Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Στο ίδιο σπίτι

Γιάννης Νικολούδης

Δεύτερη Θέση στο Διαγωνισμό Διηγήματος "Οικογενειακοί Δεσμοί"

 

 

 

 

Μένουμε μόνοι μας στο ίδιο σπίτι. Για να πω την αλήθεια, δεν τον συναντώ  συχνά, αλλά τον ακούω πίσω απ' τα ντουβάρια, πότε να χαρχαλεύει τα συρτάρια της κουζίνας, πότε να συστρέφεται στο κρεβάτι του με τους σκουριασμένους σομιέδες, άλλοτε ακούω το νερό στο ντους και τη φάλτσα του φωνή, καθώς μουρμουρίζει τραγούδια δεκαετιών που έχουν κατά κάποιο τρόπο διαγραφεί απ τη συλλογική μνήμη. Με λίγα λόγια, τον νιώθω να υπάρχει σε τούτη τη μονοκατοικία βαθιά στο δάσος, όπου τα πουλιά έχουν την τάση να μπαινοβγαίνουν στο εσωτερικό του σπιτιού και άλλα μικρά θηλαστικά αναπαράγονται, και πεθαίνουν στις κόχες των τοίχων.

    Για να τον συναντήσω, πρέπει να βάλω τη μάσκα οξυγόνου και να βουτήξω στο νερό που λιμνάζει στο καθιστικό. Από κει, αφού διαπεράσω κολυμπώντας μια τρύπα στη βιβλιοθήκη με τους Καζαμίες (η τελευταία έκδοση χρονολογείται από ένα έτος τόσο μακρινό που στο νου μου μοιάζει σαν φαντασίωση), και ξεβραστώ στο δίπλα δωμάτιο και αφού ρίξω ένα σάλτο, αποφεύγοντας τους κροταλίες του λασπωμένου διαδρόμου, βρίσκομαι στο προθάλαμο του εργαστηρίου του, ένα χώρο κρύο και μπλε που με κάνει και νιώθω σαν εν δυνάμει πειραματόζωο.

    Πίσω απ την κλειστή του πόρτα, ακούγονται ήχοι, γδούποι, μεταλλικοί τριγμοί, κρότοι, ηλεκτρομαγνητικοί ψίθυροι, ανάσες τροχαλιών που στριφογυρνούν τρίζοντας υπό την επίδραση αλάδωτων ροπών, κούφια βήματα στο ξύλινο δάπεδο που επαναλαμβάνονται εκφράζοντας κάποτε ενθουσιασμό, άλλοτε αναποφασιστικότητα, κάποιες φορές μια βουβή στατικότητα, μια νωθρότητα, μια παράλογη χαύνωση

    Να μπω;.

    Κανένας άλλος δεν θα έβγαζε νόημα απ την απόκριση του, μια υγρή παραληρηματική διάλεκτο, λες και αυτός που μιλάει έχει ένα στόμα παραγεμισμένο με ζελέ. Εγώ καταλαβαίνω όμως ότι, Περίμενε. Θα σου πω εγώ πότε να μπεις.

    Μια ενοχική βιασύνη στο δωμάτιο, μια αναμπουμπούλα θαρρείς φονιά που σπεύδει άμα το χτύπημα του αστυνομικού στη πόρτα, να κρύψει τα πειστήρια του εγκλήματος όχι δεν σκέφτομαι έτσι γι αυτόν, αλλά η ώρα περνάει και εγώ καίγομαι να μάθω τι συμβαίνει εκεί μέσα, τι ετοιμάζει τόσο καιρό (από πότε άραγε;).

    Δεν θα μάθω φυσικά, και μόλις το γλωσσίδι της κλειδαριάς αφήσει ένα κλίκ εκπόρθησης, και γω θυμηθώ πως άδικα τόση ώρα έπαιζα με τη πιθανότητα να μπουκάρω μέσα αιφνιδιαστικά, αφού η πόρτα ήταν κλειδωμένη, θα βρεθώ στη μισοσκότεινη χλομάδα ενός χώρου που μυρίζει κάτι οικείο και ταυτόχρονα ανυπόφορο, μια φορτική υπενθύμιση της άγνοιας μου γύρω απ τη ζωή του και την ίδια στιγμή μια πικρή νοσταλγία, μια απώλεια που μυρίζει όχι γιασεμί, ούτε παιδικό σαμπουάν αλλά ιδρώτα, ξινό ιδρώτα ή μητρικό γάλα ή δεν ξέρω γω τι άλλο, και μάλλον χάνω τα λόγια μου κάπου εδώ

    Καλά είσαι;.

     Έχει προλάβει και έχει κρύψει την δραστηριότητα του Και δεν τον βλέπω πουθενά, η φωνή του θα μπορούσε να έρχεται και απ τον ουρανό, δεν μπορώ να προσδιορίσω την πηγή της. Μπορεί να είναι πλάι μου, δεξιά μου, αριστερά μου, κάτω μου, διαγώνια απ το βλέμμα μου, μέσα μου Πολλές σκιερές γωνιές εδώ μέσα από πού ξεπροβάλλουν κατσαρίδες και άλλα έντομα και εγώ νιώθω τιποτένιος και μικρός που αφήνω να ξεγλιστρήσουν απ το στόμα μου τσιρίδες αηδίας, ντρέπομαι που εκείνος, με τη μυστικιστική του οξυδέρκεια, θα διαγνώσει την αδυναμία μου.

    Καλά είμαι, απαντώ.

    Στη συνέχεια μιλάμε, ή κάτι τέτοιο, κάποτε απαντάει στις ερωτήσεις μου και κάποτε επιμένει σε μια σιωπή τόσο μισητή που μου έρχεται να βγάλω ένα μαχαίρι και να τον χτυπήσω όπου και αν είναι, και αν δεν τον βρω, να σκοτώσω έστω τον αέρα που αναπνέει, τα μόρια της αέριας ύλης που τον περιβάλλουν, που σε αντίθεση με μένα τον ζουν από μέσα και από έξω

    Δεν έχει περάσει καιρός από εκείνη τη νύχτα που σκέφτηκα να μπω στο δωμάτιο του και να δω τι σκαρώνει, μια νύχτα που σαν άλλες πολλές παρόμοιες που είχαν μέχρι τότε προηγηθεί αλλά και που θα ακολουθούσαν στο απομονωμένο μας μέλλον, εκείνος βγήκε έξω, στα σφυρίγματα του αέρα, μέσα στο δάσος από θεόρατες λεύκες που περιβάλλει το σπίτι μας, βγήκε έξω και ακολούθησε μια άγνωστη κατεύθυνση με άγνωστους σκοπούς και γω μέσα σε μια νευρωτική θολούρα, πέταξα πέρα το πιάτο με το φαί που κατά μαγικό τρόπο βρίσκονταν κάθε πρωί έξω απ το δωμάτιο μου, και βούτηξα στο νερό του καθιστικού με τη μάσκα μου για να μπω στο προσωπικό του χώρο, σε εκείνο το άδυτο της ακατανόητης έλξης που να πάρει ήθελα να μάθω.

    Αλλά Τι συμβαίνει;

 

 

  

Έβλεπα το φέρετρο να βουλιάζει στη γη, σπιθαμή τη σπιθαμή και σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο ούτε οι συγγενείς μου, ούτε η μητέρα μου, ούτε ο παπάς που μουρμούριζε διάφορα μέσα στην υγρή στιλπνότητα της μέρας που έσφιγγε τα μηλίγγια μου από μύριες κατευθύνσεις, απ τους πλαϊνούς τάφους, απ τα πεύκα, απ τις αντανακλάσεις του ουρανού πάνω στις γεμάτες με νερό λακκούβες ετούτης της χορτασμένης με θρεπτική ματαιότητα γης

    Πάνω στο ξύλο ήταν η απάντηση που το ξύπνημα, μου στέρησε. Πάνω στο ξύλο και δεν χρειαζόμουν κανένα όνειρο πια για να τον αγγίξω, καμία φαντασίωση γιατί εκείνος, ο πατέρας μου, δεν υπήρχε πια.

   


 

Γιάννης Νικολούδης:

Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1987.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας