Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Κύκλοι

Γιάννης Νικολούδης

 

 

 

 

Κάποια αρώματα άλλαξαν, κάποιοι σκελετοί γυαλιών ακολούθησαν τα κελεύσματα της μόδας, τα ρούχα σίγουρα (Τα τζιν σακάκια; Που είν τα τζιν σακάκια σύντροφοι;, αστειεύεται συνέχεια η γυναίκα του οικοδεσπότη της αποψινής μάζωξης), τα μαλλιά, κάποια αξεσουάρ, πχ ρολόγια, αλλά κατά τα άλλα είναι οι ίδιοι: στητοί, αγέρωχοι και ορεξάτοι να συζητήσουν για τη τύχη του κόσμου και τις μεθόδους που θα χρησιμοποιηθούν για να γίνει η μεγάλη ιδεολογική έκρηξη.

    Ρυτίδες στα πρόσωπα, κίτρινα δόντια από τις καταχρήσεις, φωνές μια ιδέα πιο σκουριασμένες, αλλά δεν βαριέσαι, η επανάσταση δεν είναι καμωμένη αποκλειστικά από εφηβικό χνώτο, έτσι δεν είναι;

    Κάθεται στη γωνιά του, στη ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα του, που τρίζει σαν τον πατροπαράδοτο γέρο καπιταλισμό και απολαμβάνει τη πίπα του, σκορπάει τολύπες καπνού με άρωμα βανίλιας και το ακροατήριο σέβεται τις παύσεις του, στην διάρκεια των οποίων σκαλίζει τα γένια του ή γεμίζει το κοίλωμα της πίπας του με καπνό ναι, κανείς δεν μιλάει και όλοι αναμένουν τα λόγια του γέρο διαφωτιστή, του ριζοσπάστη εκείνου που πριν χρόνια ήταν ικανός με ελάχιστα τηλεφωνήματα να κατεβάσει εκατοντάδες άτομα στο δρόμο.

    Λουκία φέρε μου σε παρακαλώ εκείνο εκεί το βιβλίο.

    Ποιο;.

    Εκείνο το μεγάλο. Το σκούρο κόκκινο.

    Είναι οι.

    Ναι, φέρε το σε παρακαλώ.

    Η Λουκία υπακούει και οι σαραντάχρονοι και βάλε, γοφοί της προκαλούν τα βλέμματα των αντρών καθώς κινείται με χάρη ελαφίνας μέχρι τη βιβλιοθήκη. Επιστρέφει αποθέτοντας τον μεγάλο τόμο στα χέρια του βαρύθυμου απόψε, άντρα.

    Ευχαριστώ Λουκία.

    Ντοστογιέφσκι;, μειδιά ο Άλκης, ο πιο κοντινός σύντροφος του σπουδαίου γέρου. Οι δαιμονισμένοι;.

    Ένα βιβλίο, αν το αποστεγνώσεις από το αναπόφευκτο ιδεολογικό του φορτίο, έχεις να κάνεις με τα σύμβολα του: τα γράμματα και την οσμή του, και αρχίζει να γυρίζει τις πρώτες κιτρινισμένες σελίδες. Μόλις βρίσκει τη σελίδα που θέλει, κάνει το δάχτυλο του σελιδοδείκτη και κλείνει το βαρύ δερματόδετο εξώφυλλο. Μια ιστορία θέλω να σας πω απόψε. Λουκία σε παρακαλώ κλείνεις τη μουσική;.

    Η γυναίκα χαμογελαστή υπακούει ξανά και οι ιδρωμένες νότες του Κολτρέην παύουν και η σιωπή που ακολουθεί είναι φτιαγμένη από ανάσες και αναμονή.

    Εκείνος ανοίγει το βιβλίο στη σελίδα που είχε βάλει το δάχτυλο του και τη δείχνει σε όλους. Ένας καφετής λεκές πάνω στα ντοστογιεφκικά λαχανιασμένα γράμματα. Αίμα, λέει. Γι αυτό το αίμα θέλω να σας μιλήσω.

 

 

 

Μεγαλώνουν παράλληλα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα σε γειτονιές σφυρηλατημένες στον ατομισμό εκείνο της αντιπαροχής, στους απόηχους των ερπυστριοφόρων και των γύψων και ακόμα πιο πέρα, στους ισχνούς αλλά αλίμονο, παρόντες, αντίλαλους των πυροβόλων Σκόντα στις βουνοκορφές του Γράμμου Ενταγμένες αμφότερες, στο αριστερό κίνημα της εποχής, αυθαδιάζουν στους γεννήτορες τους, που πίστεψαν στον φτηνό σοσιαλισμό και στους πράσινους ήλιους, παρά το τυραννισμένο τους παρελθόν. Όχι, οι δυο τους ψάχνουν για γνησιότητα, για πάλη, για κάτι μαζικό που να μην ξεπουλιέται και όταν δεν το βρουν πουθενά αυτό, θα αρχίσουν να κόβουν βόλτες στα Εξάρχεια αναζητώντας θαρρείς το άρωμα εκείνο των φθαρμένων ελαστικών που κυλούσαν κατά μήκος των δρόμων γεμάτα δυναμίτη, ενάντια στα βρετανικά πολυβολεία, σπρωγμένα απ την πίστη του λόχου του Λόρδου Βύρωνα Είναι αυτές που θα μιλάνε με όμοιους τους για μουσική και λογοτεχνία και θα στροβιλίζονται στον εισαγόμενο μπιτ κόσμο του Μπάροουζ και του Κέρουακ, στη φαντασίωση εκείνη ενός δρόμου που δεν τελειώνει ποτέ σε μια γνησιότητα καμωμένη από εμπειρίες.

    Και οι τροχιές τους δεν θα εφάπτονταν ποτέ πιθανόν, ή αν εφάπτονταν δεν θα αγγίζονταν παρά μόνο στα θεωρητικά πλαίσια ενός διαγράμματος, μιας συντροφικής γνωριμίας όπως τόσες και τόσες άλλες. Όμως:

    Ποια είσαι; Πως σε λένε;.

    Εσένα;.

    Τι κάνουμε εδώ;.

    Χμ αν κρίνω απ τις περιστάσεις, μάλλον το κάναμε ήδη.

    Είναι μεσημέρι και το κλειστοφοβικό δωμάτιο καταπίνει τις πρώτες τους  χάνγκόβερ εντυπώσεις σαν σαρκοβόρο. Κουκίδες ήλιου χτυπιούνται στους τοίχους σαν μόρια μέσα σε φακό μικροσκοπίου. Είναι οι δυο τους και κάπου πεταμένο στο μεγάλο κρεβάτι, ένα μαλλιαρό αρσενικό, που αγκομαχάει μέσα στον δύσοσμο ύπνο του. Έτσι η Χ γνωρίζει την Ψ και όλα αυτά στη γκαρσονιέρα του θεωρητικού της επανάστασης Ζ, ενός ανθρώπου που θα αποτελέσει με τη βρώμικη γοητεία του τη βάση του ισοσκελούς τους τριγώνου: πότε με τη μία, πότε με την άλλη πότε και με τις δύο και η φυσικότητα της συνθήκης τους αυτής ήταν δεδομένη, ήταν η αναπόφευκτη ζέση της ζωής που είχαν επιλέξει.

    Και η οποία θα κυλήσει μέσα σε υγρές νύχτες στις λεωφόρους και στα σοκάκια, στις παρυφές της ανερχόμενης μεσαίας τάξης, που έδειχνε τα δόντια της πλέον και οι μέρες έφευγαν στη δίνη του τριγώνου, οι δυο θηλυκές πλευρές του οποίου, έγραφαν συνθήματα σε τοίχους, ανάπνεαν δακρυγόνα σε πορείες, άκουγαν το αρσενικό τους να τους ψάλλει τις άγιες θεωρίες του, κοιτώντας το με τον ίδιο τρόπο που κάποτε, πριν δεκάδες αιώνες, δώδεκα μαθητές γλάρωναν στη θέαση ενός ξυλουργού.

    Έτσι έχουν τα πράγματα, τους έλεγε με το χέρι να στηρίζει το λόγιο πηγούνι του. Και μη γελάτε, ο καιρός δεν θα αργήσει.

    Εν τω μεταξύ, εσύ μπορείς να μας πηδήξεις, μουρμούριζε με τη ψιλή παιχνιδιάρικη φωνή της η Ψ, η πιο σκερτσόζα από τις δυο τους, η πιο ζωντανή και η πιο έτοιμη για κάθε είδους ελευθεριότητα σε κάθε περιοχή του σώματος της. Ε, τι λες;, και έριχνε τον ακαταμάχητο πισινό της στα μούτρα του.

    Η Χ ακολουθούσε συνήθως στις σεξουαλικές αυτές πρακτικές που κρατούσαν για ώρα μέσα στην γεμάτη ποικίλες αναθυμιάσεις γκαρσονιέρα ακολουθούσε με τη διστακτικότητα εκείνη της δειλίας, την οποία προσπαθούσε να καταπολεμήσει αλλά δεν μπορούσε, και τα όργια αυτά την έβρισκαν σε μια κατάσταση αποξένωσης την οποία δεν ομολογούσε αλλά πρόδιδε το έκπληκτο βλέμμα της

    Είσαι καλά;

    Μα ναι.

    Άσε την ήσυχη, έμπαινε στη μέση η Ψ. Άσε την να μας βλέπει.

    Ύστερα θα έρθει εκείνη η μέρα που ο 15χρονος Καλτεζάς θα σωριαστεί νεκρός στο έδαφος και οι μπάτσοι θα βγουν στους δρόμους για άλλη μια φορά. Μες στο πολυτεχνείο, οι τρεις τους μπλέχτηκαν με τον άλλο κόσμο που ήταν κλεισμένος εκεί -  και με την λήξη της κατάληψης, βρέθηκαν να τρέχουν για να διαφύγουν μέσα στα στενά και κάπου εκεί τα ίχνη της Χ χάθηκαν όχι πως έψαξαν να την βρουν. Απλά δεν επέστρεψε εκείνο το βράδυ στη γκαρσονιέρα. Η Ψ την έβλεπε στο πανεπιστήμιο και περιέγραφε την εικόνα του σοβαρού κοριτσιού στον Ζ, ο οποίος δεν έλεγε τίποτα άλλο παρά σχολίαζε με αδιαφορία: Ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε.

    Και πέρασαν χρόνια, χρόνια σκληρά με συλλήψεις και υποψίες για πιθανολογούμενες συμμετοχές του στο αντάρτικο πόλης και ταυτόχρονα πρόλαβε να εκδώσει κάμποσα θεωρητικά βιβλία του και απόκτησε ένα άλφα σεβασμό στα Εξάρχεια. Εκείνη, η Ψ, είχε γίνει κάτι σαν σύζυγος του, πτυχιούχος πια και αυτή και πάντα πλάι του να του γεμίζει τις μέρες με ενέργεια όπως τον παλιό καλό καιρό. Η επανάσταση δεν ήρθε ποτέ αλλά αυτή είναι και η σημασία της (ε;): η προσμονή της, και όλη η φιλολογία για τον επικείμενο ερχομό της, ακόμα και οι απογοητεύσεις της αυτά έγραφε στα άρθρα του στις διάφορες φυλλάδες στις οποίες του ζητούσαν να γράψει και αυτά έλεγε σε διάφορες συγκεντρώσεις με παλιούς αυτόνομους συναγωνιστές και σε μια από αυτές είδε εκείνη, τη Χ.

    Εν τω μεταξύ, άλλο ένα παιδί πέθανε από όπλο αστυνομικού και όλο το σκηνικό ήταν ίδιο, ίσως και πιο εκρηκτικό, με την μεσαία τάξη πλέον να ψυχορραγεί και σαν ένας κύκλος να είχε κλείσει πια και να άνοιγε ένας άλλος, όπου η επανάσταση ίσως να είχε ελπίδες και εκείνος μιλούσε σε ένα αναστατωμένο νεανικό πλήθος ενώ έξω, η Αθήνα ή αυτό που είχε μετατραπεί με τα χρόνια, καίγονταν και πνίγονταν από αέρια και γυαλιά, από ποδοκροτήματα και κραυγές την είδε εκεί, να στέκεται στην άκρη, μεγάλη γυναίκα πια, ευπρεπέστατη μες στα γκρίζα της ρούχα, με ένα πρόσωπο ροκανισμένο απ την (ήταν σίγουρος) οικιακή της ζωή, μια ζωή οικογενειακή με παιδιά, φόρους, καλοκαιρινές διακοπές και οικιακή σύνδεση ίντερνετ

    Του έδωσε το βιβλίο που του είχε κλέψει χρόνια πριν και έφυγε -  και εκείνος έμεινε να αναρωτιέται αν το αίμα σε εκείνη τη σελίδα ήταν δικό της ή δικό του, αν ήταν του συμβιβασμού ή της ουτοπίας και αλήθεια με ένα κόμπο στο λαιμό, που ευτυχώς, κράτησε για ελάχιστα δευτερόλεπτα, δεν ήξερε να ξεχωρίσει το ένα από το άλλο. 

   


 

Γιάννης Νικολούδης:

Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1987.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας