Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Όλη η οικογένεια

Γρηγόρης Παπαδογιάννης

Τρίτη Θέση στο Διαγωνισμό Διηγήματος "Οικογενειακοί Δεσμοί"

 

 

 

 

 

Δεν ήταν πολύ μακριά από την πλατεία. Μέσες άκρες καμιά πεντακοσαριά μέτρα.

Ωραίο σπίτι, δίπατο με μια σοφίτα πάνω πάνω, με κελάρι κάτω στο υπόγειο, με τον κήπο του, σχεδόν αρχοντικό για τα μέτρα μας. Δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε, ο πατέρας δεν μίλαγε ποτέ γι αυτό. Τότε βέβαια που το ανακάλυψα, ήταν σχεδόν ερείπιο, απλώς κρατιότανε στα πόδια του. Άκουσα από κάτι μακρινούς συγγενείς, επισκέπτες του καλοκαιριού, ότι ήταν δικό μας, της οικογένειας δηλαδή, και αποφάσισα όταν φύγουν με το καλό να πάω να το δω.  Πήγα λοιπόν να ρίξω μια ματιά, μήπως και χωθώ κιόλας εκεί. Δεν ήθελα παλάτι, μια στέγη κι ένα πάτωμα μου έφταναν. Πήγα βραδάκι. Απλά έσπρωξα δυνατά την πόρτα και άνοιξε. Όχι κι άσχημα, είπα, βλέποντας πως ήταν μεν ερείπιο αλλά καλοστεκούμενο, δεν του έλειπε τίποτε από τα βασικά και άρχισα να σκέφτομαι που θα μείνω. Η σοφίτα μου άρεσε από την αρχή.

Ήταν ωραία από κει πάνω. Αλλά και στο υπόγειο η ησυχία ήταν μαγική. Γενικά μου φάνηκε μια χαρά. Και παρόλο που ήταν σκοτάδι και το μέρος όσο νάναι λίγο φοβιστικό, δεν είδα τίποτε το παράξενο. Ξαναπήγα δυο τρεις φορές ακόμη όσο χρειαζόταν για να κουβαλήσω τα απαραίτητα. Κάτι μικροπράγματα, κάτι φαγώσιμα και μια γάτα. Η γάτα δεν ήταν δικιά μου, την είδα εκεί έξω και την μάζεψα. Φαινόταν ήσυχη. Μαύρη με παπιόν στο λαιμό και άσπρα τελειώματα στα πατούνια. Εγκαταστάθηκε μέσα λες και ήταν από παλιά κάτοικος και απλώς ξανάβρισκε το σπίτι της. Αλλά έτσι είναι οι γάτες.

Διάλεξα τη σοφίτα, εκείνη το υπόγειο. Για λίγο καιρό περάσαμε καλά χωρίς να ενοχλούμε ο ένας τον άλλο. Όταν είχε πολύ κρύο ανέβαινε μερικές φορές το βράδυ να κουρνιάσει επάνω μου, το πρωί όμως είχε ήδη φύγει λες και στο υπόγειο υπήρχε μια σημαντική δουλειά που δεν έπρεπε να αφήσει να περιμένει.  Έτσι κύλησε ο πρώτος καιρός. Όταν είχα κέφι και έψαχνα λίγο, ανακάλυπτα και μερικά αντικείμενα ξεχασμένα από άλλες εποχές. Ένα ταλαιπωρημένο βιολί, κάτι φωτογραφίες, κάτι γράμματα, μερικά βιβλία, ένα κασκέτο, ένα μπαστούνι, ένα τάβλι, ένα σκουριασμένο όπλο, τέτοια. Άρχισα να φτιάχνω ιστορίες για τους ανθρώπους που έμεναν εκεί παλιά, κι αυτό με βοηθούσε να περνάω καλύτερα. Νιώθεις σαν να έχεις παρέα άμα το κάνεις αυτό.  Καμιά φορά είναι η καλύτερη παρέα. Τότε ακόμη βέβαια δεν ήξερα τι με περίμενε.

                                                                                 ***

Όλα άρχισαν μια μέρα που κατέβηκα στο κελάρι. Η γάτα σκάλιζε με τα νύχια της ένα παράταιρο τετράγωνο κομμάτι ξύλου στο πάτωμα που όπως αποδείχτηκε ήταν μιακαταπακτή. Της έκανα τελικά τη χάρη και σήκωσα το άνοιγμα. Δεν μπορούσα να δω τίποτε εκεί κάτω και δεν είχα και καμία όρεξη να το ψάξω, η γάτα όμως είχε άλλη γνώμη και χώθηκε μέσα. Εξαφανίστηκε, βαρέθηκα να την περιμένω και άφησα ανοιχτό το άνοιγμα για να μπορέσει να επιστρέψει. Το βράδυ είχα κιόλας ξεχάσει την καταπακτή όταν άκουσα ομιλίες. Πήρα τη λάμπα, δεν είχα βάλει ρεύμα, και κατέβηκα κάτω. Η γάτα ήταν στη θέση της αλλά όπως διαπίστωσα είχαμε επισκέψεις.

Ήταν ένας μεσόκοπος τύπος που έμοιαζε πολύ με τη φωτογραφία του θείου Χάρη, αδερφός του παππού ήταν αυτός, χαμένος από όσο ήξερα σε κάποιον πόλεμο. Φορούσε μια στρατιωτική του στολή κι είχε ένα σακίδιο στην πλάτη. Ξεσκόνιζε εκείνη την ώρα το πηλίκιό του. Δεν έδειξε ιδιαίτερη έκπληξη που με είδε.

Έμεινα να τον κοιτάζω κι ύστερα τον ρώτησα αν θέλει κάτι. Δεν μου απάντησε, ήταν σαν να μη με είδε καθόλου. Αποφάσισα να μη δώσω συνέχεια στο θέμα, έκλεισα απλώς την πόρτα του υπογείου αδιαφορώντας για τα νιαουρίσματα της γάτας. Ίσως ήταν μια παραίσθηση, μια παρεξήγηση, μια κακή εκτίμηση της πραγματικότητας, κάτι τέτοιο.

 

Την επόμενη μέρα ήταν ακόμη εκεί. Τον είδα ξαπλωμένο στο σιδερένιο κρεβάτι που υπήρχε εκεί, ροχάλιζε κιόλας, ελαφρά. Βγήκα από το σπίτι και πήγα μια βόλτα κάτω στο κέντρο. Χρειαζόμουνα ένα ποτό. Όταν γύρισα ο θείος Χάρης, αν ήταν ο θείος Χάρης, είχε παρέα.  Μιλούσε με έναν περίπου συνομήλικό του που φορούσε ένα παλιό τριμμένο σακκάκι. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν, μιλούσαν χαμηλόφωνα. Έκλεισα πάλι την πόρτα του υπογείου και ανέβηκα στη σοφίτα. Αργότερα άκουσα τους ήχους που κάνουν τα πούλια του ταβλιού.Ψάχνοντας στις φωτογραφίες ανακάλυψα έναν τύπο που έμοιαζε στον νεοφερμένο.Ήταν ένας αδερφός του θείου Χάρη, θείος κι αυτός με το όνομα Αιμίλιος. Σύμφωνα με κάτι γράμματα ήταν υπάλληλος της ηλεκτρικής εταιρείας. Είχε πεθάνει από μιααδιευκρίνιστη αρρώστια αρκετά νέος. Δε βαριέσαι,σκέφτηκα, δυο γέρους, έστω και λίγο περίεργους τους αντέχεις. Το θέμα είναι ότι δεν έμεινε εκεί το πράγμα. Τις επόμενες μέρες το σπίτι άρχισε να γεμίζει. Άλλους μπορούσα να τους αναγνωρίσωκαι άλλους όχι. Κατάλαβα αμέσως, για παράδειγμα, τον μακρινό θείο Πήτερ -είχε ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό. Έμπορος βαμβακιού που χάθηκε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες σε ένα ταξίδι με τραίνο. Κουβαλούσε πράγματι μια βαλίτσα όπου πήγαινε. Πλάι του ήταν μια καλοντυμένη γυναίκα που έπρεπε να είναι η θεία Δάφνη. Αριστοκρατική γυναίκα με μεγάλη περιουσία που όμως σπαταλήθηκε άδοξα από τις επιχειρήσεις του θείου Πήτερ. Ίσως γι αυτό είχε ένα ύφος μάλλον μελαγχολικό και απογοητευμένο. Προφανώς δεν έβρισκε και το σπίτι του γούστου της. Την επόμενη βραδιά εμφανίστηκε ένας ακόμη μακρινός θείος, ο Αύγουστος, υπάλληλος της στατιστικής που τα παράτησε και έγινε πλανόδιος μουσικός, άλλωστε είχε ήδη πάρει στα χέρια του το βιολί που βρισκόταν κάπου εκεί και έπαιζε κάτι παλιές μελωδίες. Ένα ζευγάρι χόρευε, ήταν σχετικά νέοι. Δεν μου θύμιζαν τίποτε. Μπορεί να είχαν αρχίσει να έρχονται και γείτονες.

 Οι φασαρίες άρχισαν όταν εμφανίστηκε ο προπάππους μου ο Σταμάτης, ηγεμονική φυσιογνωμία της οικογένειας, όπως θυμόμουν από διηγήσεις του πατέρα μου.Θυμόμουν επίσης και κάτι άλλο. Είχε τσακωθεί άγρια με ένα από τα παιδιά του, όχι τον παππού μου, που δεν είχε ακόμη εμφανιστεί, έναν άλλον που ονομαζόταν Ιωσήφ. Τον είχε διώξει από το σπίτι γιατί είχε παντρευτεί χωρίς την άδειά του μια πανέμορφη γυναίκα ελαφρώς ελαφρών ηθών. Πρέπει να ήταν εκείνη η νόστιμη μελαχρινή που χόρευε μόνη της ένα βαλς που έπαιζε ο θείος Αύγουστος.

Ήταν επαγγελματίας χορεύτρια ή έτσι υποστήριζε ο διωγμένος γιος, ο νοσοκόμος Ιωσήφ, αυτός είχε εξαφανιστεί μια νύχτα με ομίχλη περπατώντας σ΄ένα φαράγγι, πουήταν επίσης εκεί και την κοιτούσε με ένα ονειροπόλο βλέμμα. Είχα χάσει πια το μέτρημα, απορούσα απλώς πως χωρούσαν όλοι στο υπόγειο. Η απορία μου λύθηκε σύντομα. Το βράδυ, ύστερα από έναν άγριο καυγά, ο Ιωσήφ, η ωραία χορεύτρια και ένα ακόμη ζευγάρι που δεν τους είχα ξαναδεί, πέρασαν την κλειστή πόρτα του υπογείου και ανέβηκαν στο ισόγειο. Ένιωσα λίγο άβολα στη σοφίτα αλλά αποφάσισα να το παραβλέψω. Δεν είχα όρεξη για αλλαγές. Μπορεί και να έφευγαν ύστερα από λίγο καιρό, είπα για να παρηγορηθώ. Κανείς δεν έφευγε όμως. Αντίθετα ερχόντουσαν συνεχώς καινούργιοι.

Με τρόπο έκλεισα εκείνη την καταπακτή και έβαλα ένα λαβομάνο επάνω αλλά ήταν πλέον αργά. Η γάτα ήρθε κι αυτή στη σοφίτα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να την κρατήσω, τη θεωρούσα υπεύθυνη για όλη αυτή τη φασαρία. Ακόμη δεν είχα δει τίποτε όμως.

Τη νύχτα το σπίτι τραντάχτηκε από τα ουρλιαχτά της γιαγιάς Φιλομένας που είδε τον παππού μου να εμφανίζεται επιτέλους κι αυτός. Δεν είχε έρθει όμως μόνος του. Είχε μαζί του τη δεύτερή του γυναίκα, μια γαλλίδα δασκάλα που λεγόταν Φρανσουάζ και είχε πεθάνει πολύ νέα από φυματίωση. Ήταν πράγματι πολύ νέα και φαινόταν εύθραυστη αυτό όμως δεν εμπόδισε τη γιαγιά Φιλομένα να την βρίζει με τα χειρότερα λόγια και αυτήν και τον άπιστο παππού μου. Απ όσο κατάλαβα δεν της είχε δώσει και πολλές εξηγήσεις για το δεύτερο γάμο. Είχε απλά φύγει από το σπίτι για να βρει δουλειά στα ξένα και εκεί γνώρισε την ευαίσθητη Φρανσουάζ. Τώρα όμως δεν είχε περιθώρια να κρατήσει άλλο το μυστικό του. Στον καβγά ήταν αδύνατο να μην χωθεί και ο πατριαρχικός προπάππους που αξίωσε να φύγει η βρωμιάρα γαλλίδα από το σπίτι. Ο παππούς όμως, όπως όλα τα επαναστατημένα παιδιά δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα. Έτσι σύντομα ανέβηκαν κι αυτοί οι δυο στο ισόγειο. Εννοείται ότι τους ακολούθησε η Φιλομένα. Ο επόμενος καβγάς ήταν ανάμεσα στον θείο Αύγουστο και έναν καλοντυμένο ξερακιανό τύπο που ισχυριζόταν ότι ήταν εξάδελφός του και του είχε δανείσει ένα μεγάλο ποσό που εννοείται ότι ο θείος Αύγουστος δεν μπορούσε να του επιστρέψει. Το βράδυ εκείνο άκουσα ουρλιαχτά, χτυπήματα, σπασίματα και ξανά ουρλιαχτά. Δεν μπορούσαν να με δουν, μπορεί και να μην τους ενδιέφερε καν, δεν μπορούσαν από ότι κατάλαβα να φάνε ή να πιούνε μπορούσαν όμως μια χαρά να σπάνε πράγματα και να τα πετάνε ο ένας στον άλλο. Για άλλη μια φορά προτίμησα να μην πάρω θέση. Η Φρανσουάζ κοιμόταν τώρα στη σοφίτα, μαζί με έναν οικογενειακό της φίλο, τον Φιλίπ και μιλούσαν στη γλώσσα τους, και μέσες άκρες κατάλαβα ότι δεν είχε καμία όρεξη να ξανασμίξει με τον παππού που παρέμενε στο ισόγειο, παρέα με τον επαναστάτη Ιωσήφ και έναν ακροβάτη που δεν έβγαζες άκρη πως βρέθηκε εδώ, έκανε όμως μερικά ωραία κόλπα. Έβαζε ένα σκοινί στην κουζίνα και ισορροπούσε εκεί πάνω. Ήταν ψαρομάλλης, τα είχε τα χρονάκια του, είχε ένα γλυκό χαμόγελο και δεν κόλλαγε σε καμία ιστορία της οικογένειας. Οι νεότεροι τον έκαναν χάζι, οι πιο παλιοί κουνούσαν τα κεφάλια με αποδοκιμασία και ευχόντουσαν να πέσει. Έπεσε μόνο μια φορά αλλά σηκώθηκε με μεγάλη ευλυγισία για την απροσδιόριστη ηλικία του, υποκλίθηκε και συνέχισε.

Η συμμαχία των δύο παππούδων δεν κράτησε πολύ πάντως γιατί φαίνεται ότι η ωραία χορεύτρια ήταν ακόμη ικανή να βάζει σε πειρασμό τους άντρες. Η ιστορία πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Η Φιλομένα τα έβαλε τώρα με τη χορεύτρια ενώ αποδείχτηκε πως ο ονειροπόλος Ιωσήφ είχε βουτήξει ένα πολύτιμο μενταγιόν από τη γιαγιά Φιλομένα μετά το θάνατό της, εν αγνοία των άλλων συγγενών. Αυτό χώρισε οριστικά και το ισόγειο σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Στο υπόγειο είχαν στριμωχτεί οι πιο αρχαίοι. Ο προπάππος, ο θείος Χάρης ο στρατιωτικός και ο θείος Αιμίλιος. Επίσης ο θείος Πήτερ, ο έμπορος βαμβακιού με τη βαλίτσα και τη γυναίκα του τη Δάφνη, που όμως δεν μιλιόντουσαν. Μαζί κι ο θείος Αύγουστος με το βιολί. Από κοντά και ο ξερακιανός ξάδερφος με τα δανεικά. Στο ισόγειο τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Εκεί ήταν οι γιοι και ανηψιοί των προηγούμενων, ένας από τους οποίους δήλωσε ανοιχτά ότι ήταν γκέι, παρουσία της γυναίκας, των δυο μεσόκοπων γιών του, και αρκετών εγγονιών, και ένας άλλος μπάι. Αυτός δεν είχε οικογένεια πάντως. Μαζί με αυτούς συνυπήρχε αναγκαστικά ο παππούς, η γιαγιά Φιλομένα και ο Ιωσήφ που τα είχε ξαναβρεί με τη χορεύτρια, ενώ ο παππούς όταν έβρισκε ευκαιρία ανέβαινε στη σοφίτα για να ελέγξει τη Φρανσουάζ που έμενε πλέον μόνιμα εκεί μαζί με τον Φιλίπ, αλλά δεν δήλωναν ανοιχτά τον έρωτά τους, φοβόντουσαν τον κόσμο.

Η γάτα έφυγε πρώτη τη νύχτα που ακούστηκαν οι πυροβολισμοί. Κάτι πρέπει να είχε γίνει με τον στρατιωτικό που βρήκε ευκαιρία να ξεσκουριάσει το όπλο του. Κι αν στο υπόγειο υπήρχαν φασαρίες, στο ισόγειο τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Οι νεότερες γενιές είχαν ανακαλύψει τις προόδους του πολιτισμού και οι τύποι πασπάτευαν συνεχώς την τηλεόραση, το κομπιούτερ και το σιντί πλέιερ που είχα κάνει το λάθος να φέρω μαζί μου. Σε λιγότερο από ένα μήνα ελάχιστα πράγματα είχαν μείνει σ αυτό το κάποτε γαλήνιο σπίτι που με ενοχλούσε το χουρχούρισμα της γάτας όταν ήταν δυνατό. Οι τσακωμοί, οι βρισιές, οι προσβολές, τα ουρλιαχτά ακόμη οι μονομαχίες ήταν το καθημερινό παιχνίδι της οικογένειας.

Πήρα την απόφαση να φύγω όταν είδα να ξεπροβάλλει από την πόρτα του υπογείου το κεφάλι του πατέρα μου. Δεν με πείραζε που τον έβλεπα, αλλά θα ήταν αδύνατο να τον ανεχτώ μέσα σ αυτή τη χάβρα και κυρίως να του εξηγήσω μερικά πράγματα που είχα κάνει τα χρόνια που έλειπε. Το σίγουρο ήταν ότι δεν είχα καλά νέα να του πω.

Μάζεψα λοιπόν ότι είχε απομείνει από τα πράγματά μου σε έναν εκδρομικό σάκο και έφυγα από την πόρτα της κουζίνας. Για λίγο καιρό έμεινα από δω κι από κει κι ύστερα πήγα ένα μακρύ ταξίδι για να ηρεμήσω. Δεν έχω ιδέα τι απέγινε η οικογένεια. Δεν ξαναπέρασα ποτέ από το σπίτι. Μπορεί να το γκρέμισαν μπορεί και όχι, δεν ασχολήθηκα ξανά με το θέμα. Δεν είμαι για τέτοια. Δεν είμαι φτιαγμένος για μεγάλες οικογένειες. Όσο είναι λίγοι τους αντέχεις αλλά όταν μαζευτούν πολλοί καλύτερα να παίρνεις δρόμο.

   


 

Γρηγόρης Παπαδογιάννης:

Ο Γρηγόρης Παπαδογιάννης ονειρευόταν από παιδί να παίξει ποδόσφαιρο στον Παναθηναϊκό. Δεν τα κατάφερε, έγινε όμως αθλητικογράφος για αρκετά χρόνια και αρθρογράφος στην Αθλητική Ηχώ. Αργότερα έγινε μεταφραστής λογοτεχνικών βιβλίων και επιμελητής κειμένων στα περιοδικά status και το βήμαgazzino. Στο μεταξύ είχε σπουδάσει νομικά, δημοσιογραφία και σκηνοθεσία κινηματογράφου, είχε πάρει τρία κρατικά βραβεία θεατρικού έργου και είχε γράψει ένα κόμικ άλμπουμ (Στον ύψιστο, ενταύθα, 1986) μια νουβέλα επιστημονικής φαντασίας (Υπόθεση Φιλάδελφος, 1992) και ένα μυθιστόρημα (Σνιφ, 2008). Περνάει τον περισσότερο καιρό στην Κρήτη και είναι επιμελητής κειμένων και υπεύθυνος για τη στήλη του σινεμά και το βιβλίο στο www.eyelands.gr

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας