Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Το όριο

Σύντομο διήγημα κοινωνικού τρόμου

Νίκος Παπαδόπουλος

 

 

 

Ήταν εξαντλημένος. Κρύωνε.

Ακούμπησε την πλάτη του σε έναν τοίχο. Ο γρήγορος ρυθμός της ανάσας του ήταν εντελώς ασυντόνιστος με τους πολύ πιο γρήγορους χτύπους της καρδιάς του, που βροντούσαν στα αυτιά του και ξαναγύριζαν πίσω, λες και κάτι τους εμπόδιζε να εκτονωθούν προς τα έξω.

Έσφιξε στα παγωμένα χέρια του τη βρώμικη σακούλα με τον σημερινό θησαυρό του. Κοίταξε τα παράσημα της επικής κατάκτησής του. Ένα ξηλωμένο μανίκι και γδαρσίματα στα δυο του χέρια. Οι αντίπαλοι μπορεί σήμερα να ήταν κατώτεροί του αλλά ήταν αρκετοί. Τρία παιδιά και δυο γάτες.

Κοίταξε απέναντι, ανάμεσα από δύο φορτηγά που ήταν παρκαρισμένα μπροστά του. Αυτοί ήταν ακόμη εκεί, ατσαλάκωτοι, ψύχραιμοι, ακίνητοι. Δεν είχε πια καμιά αμφιβολία, τον είχαν εντοπίσει.  Δεν έπρεπε να βγει. Δεν έπρεπε να διακινδυνέψει. Όμως είχε τέσσερεις μέρες να φάει, οπότε.

Είχε αρχίσει πια να σκοτεινιάζει, η μυρωδιά από τους τόνους σκουπιδιών ήταν ανυπόφορη. Ήξερε ότι αν καθυστερούσε λίγο ακόμη θα έπεφτε επάνω στα τσακάλια της νύχτας, και τότε ήταν χαμένος. Με εκείνους δεν μπορούσε να τα βάλει. Έπρεπε να βιαστεί.

 Μάζεψε τις δυνάμεις του, έλεγξε την αναπνοή του και, με το νταπ ντουπ από τους χτύπους της καρδιάς του ακόμη εκεί, έτρεξε παράλληλα με ένα φορτηγό που περνούσε και του έδινε ιδανική κάλυψη, προς την είσοδο του σπιτιού του. Ξεκλείδωσε σχεδόν γονατισμένος και, καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω του, διαπίστωνε με τεράστια ανακούφιση ότι τους είχε ξεφύγει. Δεν τον είχαν αντιληφθεί, για μια ακόμη φορά τους είχε ξεφύγει.

 

Είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες που βρισκόταν στο εσωτερικό του σπιτιού. Είχε καταβροχθίσει λαίμαργα την απογευματινή του λεία. Καθόταν μέσα στο κρύο, σε μια καρέκλα, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Και κρύωνε, κρύωνε πολύ. Είχαν περάσει μήνες που το σπίτι του δεν είχε πια ρεύμα, νερό ή θέρμανση. Είχαν περάσει μήνες που το σπίτι του δεν είχε πια έπιπλα. Είχαν περάσει μήνες που το σπίτι δεν ήταν πια σπίτι του. Η τελευταία σκέψη πρόσθεσε  έναν παράτονο λυγμό στο ρυθμικό τρεμούλιασμα που του προκαλούσε το αβάσταχτο κρύο. Ευτυχώς τους ξέφυγα και σήμερα ήρθε σαν σωσίβιο η παρήγορη σκέψη να τον συγκρατήσει από τον πνιγμό της απελπισίας που καραδοκούσε.

Ξαφνικά, ένα φοβερό μπαμ-μπαμ αντήχησε μέσα στο άδειο και κατασκότεινο σπίτι. Ένα μπαμ-μπαμ που κόντεψε να γκρεμίσει τη βαριά πόρτα ασφαλείας. 

Παρόλη την παγωνιά ένοιωσε σαν κρύσταλλο τις σταγόνες ιδρώτα στο μέτωπό του και, λες και πήραν γραμμή από τους χτύπους της πόρτας, οι χτύποι της καρδιάς του ξαναξεκίνησαν τον ξέφρενο χτύπο τους που  βροντούσαν στα αυτιά του και ξαναγύριζαν πίσω, λες και κάτι τους εμπόδιζε να εκτονωθούν προς τα έξω. 

Γεώργιε Χατζηκωνσταντίνου, ξέρουμε πως είσαι μέσα. Αν δεν ανοίξεις θα παραβιάσουμε την πόρτα ακούστηκε μια επιτακτική φωνή από τον διάδρομο.

Αυτό ήταν. Είχε έρθει το τέλος. Ένα τέλος που δεν μπορούσε να φανταστεί πριν μερικά χρόνια. Ένα τέλος που το απέφυγε με νύχια και με δόντια τόσους μήνες. Όμως, τώρα αυτοί ήταν εκεί, έξω από την πόρτα του. Ήταν αποφασισμένοι, ήταν επαγγελματίες, ήταν αδίστακτοι.

Τρέμοντας, ίσως από το κρύο, ίσως από το φόβο, ίσως και από τα δύο, ή μήπως από οργή, άπλωσε το χέρι του και έσφιξε το μεγάλο κουζινομάχαιρο που ήταν ακουμπισμένο στο πάτωμα.

Έρχομαι, ανοίγω ακούστηκε παράξενα καθαρά η φωνή του μέσα στο άδειο, σκοτεινό και παγωμένο σπίτι, καθώς προχώρησε προς την πόρτα.

 

Η πλατεία Κολιάτσου είχε την συνηθισμένη κίνηση ενός πρωινού, όπως όλα τα χειμωνιάτικα πρωινά. Ο περιπτεράς μόλις είχε παραλάβει τις μεσημεριανές εφημερίδες και τις κρεμούσε στη θέση των αθλητικών, στην πρόσοψη του περίπτερού του. Με τεντωμένα τα χέρια, για να βάλει το τελευταίο μανταλάκι, έμεινε ακίνητος με τη φωτογραφία στην πρώτη σελίδα της Ελευθεροτυπίας. Η φωτογραφία της πλατείας και ένθετη η φωτογραφία του γείτονα και πελάτη του παλιά, του κυρίου Γιώργου.

Ξεκρέμασε την εφημερίδα και διάβασε με μεγάλη περιέργεια:

Μακελειό στην Πλατεία Κολιάτσου

Και παρακάτω:

Θύματα άγριας σφαγής έπεσαν χθες βράδυ άλλοι τρεις ιδιωτικοί υπάλληλοι εισπρακτικής εταιρείας, όταν σύμφωνα με πληροφορίες εντόπισαν οφειλέτη του δημοσίου και επεχείρησαν να εισπράξουν ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις του φερόμενου ως δράστη. Η αστυνομία, μετά από τηλεφώνημα, βρέθηκε μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα τριών άγρια διαμελισμένων πτωμάτων. Το πτώμα του φερόμενου ως δράστη, χωρίς εμφανή τραύματα, βρέθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού

Βρε, τον κύριο Γιώργο μονολόγησε ο περιπτεράς, καθώς τεντώθηκε για να ξανακρεμάσει την εφημερίδα.

  


 

  

Νίκος Παπαδόπουλος:

Ο Νίκος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1955, στην Κωνσταντινούπολη.

Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1964, όπου ζει μόνιμα από τότε. Παντρεύτηκε τη Λένα Κονιζάκη και απέκτησαν ένα γιό, το 1980. Πέρσι έχασε τη σύζυγο του.

Είναι ναυπηγός με δικό του γραφείο μελετών στον Πειραιά. Έχουν εκδοθεί  δύο βιβλία του, το ιστορικό-βιογραφικό μυθιστόρημα Nikola Tesla, ο Προμηθέας της 5ης λεωφόρου από τις εκδόσεις ΤΑΛΩΣ Φ., και η πολιτικοκοινωνική σάτιρα Η Αλογόμυγα από τις εκδόσεις ΔΙΑΥΛΟΣ.

Συμμετέχει στο λογοτεχνικό φόρουμ Science fiction, fantasy από όπου είναι και το σύντομο διήγημα Το όριο.

                    

 

copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας