Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Μην ξεχάσεις τη Μινεσότα

Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς

 

 

 

     Δεν θέλω να του πω αυτό που ξέρω. Θυμάμαι με εξαιρετική ευκρίνεια τη μέρα που μου το τόνισε. Παίζαμε τάβλι στο ξενοδοχείο, στο μπαλκόνι του δωματίου μας που είχε θέα τον κήπο με τις τριανταφυλλιές και τις μπιγκόνιες. Ήταν καλοκαίρι και είχαμε πάει διακοπές για πρώτη και τελευταία φορά στην Ευρώπη, στα Χανιά της Κρήτης. Είπε πως προτιμούσε να μην μάθει κάτι κακό αν δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να το αλλάξει. Δεν ήθελε να νιώσει ποτέ ανίσχυρος. Αυτά ήταν τα λόγια του.

Έτσι δεν λέω τίποτα. Συνεχίζουμε να πηγαίνουμε στο Sunset Strip κάθε Παρασκευή βράδυ για να χαζέψουμε την κίνηση και να μετρήσουμε αστέρια. Όχι στον ουρανό, αλλά έξω από κλαμπ και μπαρ. Κρατάμε σκορ. Κερδίζει πάντα εκείνος γιατί λέει ψέματα. «Είδα τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, δεν τον πρόλαβες, μόλις μπήκε στο αυτοκίνητο.»

Ψεύτη.

Τρώμε στο Mimi’s Café κάθε Δευτέρα όταν κάνουμε διάλειμμα από τη δουλειά. Εγώ το quiche lorraine με τη σαλάτα, εκείνος tacos με καφέ ρύζι. Εξακολουθώ να εκφράζω την έκπληξή μου για το μέγεθος της αστυνομικής δύναμης  του LA κάθε φορά που αναφέρεται το όνομα  του φίλου μας, του Μαρκ, που ήρθε κι αυτός στο Λος Άντζελες από τη Μινεσότα πριν από μερικά χρόνια. Το LAPD είναι  ένας ισχυρός στρατός, εξοπλισμένος κι οργανωμένος καλύτερα από τους περισσότερους στρατούς στον κόσμο. Μετά λέω τη γνωστή φράση: είναι τρελός ο Μαρκ. Δεν εξηγείται αλλιώς πως επέλεξε να γίνει μπάτσος.

Δεν λέω τίποτα γι’ αυτό που ξέρω γιατί δεν μπορώ να αλλάξω τίποτα. Αλλά και γιατί οι λέξεις καίνε το στόμα μου κάθε φορά που τις αφήνω  να ταξιδέψουν από το κέντρο της γλώσσας στο αριστερό τμήμα του εγκεφάλου μέχρι τα χείλια μου. Κι επειδή ελπίζω πως θα το μάθει μόνος του, χωρίς δική μου ανάμειξη.

Κερδισμένος χρόνος, χαμένος χρόνος. Χρόνος που μασάει την ουρά του. Χρόνος που ορθώνει φράγματα ανάμεσα σ’ αυτόν που επιθυμεί και την επιθυμία.

Όταν χτυπά το τηλέφωνο, ξέρω πως είναι εκείνος. Όχι γιατί βλέπω το νούμερό του στο καντράν, αλλά γιατί μόνο εκείνος θα τηλεφωνούσε στο σπίτι την ώρα που έπρεπε να βρίσκομαι στο γραφείο. Το κάνει συχνά, παίρνει τηλέφωνο όταν λείπω για να μου αφήσει μήνυμα. Δυο φράσεις, ένα τραγούδι, ένα ανέκδοτο, ένα συναίσθημα. Γυρίζω σπίτι κάθε μέρα και τρέχω στον τηλεφωνητή να δω αν με θυμήθηκε, αν μου άφησε κάτι.

Μα τώρα είμαι εδώ, δεν πήγα στη δουλειά, έκανα την άρρωστη.  Έμεινα σπίτι για να οργανώσω την ντουλάπα ενώ στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι πως η ντουλάπα αποδιοργανώνει εμένα. Μικροί θησαυροί από το παρελθόν ξεπετιούνται από τις γωνιές της. Δράματα μικρά και μεγάλα, οικογενειακά και προσωπικά, πραγματικά και φανταστικά με καθηλώνουν στην ίδια θέση, στην ίδια διάθεση, επί ώρες.

Το τηλέφωνο χτυπά και ξέρω πως είναι εκείνος. Μένω αναποφάσιστη για μια στιγμή, να απαντήσω ή να περιμένω το μήνυμα. Να του μιλήσω ή να τον ακούσω.

 

 

 

Πάει ένας χρόνος που αποφασίσαμε πως δεν μπορούσαμε να είμαστε μαζί. Η ιδέα ήταν δική μου, αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Δεν μπορούσαμε να γίνουμε τυπικό ζευγάρι, να κάνουμε σχέδια για συμβίωση, κοινές καταθέσεις, παιδιά. Έλεγα πως ήταν για να τον προστατέψω, ενώ προστάτευα τον εαυτό μου.

Αν δεν ήμασταν μαζί, δε θα μπορούσε να με εγκαταλείψει. Ακόμα κι αν παντρευόταν, θα υπήρχε χώρος για μένα στη ζωή του. Γιατί θα μπορούσε άνετα να με παρουσιάζει ως φίλη. Ή ακόμα και ξαδέλφη του. Αδελφή ψυχή. Παιδική συνήθεια.

Ήταν σχεδόν παιδί όταν τον γνώρισα στη Μινεάπολη. Δεκαέξι χρονών με ύφος Ρωμαίου κατακτητή και  άρθρωση ασκούμενου στην κατασκευασμένη ειλικρίνεια. Εγώ πέντε χρόνια μεγαλύτερη, δεν έδωσα σημασία όταν προσπάθησε να με πείσει  πως ήταν δεκαοχτώ. Μου άρεσε που έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι  του για να τραβήξει την προσοχή μου. Μου άρεσε που διάβαζε και μπορούσε να συναγωνιστεί άνετα στη συζήτηση τους συμφοιτητές μου. Μου άρεσε που άκουγε.

Αλλά οι πόρτες του αιφνιδιασμού ανοίγουν μόνο μια φορά κι αυτό θα γινόταν τέσσερα χρόνια αργότερα. Κάτι το σκοτεινό αλκοόλ, κάτι η πεσιμιστική μου διάθεση που χαϊδευόταν ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μου και τον αφρό της λίμνης... Κάτι το φεγγαρόφωτο, κάτι η υπόσχεση της πρωινής λιακάδας... Τον άφησα να με φιλήσει και τον ερωτεύτηκα ενώ τον γνώριζα.

Ο έρωτας είναι υπόθεση αγνώστων.  Μια ιστορία που λέγεται μόνο με λάθος σειρά. Σαν το Pulp Fiction συνεχίζει να ακολουθεί τους ήρωές του μετά το θάνατό τους. Ειδικά αν είναι καθάρματα.

Για να το πω διαφορετικά, ο έρωτας είναι παράλογος κι εμείς μοιάζαμε σαν το πιο λογικό συμπέρασμα. Το παραβλέψαμε για δύο χρόνια και μετά συνέβη το απρόσμενο. Η αίτησή μου για δουλειά στο τμήμα κινουμένων σχεδίων της Paramount έγινε αποδεκτή. Δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Έκανα την αίτηση από ανία κι επειδή δεν είχα τίποτα να χάσω.  Δεν μου πέρασε στιγμή από το μυαλό πως θα διάλεγαν εμένα, μιαν ασήμαντη σχεδιάστρια από τη Μινεάπολη.

Ξαφνικά κατάλαβα πως ένιωθα βαλτωμένη στη Μινεσότα κι ας είχε βγάλει τον αγαπημένο μου Φιτζέραλντ. Κι ας ήταν ο δικός μας τόπος. Κάθε μου νεύρο και νευρώνας ήθελε να φύγει. Η διαπίστωση με εξέπληξε αλλά όχι εκείνον.

Το συζητήσαμε επί ώρες στην κουζίνα του πίνοντας πράσινο τσάι, μασουλώντας φιστίκια και μπισκότα. Εγώ έλεγα δειλά πως ίσως αυτή η εξέλιξη έφτασε στην πιο ακατάλληλη στιγμή κι εκείνος  χτυπούσε τα χέρια του κι έλεγε: Είσαι τρελή; Ακόμα το συζητάς; Πρέπει να πας!

Έτσι έλεγε, χωρίς ούτε μία στιγμή να αναρωτηθεί  για εμάς, τη σχέση μας, τις συνέπειες. Όχι φωναχτά τουλάχιστον.

Η έκπληξή μου μπορούσε να συγκριθεί μόνο με την ανακούφισή μου. Ήξερα πως του χρωστούσα χάρη που διευκόλυνε τόσο τα πράγματα για μένα. Που έδινε στήριγμα και δικαιολογία στη φιλοδοξία και τον εγωισμό μου.

 

 

 

Κατέφτασε στο Λος Άντζελες ένα χρόνο μετά από μένα, καταπονημένος, εξουθενωμένος, απογοητευμένος. Άνεργος επί μήνες, με τον πατέρα του στα πρόθυρα τού θανάτου από καρκίνο στους πνεύμονες.  Όλοι νόμιζαν πως θα πέθαινε από κίρρωση του ήπατος, αφού υπήρξε αλκοολικός σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή του. Εκείνος, στο τέλος, επέλεξε να φιμωθεί από την αρρώστια των καπνιστών.

«Δεν αντέχω να τον δω  να πεθαίνει», είπε κι εγώ απάντησα, «Πρέπει όμως.  Ίσως δε συγχωρέσεις τον εαυτό σου αλλιώς.»

Τον έστειλα πίσω, αλλά ακολούθησα κι εγώ όταν έγραψε σ’ εκείνο το email πως όλα θα τέλειωναν μέσα σε λίγες μέρες. Πήγα και στάθηκα δίπλα του όσο έβλεπε εκείνο που δεν ήθελε να δει.

Ξέχασα να του πω ότι έβγαινα με κάποιον στο Λος Άντζελες, ότι ήμουν ξελογιασμένη μαζί του και του τηλεφωνούσα καθημερινά όταν έμενα μόνη. Πως εκείνον τον άλλον σκεφτόμουν όταν τον παρηγορούσα και τον άλλον ονειρευόμουν όταν κοιμόμουν δίπλα του στο φουσκωτό στρώμα που είχε βάλει στη μέση του σαλονιού η μητέρα του.

Στην κηδεία τού κράτησα το χέρι σφιχτά, στη συγκέντρωση που ακολούθησε μεθύσαμε παρέα. Επιστρέψαμε μαζί στο Λος Άντζελες. Είχε αποφασίσει να βρει δουλειά εκεί, να δραπετεύσει κι αυτός από όσα γνώριζε. Έχουμε την ορμόνη του φευγιού στο αίμα, μου είπε.

 

 

 

Όταν του μίλησα για τον Άλεξ, δεν έδειξε να ενοχλείται. «Έτσι πρέπει», είπε, «να προχωράμε, να εξερευνούμε, να αναρωτιόμαστε.»

Βρήκε την πρώτη του δουλειά σε ένα αρτοποιείο, πουλούσε σάντουιτς, φέτες από κέικ και κουλούρια, μετρούσε τις εισπράξεις. Άρχισε να βγαίνει με νεαρές πελάτισσες, ύστερα με την κοπέλα από το Νιου Τζέρσι που δούλευε μαζί του κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο ελκυστικός γινόταν, σαν να υπήρχε μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση ανάμεσα στην εμφάνιση και τη διάθεσή του. Είχε γίνει κυνικός, απότομος, κατηφής. Έβρισκε ελαττώματα στα πάντα.

Τον προέτρεψα να πάει σε συνεντεύξεις, να βρει μια δουλειά που του ταίριαζε περισσότερο, να χρησιμοποιήσει τις σπουδές τής δημοσιογραφίας. Κατέληξε βοηθός σ’ ένα γραφείο κάστινγκ, να παίζει με ονόματα και πρόσωπα όλη μέρα, να παίζει με ζωές.

Ο ηθοποιός πουλάει τον εαυτό του καθημερινά κι ενενήντα εννιά φορές στις εκατό τού επιστρέφουν το εμπόρευμα χωρίς να το ανοίξουν. Έτσι μου είπε. Δεν τους ζήλευε.

Κάθε μέρα έβλεπε ταλέντο, ομορφιά και φιλοδοξίες να τσαλαπατιούνται. Να γίνονται άμορφος πολτός κάτω από μπότες άγριων παραγωγών. Κάθε μέρα μου έλεγε στο τηλέφωνο, ή καθισμένος στον καναπέ μου, πως δεν καταλάβαινε πώς άντεχαν όλα αυτά τα νέα παιδιά να εκτίθενται έτσι, χωρίς διακοπή, χωρίς ανάπαυλα.

Μάθαμε να συνυπάρχουμε ξανά, κοιμόμασταν μαζί πού και πού, ο Άλεξ πέρασε στο παρελθόν, κι όταν έγινε φανερό πως η σχέση μας άρχισε να οδεύει και πάλι προς την αποκλειστικότητα, τρόμαξα. Ήταν είκοσι πέντε χρονών κι είχα φτάσει τα τριάντα. Τον έβλεπα να αναζητά τον εαυτό του, να μη βρίσκει ησυχία μέσα στο σώμα του, να πειραματίζεται με συναισθήματα και αποφάσεις.

Ήθελα κάτι άλλο, όχι κάποιον άλλον, μα κάτι πιο κοντά σε αυτό που οραματιζόμουν ως το άμεσο μέλλον. Κάτι να με καθοδηγήσει. Να με αφήσει να ακουμπήσω πάνω του. Να μου επιτρέψει να αλλάξω.

Του το είπα. Δεν συμφώνησε ούτε διαφώνησε. Αλλά σιγά-σιγά αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Να βγαίνουμε ραντεβού με άλλους. Να μη δίνουμε εξηγήσεις γι’ αυτά που κάναμε.

Η Τζέιν, η καλύτερή μου φίλη στο γραφείο και στο Λος Άντζελες ολόκληρο, που λέει πάντα αυτό που σκέφτεται και σκέφτεται ασταμάτητα και φωναχτά, επιμένει πως ζηλεύει την ανοιχτή μου σχέση. Η σχέση δεν είναι ανοιχτή όταν αφήνει μέσα τρίτους, λέω εγώ. Η σχέση είναι ανοιχτή όταν αφήνει να μπει μέσα της ο ήλιος.

Αυτό που δεν λέω είναι αυτό που φοβάμαι: πως θα έφευγε, αργά ή γρήγορα, για κάτι καινούριο. Ή κάτι νεώτερο. Καλύτερα να φύγω εγώ. Καλύτερα να σκοτεινιάσω τον ήλιο όσο περνά από το χέρι μου.

 

 

 

Το τηλέφωνο χτυπά και ξέρω πως είναι εκείνος. Ένα χρόνο τώρα τηλεφωνεί σχεδόν καθημερινά όταν λείπω. Για να με κάνει να νιώσω καλύτερα. ‘Η μήπως για να μου υπενθυμίσει την παρουσία του; Για να στιγματίσει το παρόν με το υπόγειο παρελθόν που φέρνει στη ζωή μου;

Πριν αποφασίσω αν θα απαντήσω, αποφασίζει ο τηλεφωνητής. Σηκώνομαι, σκύβω πάνω από τη συσκευή για να ακούσω το μήνυμα.

Το τηλέφωνο σταματά να χτυπά κι είναι εκείνος. Η φωνή του είναι διαφορετική, η ανάσα του αλλαγμένη, τα λόγια του ανυπόφορα. Ξέρει. Ξέρει αυτό που δεν θέλησα να του πω.

 

 

 

Οι ψιχάλες είναι παγωμένες, έτοιμες να στερεοποιηθούν σε κάτι λευκό κι εύθραυστο. Δεν ξεχνιέται η οργή των στοιχείων της Μινεσότας ακόμα κι αν ζήσεις χρόνια στο χλιαρό Λος Άντζελες.

Η πόρτα του τερατώδους κτιρίου απέναντι ανοίγει και σχεδόν ταυτόχρονα ανοίγει μια ομπρέλα. Η γυναίκα που την κρατά, η μητέρα του, με πλησιάζει. Το δέρμα της είναι χλωμό με διάστικτο ροζ, η μύτη της κόκκινη. Με βάζει κάτω από την ομπρέλα. Η γυναίκα αυτή θα μπορούσε να είχε γίνει δική μου μητέρα.

«Θέλει να σε δει», μου λέει. Το σκέφτεται λίγο πριν να με ρωτήσει: «Γιατί δεν του το είπες αμέσως;»

«Εσύ γιατί δεν του το είπες;» αντερωτώ.

Με κοιτάζει με τα κουρασμένα μάτια της, τα σκασμένα χείλια της.

«Νόμιζα πως θα του το έλεγες εσύ.»

«Γι’ αυτό μου τηλεφώνησες και μου το είπες; Για να μου πασάρεις την ευθύνη;»

«Θα γίνεις μητέρα και θα καταλάβεις.»

Η μόνιμη απάντηση προς τις γυναίκες που δεν έχουν τεκνοποιήσει. Το αιώνιο μάντρα της αναπαραγωγής.

«Κι αν ήμουν μητέρα, τι θα μου έλεγες;» φωνάζω. «Με ποιο δικαίωμα με έβαλες σε αυτή τη θέση; Εσύ έπρεπε να του το πεις, εσύ το έμαθες πρώτη, εσύ μίλησες με το γιατρό! Σε σένα τηλεφώνησε όταν βγήκαν τα αποτελέσματα του τσεκ-απ. Εγώ δεν ήξερα καν πως είχε πάει για τσεκ-απ όταν σε επισκέφτηκε.»

Δε φωνάζω πια, δεν μπορώ καν να ψιθυρίσω. Τα μάτια μου έχουν μουλιάσει από την υγρασία του σιωπηλού πόνου. Τόσες βδομάδες πάλεψα να ξεχάσω και το μόνο που κατάφερα ήταν να θυμηθώ περισσότερο.

Αρχίζω να κουνάω το σώμα μου, με τα πόδια κολλημένα στο έδαφος, μπρος πίσω, δεξιά αριστερά, δεν μπορώ να σταματήσω, τρίβω διαρκώς το πρόσωπό μου. Όταν την κοιτάζω πάλι, θέλω να μου τραβήξω τα μαλλιά. Μια γυναικούλα ζαρωμένη, γκριζαρισμένη, χήρα, παντρεμένη τριάντα χρόνια με έναν αλκοολικό, μ’ ένα γιο αλκοολικό, κι έναν άλλο γιο που γεννήθηκε και θα πεθάνει με ένα παράξενο ελάττωμα στην καρδιά χωρίς φανερά συμπτώματα για τα πρώτα είκοσι οχτώ χρόνια της ζωής του.

 

 

 

Ο χρόνος περνάει με ταχύτητα ή με βραδύτητα, αλλά πάντα περνάει. Ο χρόνος της ζωής μας είναι ένα ψίχουλο στην πίτα της ανθρώπινης ιστορίας, ένα χαμόγελο στο βασίλειο της ασταμάτητης ακινησίας. Ο χρόνος είναι ανύπαρκτος.

Καθόμαστε στην πίσω βεράντα του πατρικού σπιτιού του και μυρίζουμε άνοιξη. Ζούμε με δανεικό χρόνο και γι΄ αυτό τον σεβόμαστε.

«Έχει πλάκα», μου λέει ξαφνικά.

«Ποιο;»

«Θυμάσαι όλα αυτά τα μηνύματα που σου άφηνα κάθε μέρα για ένα χρόνο και βάλε;»

Γνέφω καταφατικά.

«Κάθε φορά έπαιρνα για να σου πω το ίδιο πράγμα και τελικά δεν σ’ το είπα ποτέ.»

Τσιμπάω το χέρι μου, το κοκκινίζω αλλά δεν καταφέρνω να το ματώσω.

«Ήθελα να σου πω πως σε μισούσα γιατί δεν άντεχα να σε αγαπάω. Όχι, όχι, δεν το λέω σωστά. Ήθελα να σου πω πως σε αγαπούσα τόσο που όλα τα συναισθήματα άρχιζαν να μοιάζουν το ένα με το άλλο και δεν ήξερα πια αν αυτό που ένιωθα ήταν μίσος ή αγάπη ή αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δύο όταν φτάνουν στα άκρα.»

«Καλά που δεν αποφάσισες να γίνεις ποιητής.»

«Ήθελα να σου πω πως θα προσπαθούσα να γίνω καλύτερος για σένα. Να παντρευτούμε, δεν ξέρω, να κάνουμε βουδιστικό γάμο, ή τελετή των Ίνκας, ή ό,τι άλλο ήθελες. Να μείνουμε μαζί για πάντα.»

Έχω σταματήσει να κλαίω εδώ και μήνες κι έτσι έχω πλεόνασμα δακρύων. Τον αγκαλιάζω, τον φιλάω, τον διαλύω.

 Όλα τα κόλπα μου με έχουν εγκαταλείψει. Τον χάνω τελικά, φεύγει, ό,τι κι αν κάνω, ό,τι κι αν σκαρφιστώ, ό,τι κι αν υποσχεθώ σ’ ένα ουράνιο ον στο οποίο δεν πιστεύω, δε θα καταφέρω να τον κρατήσω στο πλέγμα της ζωής μου, στον κόρφο της ανάσας μου. Φέτος, του χρόνου, σε δυο χρόνια, θα αναγκαστώ να αντιμετωπίσω τη σταθερή ουσία της αλήθειας μας. Είμαστε μόνοι και μόνοι μας ανακαλύπτουμε την τραγικότητα κάθε απόφασης που παίρνουμε.

Μπαίνουμε μέσα, έχει αρχίσει να σουρουπώνει στη Μινεσότα και κάνει ψύχρα.   



 

  

Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς:


         
Η Στέλλα Σαμιώτου Φιτσάιμονς γεννήθηκε στο Μαρούσι και ζει στο Λος Άντζελες. Έχει γράψει σε τρεις ηπείρους αλλά έχει δημοσιεύσει μόνο σε δύο. Από τις εκδόσεις Οδός Πανός κυκλοφορεί το βιβλίο της Αποσπάσματα από το τέλος ενός προσώπου. Ξεκίνησε το Λογοτεχνικό Μπιστρό το 2009 και δεν το έχει μετανιώσει ακόμα. Περισσότερα στο ιστολόγιο: http://stellasamiotou.blogspot.com/

 
copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας