Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Η καταπακτή των παράλογων επιθυμιών

Χριστόφορος Παυλίδης

 

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

     Σαν ήμουνα μικρό παιδί, γοητευόμουν ν' ακούω αφηγήσεις για τόπους παράξενους,  όπου η ροή των καθημερινών   γεγονότων   παρουσίαζε   τέτοια μεταβλητότητα, που ποτέ η επόμενη μέρα δεν έμοιαζε να έχει κάτι κοινό  με την προηγούμενη.

Οι εντυπώσεις άλλαζαν με τόσο ξέφρενο ρυθμό,  σε σημείο που η εναλλαγή των εικόνων έμοιαζε με απρογραμμάτιστη προβολή  σλάϊντς πάνω σε μια οθόνη με μεταβαλλόμενους χρωματισμούς.

Σε  αυτό το  αλλοπρόσαλλο  φευγιό  από την καθημερινή πραγματικότητα,  η  φαντασία  μου ταξίδευε  ολομόναχη, κρατώντας ζηλότυπα από  τη φθονερή επιβουλή  των  άλλων  το   αινιγματικό μυστικό,  που ήταν  καλά  κρυμμένο  κάτω  από  το σιδερένιο σκέπασμα της καταπακτής!


 

I

 

 

     Ήταν ένα υγρό,  ανοιξιάτικο σούρουπο του  Μάη και η χαρούμενη παιδική συντροφιά,  συγκεντρωμένη στο ξέφωτο του δάσους,  ήταν έτοιμη να ξεκινήσει για  το  παιχνίδι  του  Ιχνηλάτη.  Σημάδια  από πέτρες,  κλαδιά  και κιμωλίες θα  την  οδηγούσαν, ύστερα  από  μια  συναρπαστική  αναζήτηση, στην ανακάλυψη της κρυψώνας της υπόλοιπης  συντροφιάς  που είχε ξεκινήσει  νωρίτερα.

Ήμασταν  τέσσερις  και  κρίναμε  καλύτερο  να σκορπιστούμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις,  μέχρι ν' ανακαλύψουμε τα πρώτα ίχνη.  Τότε η ομάδα  θα ενώνονταν  πάλι  και όλοι μαζί  θα  παίρναμε  στο κατόπι τα σημάδια.

Έψαχνα μ' ένταση σε κάθε απόκρυφο σημείο  που η υποψία του νου μ' έσπρωχνε κι έτσι διόλου  δεν αντιλήφθηκα  πως είχα ξεμακρύνει πολύ  από  τους άλλους.

Στο μεταξύ, τα βαριά σύννεφα και το προχώρημα του απογεματινού,  σκοτείνιασαν τον τόπο και με ανάγκασαν  να  χρησιμοποιήσω τον  ηλεκτρικό  μου φανό.

Γύρω, οι σκιές των κλωναριών σχηματοποιούσαν φευγαλέες  φιγούρες  αλλόκοτων  πλασμάτων  και  ο φόβος  που έφερνε  η μοναξιά  περνούσε  σιγά-σιγά μέσα μου,  μέχρι που ξαφνικά  -συνειδητοποιώντας την  απομόνωσή μου- ένιωσα  να με  λούζει  κρύος  ιδρώτας,  σαν  κάποια  ακαθόριστη απειλή  να  με παραμόνευε.

Έστειλα τη  φωτεινή  δέσμη  να  διαγράψει  ένα κύκλο,  μα όσο βαθιά  και αν  έσκισε  το σκοτάδι,  δεν  μπόρεσα να  διακρίνω κάποιο παρήγορο  ίχνος των συντρόφων μου.

     Τότε τρόμαξα στ' αληθινά και άρχισα να  κραυγάζω τα ονόματά τους.

Αλλά  αποδείχτηκε μάταια  η  προσπάθειά  μου, αφού  καμιά  απόκριση δεν πήρα  και έτσι,  σκιασμένος από το φόβο, λούφαξα πλάι στον χοντρό κορμό κάποιου πεύκου.

Ξαφνικά,  διέκοψαν  τη βουβαμάρα  του  δάσους δυνατοί ψίθυροι και γέλια πνιχτά, σαν κάποιοι να διασκέδαζαν ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές.

Οι  χαρωποί ήχοι διέλυσαν τη φοβία  μου  και, περίεργος  ν' ανακαλύψω από πού πήγαζε εκείνο το ιλαρό  γλεντοκόπι,  σηκώθηκα και  ακολούθησα  την κατεύθυνση τους. Αλλά,  όταν έφτασα εκεί,  όπου έπρεπε να βρίσκεται η συντροφιά που  διασκέδαζε, δοκίμασα έκπληξη κι απογοήτευση,  αφού κανένας δεν υπήρχε στο μικρό ξέφωτο,  αν και το  απερίγραφτο κομφούζιο   των  φωνών  φανέρωνε  το   αντίθετό. Έμοιαζε σαν  να έκρυβε ο αγέρας αόρατες  στρατιές ξωτικών που είχαν βάλλει σκοπό να με τρελάνουν  με τα  σκανδαλιάρικα  παιχνίδια  τους.   Σιγά-σιγά, όμως,  συνειδητοποίησα πως οι ήχοι ερχόντουσαν κάτω από τα πόδια μου και όταν χτύπησα με το  τακούνι το χώμα,  αυτό αντήχησε,  σαν να 'ταν κούφιο, ενώ σύγχρονα  ένα  επιτακτικό  Σούςςς!  έφερε  την απόλυτη   σιγή!


Κατάπληχτος  και  λιγάκι  φοβισμένος,  έσκυψα κάτω και,  στο φως του φανού,  διέκρινα πάνω στο χορταριασμένο χώμα ένα σκουριασμένο  κρίκο.  Τον τράβηξα  όσο  δυνατά  μπορούσα  και   τότε,   με ανατριχιαστικό   τριγμό,   σηκώθηκε  το   καπάκι κάποιας υπόγειας κρύπτης.  Ένας άπλετος φωτισμός ξεχύθηκε από μέσα και ξαστέρωσε τη σκοτεινιά του δάσους.  Τρομοκρατήθηκα,  μα ήταν πλέον αργά  ν' αντιδράσω με τη φυγή. Έμεινα εκειδά καρφωμένος να βλέπω  γητεμένος,  όλο εκείνο το παρδαλό  πλήθος, που  λούφαζε  παραξενεμένο  σε  μια  γωνιά του υπόγειου δωματίου.

Όμως,  τούτη η παύση της αναγνώρισης διάρκεσε λίγα μόνο δευτερόλεπτα, αφού αμέσως μετά ξέσπασε  η ομοβροντία  των γέλιων και  των  ψιθύρων,  καθώς βρέθηκα ανάμεσά τους.

Οι διαστάσεις του δωματίου θεριέψανε μαγικά  και μπροστά  στα  θαμπωμένα μου μάτια απλώθηκε  μια πολιτεία   με   δρόμους   λιθόστρωτους,   σπίτια περιτειχισμένα  και  κήπους  με  λιμνούλες, που στόλιζαν πλατείες,  όπου ύψωναν τη μεγαλοπρέπειά τους  μουσουλμανικά παλάτια και τεμένη.

Οι άνθρωποι με τα σαρίκια και τις  κελεμπίες, έφτιαξαν  ένα σμιχτό κλοιό γύρω μου και ενώ  μου μιλούσαν με τη βαθύφωνη,  γοργή γλώσσα τους,  που εγώ  παράδοξα καταλάβαινα με τραβολογούσαν  προς τη   μεριά   κάποιου   Άρχοντα,   που   περίμενε, αγέρωχος, πάνω στ' άλογό του, λίγο πιο πέρα.

Τα  μάτια  του άστραψαν από  άγρια  χαρά  σαν με είδε.

Μπρε-μπρε!!  φώναξε μελιστάλαχτα.  Να  που βρισκόμαστε ξανά Αλαντίν,  μικρό μου αλητάκι. Σε ποια  διαβολότρυπα ήσουν χωμένος τόσο καιρό  που σ' έψαχνα;

Τα  λόγια  του μ' έκαναν  να  κοκαλιάσω  από φόβο,  γιατί  στο μαυριδερό πρόσωπο του  Άρχοντα, που στέκονταν μπροστά μου,  αναγνώρισα τον  Μαροκινό μάγο που  με  είχε  φυλακίσει  κάτω  από την καταπακτή  του  θησαυρού  στην  Έλ  Καλάς, την απόμακρη πόλη της Κίνας.

Πισωπάτησα,  καθώς έψαχνα απελπισμένα να  βρω κάποιο δρόμο φυγής.

Μη  φοβάσαι  μικρό  μου  αγρίμι!,  συνέχισε εκείνος. Δεν πρόκειται να σε πειράξω αν φερθείς λογικά και μου δώσεις το λυχνάρι που μου ανήκει!

     Ά,  ώστε αυτός είναι ο σκοπός σου,  πανούργε μάγε;  σκέφτηκα.   Έννοια  σου,   και   σου έχω καλοστημένη παγίδα. Θα δεις!

Δεν το πήρα μαζί μου,  από φόβο μήπως μου το κλέψουν,  απολογήθηκα, παίρνοντας μισοκακόμοιρο ύφος. Μα  αν παίρνεις όρκο στον Αλλάχ πως  δε  θα μου κάνεις κακό,  θα σε οδηγήσω εκεί, όπου το έχω κρυμμένο.

Τα μάτια του άστραψαν!

Ένας  είναι  ο  Αλλάχ  και  προφήτης  του   ο Μωάμεθ! φώναξε.  Ορκίζομαι στ' όνομά του,  πως δε θα σε αγγίξω αν μου παραδώσεις το λυχνάρι.

     Η  παιδιάστικη  αθωότητά μου δεν  μπόρεσε  να διακρίνει το δόλο που έκρυβε το λογοπαίγνιο του και  έτσι  πείστηκα να τον  οδηγήσω  στη  μυστική κρυψώνα. 

     Πήδηξα πισωκάπουλα στο μαύρο του άλογο, που  με  μιας ξεχύθηκε σαν άνεμος  έξω  από  την πολιτεία.

Καταπίναμε  την αμμουδερή έρημο με  ασύλληπτη ταχύτητα  και  ο ακίνητος αγέρας που  σχίζαμε  με δύναμη  στο ταξίδεμα μας,  απάλυνε  τα  πυρωμένα χάδια του ήλιου!

Ο ίλιγγος με μέθυσε και έχασα την αίσθηση  του χρόνου, δοσμένος σ' εκείνον τον ξέφρενο καλπασμό που ήταν  αθόρυβος και έμοιαζε με κολύμπι μέσα  σε μπαμπακένια θάλασσα.  Έτσι,  σαν είδα ξαφνικά να προβάλλουν  τα  πέτρινα ανάκτορα της  πόλης  των ληστών,  που έμενε από χρόνια ερημωμένη, τα μάτια μου  θάμπωσαν από κατάπληξη,  σαν  αναλογίστηκα πόσο σύντομα είχαμε φτάσει εκεί!

Τον  οδήγησα τότε μπροστά στη μεγάλη πύλη  και εκεί  απέναντι,  με χέρια υψωμένα,  όπως  ο  Αλή Μπαμπάς στις χίλιες και μια νύχτες, φώναξα:

Άνοιξε σουσάμι!

Η μαγική δύναμη των λόγων, έστρεψε τα πέτρινα θυρόφυλλα  γύρω από τους άξονές τους και μ'  ένα βαθύ  τριγμό αποκάλυψαν πίσω  τους,  σωρούς  από πολύτιμα πετράδια και χρυσαφικά.  Μα πιότερο απ' όλα τούτα τ' αγαθά, που μαγνητίζουν την ανθρώπινη φαντασία,  καταύγαζε με τη λάμψη του το ταπεινό, μπακιρένιο λυχνάρι!

Σαν  το είδε,  ο πανούργος μάγος όρμησε  να  το αρπάξει, μα πρόλαβα και τον συγκράτησα.

Η μαγεία του λυχναριού θα χαθεί, αν  το απομακρύνει  από τον  σωρό,  άνθρωπος  με δολερή ψυχή. Άφησε σ εμένα αυτή την τιμή, αφού η παιδική   αγνότητα   διατηρεί  καθάριους    τους  λογισμούς μου.

Για μια στιγμή δίστασε, αλλ' αμέσως υποχώρησε και  μου  επέτρεψε  να  το  πάρω.   Αλλά,  καθώς απομακρυνόμουν  από  το σωρό με το  λυχνάρι  στα χέρια, τον αντιλήφτηκα με την άκρη του ματιού να σηκώνει  πάνω  από το κεφάλι μου  τη  βαριά  του σπάθα.  Τότε,  με  όση  δύναμη είχα  στα  πόδια, έτρεξα  και βρέθηκα έξω από την πύλη.  Τα  χέρια μου  υψώθηκαν  πάλι στον ουρανό κι η  φωνή  μου, βαριά και σταθερή, πρόσταξε:

Κλείσε σουσάμι!

Και  προτού ο Μαροκινός μάγος προλάβει  να  τις διαβεί,  οι  πέτρινες  πύλες  έκλεισαν  και  τον παγίδεψαν για πάντα, στην έρημη πόλη των ληστών!

     Τώρα,  κατάμονος στην άδεια απεραντοσύνη  της ερήμου,  έβλεπα φοβισμένος τις μαύρες  κουρτίνες της  νύχτας  να  σκεπάζουν γοργά  το  τοπίο,  που κοκκίνιζε  αδύναμα  στον ορίζοντα.  Και  όπως  τα βλέφαρά μου έκλειναν,  νικημένα από την κούραση, το  χέρι μου έτριψε ασυναίσθητα το λυχνάρι και  η επιθυμία  μου να λυτρωθώ από  το αδιέξοδο,  έγινε προσταγή!

Τότε, μ'  έναν  ασύλληπτο  τρόπο,  ο  χώρος συρρικνώθηκε ταχύτατα κι εγώ αποβλήθηκα από  μέσα του  σαν  παράσιτο  πάνω  στην  παχιά  χλόη  του ξέφωτου, όπου με αγκάλιασαν τα όνειρα!

 

 

II

 

 

     Έεεϊ!! Λάμπρο, ξύπνα!

Άνοιξα  αλαφιασμένος  τα μάτια  και  ανακάθισα στις φτέρνες μου.

Ολόγυρα   ήταν   μαζεμένη  η   παιδική μου συντροφιά  και στο φως των φαναριών μπορούσα  να διακρίνω  τη ζωηρή ανησυχία στ'  απορημένα  τους μάτια.

     Μα, πού στο καλό χάθηκες; φώναξε, θυμωμένος ο  Μάκης.  Σε  ψάχναμε,  σχεδόν  ολόκληρη  ώρα.

Μάλιστα,  πριν  από πέντε λεπτά, περάσαμε κι  απ' αυτόν τον τόπο, χωρίς να σε δούμε! Και πάνω στην ώρα   που είχαμε  απελπιστεί,   σε  βρίσκουμε να κοιμάσαι μακάρια. Είναι να τρελαίνεται κανείς με τις παραξενιές σου!

Για να λέμε την αλήθεια,  κι εγώ δεν ήμουν λιγότερο απορημένος απ' αυτούς,  για ότι  παράδοξο είχα  ζήσει!  Ότι  και αν τους έλεγα  δεν  θα  το πίστευαν και θα με περνούσαν για κουζουλό. Έτσι, έκρινα  πως  θα ήταν σοφό να  σιωπήσω,  μέχρι  να μπορέσω  ν' ανακαλύψω κάτι χειροπιαστό  απ'  ότι μου είχε συμβεί.

Έκανα,  λοιπόν,  τον ζαλισμένο και χτύπησα με την παλάμη το μέτωπό μου.

Να  πάρει  η  ευχή!   Δεν  μπορώ  να  θυμηθώ τίποτα είπα, παίρνοντας αξιολύπητο ύφος.

Λίγο   αργότερα, σαν  βρέθηκα  βολεμένος στη ζεστασιά   του   κρεβατιού   μου,    άρχισα να συλλογιέμαι  μία προς μία όλες τις κινήσεις  που είχα  κάνει από τη στιγμή που  απομακρύνθηκα  από την ομάδα, μέχρι τότε που βρέθηκα  μπροστά  στην  καταπακτή.   Οι   εικόνες   μου είχαν   τυπωθεί ξεκάθαρα  στο μυαλό και δε μου έμενε η  παραμικρή αμφιβολία,  πως -όσα γεγονότα είχαν  ακολουθήσει μετά-  ήταν  αληθινά.   Η  μόνη  απορία  που  με βασάνιζε  ήταν,  το πώς συνέβησαν όλα εκείνα  τα θαυμαστά  και  περίεργα  από  μένα,   που  -κατά παράδοξο τρόπο- βρέθηκα να είμαι ο  παραμυθένιος Αλαντίν!

Το πρωί της επόμενης μέρας, πήγα ανόρεχτα στο σχολείο  και  ήμουνα  τόσο αφηρημένος  με  το  να σκέφτομαι  τη  χθεσινή μου  περιπέτεια,  ώστε  ο δάσκαλος αναγκάστηκε να με τιμωρήσει, στέλνοντάς με έξω από την αίθουσα.

Ο  καθάριος  αέρας  με  συνέφερε  κάπως.  Ήταν γεμάτος  από τις μυρωμένες πνοές των  λουλουδιών που φούντωνε η Άνοιξη και πλήρωνε τις αισθήσεις με  μια ελαφριά μεθυστική ζάλη, που παράσερνε  το νου σε αισιόδοξους λογισμούς.

Ακολούθησα το χαλικόστρωτο δρομάκι που έφερνε στο δάσος και αναπλάθοντας τις εικόνες του  χτες, βρήκα τ' αχνάρια της περιπλάνησης  μου,  ανάμεσα στα  δέντρα  και τα μικρά ρυάκια με  τα  διάφανα νερά.

Προχωρούσα,   συνεπαρμένος  από  χαρά,  καθώς διαπίστωνα από τα γνωστά σημάδια την αληθινότητα του  ονείρου μου,  ώστε,  ούτε που κατάλαβα  πως χωνόμουν  όλο  και  πιο βαθιά  στην  καρδιά  του δάσους.

Κάποια  στιγμή,   παραμερίζοντας  τα   χαμηλά κλωνάρια ενός πεύκου,  πέρασα στο  χορταριασμένο ξέφωτο  και  η καρδιά μου  κλώτσησε  δυνατά  στην αναγνώριση του τοπίου.

Έτρεξα   γεμάτος  λαχτάρα,    γονάτισα στο σημείο,  όπου έπρεπε να υπάρχει η καταπακτή, ψαχούλεψα να βρω τον σκουριασμένο κρίκο, αλλά η αναζήτησή μου πήγε χαμένη,  αφού πουθενά σε  όλο το πλάτωμα δεν μπόρεσα να τον ανακαλύψω.  Όμως, η πίστη  της ύπαρξής του ήταν βαθιά ριζωμένη  μέσα μου και δεν απογοητεύτηκα.

Σκέφτηκα   για  λίγο  την  ανησυχία  που  θα τραβούσαν  οι  γονιοί  μου,   από  την  πολύωρη απουσία μου, μα ευθύς απόδιωξα τούτη τη σκοτούρα από το μυαλό μου.

Ανάθεμα!  πείσμωσα.  Θα μείνω ολόκληρη  τη νύχτα ξάγρυπνος εδώ,  αν χρειαστεί!  Πού θα  μου πάει;   Κάποια   στιγμή  θα  βρεθώ  αντιμέτωπος με τ' αληθοφανή οράματά μου.

Ξάπλωσα κατάχαμα και,  για να περάσει η  ώρα, άρχισα  να  διαβάζω τις παράδοξες  ιστορίες  της Ευδοκίας Ροΐδη,  ενώ κάθε τόσο έριχνα  φευγαλέες ματιές προς τη μεριά του ξέφωτου.

Η ένταση της παρακολούθησης με κούρασε ψυχικά και  σωματικά  κι' έτσι -δίχως  να  το αντιληφθώ- παραδόθηκα  στο γλυκό μούδιασμα της υπνηλίας  και έγειρα νικημένος το κεφάλι στη ρίζα του δέντρου.

     Αφυπνίστηκα  ξαφνιασμένος από τους  βάρβαρους ήχους που έμοιαζαν με συμπλοκή βρισιών,  μετάλλων και γοερών θρήνων.  Το έρεβος είχε σκεπάσει  για τα  καλά   το δάσος  και έδενε ταιριαστά   με  το φρίκιασμα του φόβου, που περνούσε στην καρδιά  το απερίγραπτο κομφούζιο.

Η φωτεινή δέσμη του φακού, στράφηκε και έλουσε τον σκουριασμένο κρίκο της καταπακτής,  που  εγώ, τρέμοντας  από αδημονία,  έσυρα με  δύναμη  κατά πάνω!

 

συνέχεια

   


Χριστόφορος Παυλίδης:

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Εργάσθηκε σαν Δικαστικός Υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο, απ όπου αποχώρισε και τώρα απασχολείται, αποκλειστικά, με τη συγγραφή διηγημάτων και μυθιστορημάτων.

Το συγγραφικό του έργο απαρτίζεται από 6 Μυθιστορήματα Νουβέλες και 30 Διηγήματα, που όλα περιλαμβάνουν αφηγήσεις από τον χώρο του Φανταστικού, του Αστυνομικού Θρίλερ και του Παράδοξου. Ο χώρος της ποίησης δεν του είναι αδιάφορος και γράφει ποιήματα κάθε είδους.

Έχει εκδώσει μια σειρά διηγημάτων του με τον τίτλο Ντεβά, από τις εκδόσεις Νέα Ακρόπολη και πρόσφατα (Μάρτιος 2011) μια Νουβέλα, με τίτλο: Μη ζωντανεύεις πεθαμένους θρύλους, από τις εκδόσεις Άγνωστο

Κατά καιρούς συμμετείχε σε διαγωνισμούς Διηγήματος και Μυθιστορήματος,  με επαίνους για τα έργα του.

Η επεξεργασία Ταξιδιωτικών, μουσικών βίντεο είναι η άλλη μεγάλη του αγάπη.

Ιστότοπος του: http://www.chris-the-author.blogspot.com

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας