απλά ως “η γριά”; Κάποτε η μάνα της, πριν καταπέσει, έκανε ό,τι δουλειά έβρισκε για να της στέλνει στην Αθήνα τα λιγοστά της χρήματα για να ζει και να σπουδάζει. Κι εκείνη, εκείνη τη μέρα του Σεπτέμβρη πριν να φύγει για σπουδές, όρκο είχε δώσει: «Μια μέρα θα σε κάνω περήφανη. Θα πετάξεις τα κουρέλια. Θα μπαίνεις σε κτίρια και θα σου ανοίγουν την πόρτα. Κυρία!». Αυτή την κυρία έβλεπε, πλέον, ως γριά. Την είχε ξεγράψει. Σα να περίμενε ένα τηλεφώνημα που θα της ανακοίνωνε πως η μάνα πέθανε και τέλος, έφυγε. Αλλά λες και έφταιγε; Τι είχε καταφέρει; Στην πραγματικότητα τίποτε. Ήταν μια ακόμη αδιάφορη σκιά στο γκρίζο της πόλης. Πως ν' αντίκριζε αυτή τη μάνα;

       Την είχε πάρει την απόφασή της. Αύριο πρωί, πρωί θα της τηλεφωνούσε. Στη μάνα, στην Παναγία, σ' αυτή που δόθηκε στο παιδί της σώμα και ψυχή· όχι στη “γριά”. Κι έτσι και γινε. Το επόμενο σαββατοκύριακο ήταν εκεί, στο χωριό της, και το κινητό της έμεινε στην τσάντα, ούτως ή άλλως δεν θα χτυπούσε. Μόνο οι κλήσεις της μάνας της υπήρχαν εκεί, αλλά τώρα ήταν μαζί, δεν υπήρχε ανάγκη για τηλέφωνα και αποστάσεις. Η Ελένη κανόνισε να έρθει πάλι στις γιορτές, να κάνουν μαζί Πρωτοχρονιά. Ποια Κωνσταντινούπολη και ποια κορίτσια απ' τη δουλειά, τώρα δεν θα χρειαζόταν προφάσεις και δικαιολογίες. Η μάνα της ήταν προτεραιότητά της. Για όσο ακόμα ζούσε, θα στεκόταν δίπλα της όπως όφειλε. Είτε έκανε κάποτε παιδιά είτε όχι, ήξερε ότι όπως θα ζήταγε κι εκείνη απ' τα παιδιά της μια συντροφιά, έτσι κι η δική της μάνα άξιζε απ' το δικό της παιδί μια. Πως μπορούσε να αφήσει τον καιρό ανεκμετάλλευτο; Από δω και πέρα είχε κάποιον να ξέρει πως θα τη νοιάζεται πάντα. Και θα ήταν εκεί γι' αυτήν για πάντα.

  


 

  

Παναγιώτης Α. Φερεντίνος:


         Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1983. Σπούδασε Ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών(2002-2007), στο Α' Εργαστήρι Ζωγραφικής, και Χαρακτική (2004-2007) στο Β' Εργαστήρι Χαρακτικής. Το 2005 κερδίζει υποτροφία από την Ακαδημία Αθηνών για Ανώτατες σπουδές τέχνης στο Παρίσι όπου το 2006 συμμετέχει στο πρόγραμμα Erasmus (Universitι Paris 8 Vincennes-Saint-Denis), στα πλαίσια των προγραμμάτων ανταλλαγών φοιτητών. Σήμερα, είναι τελειόφοιτος του Τομέα Χαρακτικής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών. Από το 2008, εργάζεται στο Εικαστικό Εργαστήρι του Δήμου Πατρέων ως καθηγητής Σχεδίου-Ζωγραφικής. Έχει συμμετάσχει σε πλήθος εκθέσεων, Μπιενάλλε και Διαγωνισμούς όπου απέσπασε αξιόλογες κριτικές για το έργο του. Δουλειά του έχει παρουσιαστεί στην Ελληνική και Κυπριακή τηλεόραση. Μέρος του έργου του έχει παρουσιαστεί και βρίσκεται σε ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές σε Ελλάδα, Κύπρο, Γαλλία, Σερβία και Καναδά. Με τη συγγραφή ασχολείται τα τελευταία δέκα χρόνια, κυρίως με το διήγημα, την αρθρογραφία και την ποίηση.

• Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Αφέντης του «τόσο δα»
κυκλοφόρησε πρόσφατα  από την «Άνεμος εκδοτική».                    

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας