ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   
 

Γεννήθηκα στην Πάτρα μια φθινοπωρινή μέρα γι’ αυτό οι βροχές, οι καταιγίδες και όλα τα συναφή με εμπνέουν.  Από μικρή έγραφα ποιηματάκια και άλλες ιστορίες και μετά τα έσκιζα όλα γιατί ντρεπόμουν.

Σπούδασα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκα 8 χρόνια ως κειμενογράφος σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες.

Μετά με φώτισε ο θεός και εγκατέλειψα το κλεινόν άστυ για να διοριστώ ως φιλόλογος  στην πανέμορφη Χίο όπου πέρασα 3 υπέροχα χρόνια.

Κατόπιν αποσπάστηκα για 2 χρόνια στα Τμήματα Μητρικής Γλώσσας στη Ζυρίχη. Εκεί μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, όπου έβρεχε και χιόνιζε συνεχώς, άρχισα να γράφω ασταμάτητα. Έχω γράψει μυθιστορήματα, νουβέλες, παραμύθια και διηγήματα.

Στη συνέχεια μετακόμισα στην Καλαμάτα και έχω την ευτυχία να περπατώ, να κάνω ποδήλατο  και να γράφω τις ιστορίες μου αγναντεύοντας τη θάλασσα.

 Έχω παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής στο ΕΚΕΜΕΛ και στο Κέντρο Εκπαίδευσης Ενηλίκων Καλαμάτας. Έχω επίσης παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια περιβαλλοντικού χαρακτήρα τα οποία και εφαρμόζω στα σχολεία που εργάζομαι.

Τα δύο τελευταία χρόνια αρκετά κείμενά μου εδέησαν να βγουν στο φως και να βραβευτούν σε πανελλήνιους διαγωνισμούς. Προς το παρόν εργάζομαι στη Μέση Εκπαίδευση. Μιλάω αγγλικά (πολύ καλά) και γερμανικά (το παλεύω).

 


Κύριο Μενού

 

 

Ένα παιδάκι από εκεί πάνω

 

της Χαράς Νικολακοπούλου 

 

 

 

-Καμιά φορά παίρνω ένα xanax , είπε η γυναίκα. Όταν νιώθω να σφίγγεται το στομάχι μου ανυπόφορα από την υπερένταση. Όταν δεν βράζω ακριβώς στο ζουμί μου αλλά κοχλάζω. Τότε παίρνω μισό, μπορεί και ένα ολόκληρο.

-Δεν κάνεις άσχημα, απάντησε η ψυχολόγα με το καρέ μαλλί. 

Tα μάτια της ήταν ανθρακί και τα σκουλαρίκια της καμπάνιζαν ελαφρά.

- Αν είναι πού και πού, δεν είναι κακό.

-Πού είναι λοιπόν το κακό; ρώτησε η γυναίκα λύνοντας ένα μοβ κασκόλ που είχε σφιχτά τυλιγμένο γύρω από το λαιμό της.

-Πού είναι το κακό, επανέλαβε.

-Το κακό είναι πως δεν σέβεσαι τον εαυτό σου, είπε η ψυχολόγα και την κοίταξε διεισδυτικά. Δεν τον εκτιμάς. Τον έχεις χεσμένο εν ολίγοις.

-Γι’ αυτό με έχουν χεσμένη και οι άλλοι; Γι’ αυτό κι εκείνος μου φέρεται μ’ αυτόν τον τρόπο;

-Γι’ αυτό!

-Θα προσπαθήσω να το δουλέψω, οκέι, είπε η γυναίκα και σηκώθηκε από την καρέκλα. Ξανάπιασε να αναδεύει τα κρόσσια του κασκόλ της.

-Καλά θα κάνεις. Χρειάζεσαι πολλή δουλειά. Θα τα ξαναπούμε τον άλλο μήνα.

Η μία ώρα συμβουλευτικής είχε περάσει αέρας.

 

 

Το παιδάκι στεκόταν στην άκρη του επαρχιακού δρόμου, στη στάση των λεωφορείων. Από εκεί περνούσε το σχολικό και το μάζευε στις οχτώ παρά τέταρτο. Το έβλεπε κάθε μέρα που περνούσε με το αυτοκίνητό της για το σχολείο.

Ο κάμπος τριγύρω έφερνε ολοκάθαρα τα σημάδια της πρωινής πάχνης. Έκανε τσουχτερό κρύο τα πρωινά του χειμώνα σ΄ εκείνο το μέρος αν και σπάνια χιόνιζε. Όμως η παγωνιά ήταν παραπάνω  από αισθητή.

Ήταν ένα αληθινά μικροσκοπικό παιδάκι. Φορούσε ένα κίτρινο – μπλε μπουφάν, που του έφτανε μέχρι να γόνατα, με πορτοκαλί κουκούλα. Χωρούσε άλλο ένα παιδάκι μέσα σε εκείνο το μπουφάν και αυτό το ίδιο άνετα θα χώραγε στην κουκούλα του.

Στο σχολείο ο μικρός δεν έβγαζε μιλιά. Καθόταν ήσυχος στη θέση του, δεν ενοχλούσε καθόλου.  Καμιά φορά έριχνε ολόγυρα ξαφνιασμένα βλέμματα με τα κρυστάλλινα ολοκάθαρα μάτια του. Άκουγε, παρατηρούσε με την άκρη του ματιού του.  Πάντα είχε σκυμμένο το κεφάλι του πάνω από ένα τετράδιο και μουτζούρωνε εικόνες. Ήταν μάλλον ένα κρυστάλλινο παιδάκι από εκείνα που δεν κόβουν συχνά βόλτες στον πλανήτη.

Κανένας δεν του κόλλαγε από τους συμμαθητές του. Κανένας δεν το ενοχλούσε στη διάφανη μοναξιά του. Δεν το κατάτρεχαν. Φαίνονταν να το σέβονται με έναν πρωτόγνωρο σεβασμό. Πράγμα παράξενο για εκείνα τα σκληρά ανυπόταχτα παιδιά που δεν διστάζουν να σε κολλήσουν στον τοίχο για την παραμικρή ιδιαιτερότητα που μπορεί  να κουβαλάς.

Τον πρώτο καιρό βέβαια που είχε έρθει στο καινούριο του σχολείο, έκλαιγε ανελλιπώς με λυγμούς. Έκανε κάτι γοερά κλάματα χύνοντας αστραφτερά καταγάλανα δάκρυα. Οι μικρές του πλάτες τραντάζονταν. Φοβόταν το σχολείο, φοβόταν τα παιδιά που θα το κορόιδευαν για κλαψιάρη. Στο σύλλογο των καθηγητών του κόλλησαν το προσωνύμιο «το δακρύβρεχτο παιδάκι».

Όμως κανείς δεν το κορόιδεψε και το θέμα έληξε εκεί.

Κάπως έτσι μπορεί και να μοιάζουμε όλοι στα μάτια της μοίρας μας, αναλογιζόταν με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο εκείνη. Σαν δακρύβρεχτα παιδάκια που μπήγουμε τις κλάψες μπροστά στα δύσκολα και κάποιος εκεί πάνω κατουριέται στα γέλια μαζί μας.

 

-Τι θα μας ζωγραφίσει σήμερα ο Δημητράκης; έσκυψε πάνω του.

Είχε καταλάβει πως το παιδί μιλούσε μέσα από τις ζωγραφιές του. Το στόμα του ήταν μάλλον απίθανο να το χρησιμοποιήσει. Τα δικά του τα έλεγε με άλλο τρόπο. Στα διαλείμματα εξαφανιζόταν το μικρό του μέγεθος μέσα στη θάλασσα των μαθητών που τρικύμιζε στις σκάλες και στους διαδρόμους. Κανένα όμως δεν είχε τόσο καλογυαλισμένα λουλακί μάτια και με αυτά ξεχώριζε όπου κι αν ήταν. Με αυτά και με τη μικρή του μυτίτσα τη γεμάτη φακίδες.

-Θα φτιάξω ένα σπίτι, ανακοίνωσε το κρυστάλλινο παιδάκι τελεσίδικα και  έσκυψε το κεφάλι του με σοβαρότητα.

-Πολύ ωραία, φτιάξε μας ένα σπίτι, συγκατένευσε εκείνη.

Ήταν που δεν ήξερε τι να το κάνει έτσι που δεν συμμετείχε καθόλου στο μάθημα. Ούτε και πού να το κατατάξει είχε ιδέα.

Στο τέλος του μαθήματος της  έφερε τη ζωγραφιά. Ήταν ένα απλοϊκό σπιτάκι με στέγη, εξώπορτα, δυο παράθυρα και μια καμινάδα. Παραδίπλα, στο άσχετο και χωρίς να έχει καμία επαφή με το σπίτι, είχε ζωγραφίσει μια μεγάλη σκάλα.

-Τι είναι αυτή η σκάλα,; το ρώτησε καθώς η αίθουσα άδειαζε σιγά σιγά με θόρυβο και σπρωξιές.

-Αυτή πηγαίνει ψηλά, έκανε με κατεβασμένο κεφάλι το παιδί.

Κανέναν δεν τολμούσε να αντικρίσει κατάματα. Φαινόταν σαν να χαμογελούσε όλη την ώρα. Εκείνο το απροσδιόριστο χαμόγελο ήταν μονίμως κολλημένο στο πρόσωπό του. Το ύφος του έλεγε «δεν γελάω μαζί σας, χαμογελάω γιατί έτσι είναι το φυσικό μου»

-Πού ψηλά;

-Εκεί πάνω.

-Τι υπάρχει εκεί πάνω;

-Λιβάδια και χωράφια με παπαρούνες.

“Είπε πολλά για σήμερα”, σκέφτηκε, “ας μην το πιέσω  άλλο”.

Άλλωστε ο μικρός είχε φτάσει πια στην πόρτα. Έτρεχε να ξεφύγει από εκείνα που είχε πει.

Στο επόμενο διάλειμμα όμως δεν άντεξε και το στρίμωξε στο διάδρομο. Ήταν ένας βρόμικος και κρύος διάδρομος , ο αέρας να μπαίνει από τις δυο μεριές και να θερίζει.

-Αυτό το εκεί πάνω που μου είπες πριν…

Το παιδί με πολύ κόπο σήκωσε το κεφάλι του. Τον κρατούσε από το μπράτσο για να μην της ξεφύγει.

-Είναι… ο παράδεισος;

Την ξεστόμισε επιτέλους την υποψία που της τριβέλιζε τόσο καιρό το μυαλό. Έτσι κι αλλιώς, το μικρό δεν φαινόταν να κατάγεται από εδώ, αυτό ήταν φως φανάρι για όποιον είχε μάτια να δει.

-Ναι, συγκατένευσε ανακουφισμένος ο μικρός.

Αμέσως το έβαλε στα πόδια με σκυμμένο κεφάλι.

Τον έβαλε να κάνει κι άλλες ζωγραφιές τις επόμενες μέρες, κι άλλες κι άλλες. Πουθενά δεν είδε κάτι παράξενο.

 

 

Τον επόμενο μήνα ξαναπήγε στην ψυχολόγο. Ο πενιχρός μισθός της και η υπέρογκη αμοιβή της άλλης δεν της άφηναν περιθώρια για συχνές επισκέψεις.

-Δεν θα ξανάρθει, ανακοίνωσε μεμιάς τον τρόμο της με το που μπήκε και κάθισε.

-Έχει ένα μήνα να τηλεφωνήσει, δεν  έχει ξανακάνει κάτι τέτοιο.

Ανακάλεσε βουβά την τελευταία φορά που είχαν βρεθεί κι εκείνος τη φίλησε ζορισμένα.  Ήταν ένα φιλί που της θύμισε ξεφούσκωτο μπαλόνι. Ξέπνοο. Πλαδαρό.

-Πώς νιώθεις με αυτό; Ρώτησε η ψυχολόγα.

-Δεν ξέρω, σκατά υποθέτω. Γιατί όσοι γουστάρω με φτύνουν;

-Αυτά τα είπαμε, έκανε αυστηρά η άλλη.

Τα σκουλαρίκια της έστειλαν μικρές λάμψεις.

-Όλα ξεκινάνε και τελειώνουν σε σένα. Εσύ την προδικάζεις την ιστορία, εσύ γράφεις το σενάριο και του δίνεις ένα τέλος. Στο χέρι σου είναι να το αλλάξεις.

-Πώς;

 

Είναι αλήθεια πως ερχόμαστε από εκεί πάνω- από τα χωράφια και τα λιβάδια με τις παπαρούνες- και έχουμε μπροστά μας ένα Συμφωνημένο να εκπληρώσουμε; Δεν της άρεσαν οι λέξεις «μοίρα» και «πεπρωμένο» και είπε να τις αλλάξει. Έτσι την ονόμαζε Συμφωνημένο την ειμαρμένη και έδινε μια πιο ανάλαφρη χροιά στο όλο θέμα.

Είναι αλήθεια πως εμείς οι ίδιοι κανονίζουμε τα του βίου μας εκ των προτέρων; Ότι εμείς διαλέγουμε τους άσχετους γονείς που μας γέννησαν;  Και γιατί τόσος μαζοχισμός; Γιατί τόσος πόνος και αρρώστιες,  τόση μοναξιά;  Γιατί όλη αυτή η ξεφτίλα; Αν εμείς οι ίδιοι δεν λυπόμαστε τον εαυτό μας και τον φιλοδωρούμε με ένα ασήκωτο Συμφωνημένο- πεπρωμένο, τι να περιμένεις μετά από θεούς και δαίμονες να σε συμπονέσουν;

 

 

Η χρονιά έφτανε στο τέλος της και τα γέλια έδιναν και έπαιρναν στο σύλλογο των καθηγητών . Η ευθυμία ήταν διάχυτη. Μοιραζόταν σε όλους  απλόχερα σαν ζεστή καραμελωμένη ζάχαρη που κατακαθόταν και έπηζε στον πάτο της κρεμ καραμελέ του καθενός. Μια ωραία περίοδος που θα διαρκούσε κοντά δυόμισι μήνες άρχιζε.  Μακαριότις . Ξάπλα στην παραλία με ουζάκι και μεζέ, μπάνια με την οικογένεια. Ίσως και καμιά εβδομάδα διακοπές σε νησί αν και όχι απαραιτήτως.

Το παιδάκι θα έμενε αναπόφευκτα στην ίδια τάξη. Αυτό δεν μπορούσε να αποτραπεί με καμία δύναμη κι ένιωσε αφόρητη θλίψη για εκείνο το εννιάρι με το οποίο το φιλοδώρησε. Το ίδιο είχαν πράξει άλλωστε άπαντες οι συνάδελφοι. Από την αρχή της χρονιάς δεν φαινόταν να έχει σημειώσει την οιαδήποτε πρόοδο σε κανέναν τομέα.  Ούτε και κάποιος ειδικός δεν θα ήταν πια σε θέση να βοηθήσει την κατάσταση.

Τότε υποψιάστηκε για πρώτη φορά τι είχε κοινό μαζί του. Τι μοιράζονταν οι δυο τους.  Τι να ήταν αυτό που προσπαθούσε να της «πει» με την παρουσία του.

Είχε μείνει και εκείνη ανεξεταστέα στα μαθήματα.  Για πολλά χρόνια μάλιστα στην ίδια τάξη. Χαμένη μέσα σε όνειρα και ουτοπίες.  Με ένα χαρακτήρα δίβουλο και αναποφάσιστο.  Με μια ιδιοσυγκρασία μαλθακή, βυθισμένη σε ένα νοσηρό συναισθηματισμό.  Αρνιόταν πεισματικά να περάσει στο επόμενο επίπεδο, την είχε ξεγράψει την προαγωγή της στην επόμενη τάξη. Γι’ αυτό τώρα ήταν αναγκασμένη να πληρώνει πανάκριβα ιδιαίτερα σε ψυχολόγους και αστρολόγους μπας και την έσπρωχναν λίγο παραπέρα.

 

Τη μέρα που θα παρέδιδαν βαθμούς ολόκληρο το σχολείο βοούσε από την ερημιά.  Είδε το παιδάκι στην αυλή. Φορούσε μια μακρύτατη φανέλα ποδοσφαιρικής ομάδας που χωρούσε άλλους δυο σαν κι αυτόν.  Στεκόταν δίπλα στην καγκελόπορτα.

 

-Τι κάνεις εδώ;

Το πλησίασε σιγά μην το φοβίσει και το σκάσει.

-Όλοι οι άλλοι έφυγαν. Εσύ πώς θα πας τώρα στο σπίτι σου;

Ο μικρός δεν έβγαλε άχνα, όλο κοιτούσε χαμηλά.

-Γεια σου, του είπε, και καλό καλοκαίρι.

Του χάιδεψε το κεφάλι. Είχε το ύψος ενός εξάχρονου ενώ ήταν κανονικά δώδεκα.

-Κυρία….

………………………………………

-Θέλω να σας πω κάτι.

Την κοίταξε. Το τόσο μπλε στα μάτια του δεν υποφερόταν εύκολα.

-Τι είναι;

-Να σας πω κάτι… στο αυτί.

-Μα δεν μας ακούει κανένας.

Ωστόσο έσκυψε πάνω του το κεφάλι της.

 

- Έλα ρε, εσείς πιάσατε ψιλή κουβέντα με το Δημητράκη, την πείραξε ο συνάδελφος που τους είχε δει από το παράθυρο.

-Τόση ώρα τα λέγατε και σε εμάς ούτε που ανοίγει το στόμα του.

-Δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε!

Το θεόρατο χαμόγελο στο πρόσωπό της κόντεψε να πνιγεί στα δάκρυα. Είχαν θολώσει τα μάτια της και τρεμούλιαζε η φωνή της.

-Τι έγινε;

-Μου είπε πως θέλει να μου πει κάτι στο αυτί…

-Και;

-Ε, να, έσκυψα κοντά του..

-Και λοιπόν;

-Ε, να, με φίλησε. Μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο και έφυγε τρέχοντας. Δεν είναι υπέροχο;

Άρχισε να ρουφάει τη μύτη της με μανία.  Ένιωθε τρομερά άβολα.

-Καλά άμα θες να κλάψεις, κάπου θα μου βρίσκεται κανένα μαντίλι, είπε ο συνάδελφος κι άρχισε να ψάχνεται. Στο τέλος βρήκε κάτι χαρτομάντιλα και της έδωσε ένα.

-Δεν  είναι θαυμάσιο; Συνέχισε να μονολογεί ολόκληρη εκείνη τη μέρα. Και την επόμενη και τη μεθεπόμενη.

 

   

    Φθινόπωρο 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας