Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Σπασμένο κορμί

Διονύσης Μαρίνος

 

 

 

 

Η νύχτα τους βρήκε πάνω στο κρεβάτι. Ήρθε και τους έδεσε στα σχοινιά της.

Η πέτσα της Λούλας ανασηκώθηκε από τον κατάπληκτο οίκτο.

Του είπε να σταματήσει.

Άκαμπτο μαντέμι τα μπράτσα του Κούλη υπονόμευσαν την άρνησή της με ένα νοσηρό σφιχταγκάλιασμα.

Με ρυθμό ατάραχο, αδυσώπητο, έτρεχε τη γλώσσα του πάνω της. Βρισκόταν σε καταληψία. Κόμπο κόμπο το έλυνε το σώμα της. Τις πτυχώσεις που το συνέδεαν. Οι απολήξεις της έτρεμαν. Σφυροκοπούσαν τα δόντια από το μένος και μέσα από τα ματωμένα της ούλα ήχοι ερήμωσης έπεφταν κατά πάνω του.

Του το ξανάπε.  

Ακούστηκε σαν πιστολιά χωρίς αντήχηση.

Τα μεριά του δούλευαν ακαταπόνητα με την απομυζητική ευτυχία που προσφέρει ο καρπός του απαγορευμένου όταν τον δαγκώνεις ώριμο με όλους τους χυμούς του. Το πρόσωπό του χαρτογραφημένο πόντο πόντο από τις ωδίνες της έκστασης. Φουσκωμένα πράσινα φιδάκια οι φλέβες του με βρεγμένη σάρκα από τον ιδρώτα έφτιαχναν πάνω του αγκαθωτές σκιές. Το παντελόνι κατεβασμένο μέχρι τους αστραγάλους. Να πάλλεται σαν μεσίστια σημαία καραβιού. 

Ύστερα δεν ακούστηκε τίποτα. Υποτάχθηκαν ο καθένας στο δικό του κόσμο. Τα πνιχτά μουγκανητά, η τραχύτητα της επαφής, η όξινη μυρωδιά του βίαιου ίμερου, τα αναμαλλιασμένα σεντόνια. Τίποτα άλλο.

Όταν τελείωσε, ο Κούλης, γύρισε στο πλευρό του και ατένισε τον άσπρο τοίχο του υπνοδωματίου με τρόπο μανιασμένο. Ζεματισμένο. Σαν να ήθελε να τον σπάσει. Να φύγει από΄κει μέσα. Να ελευθερώσει μια και καλή το τέρας που έκρυβε μέσα του.

Η Λούλα έμεινε ακίνητη σε ύπτια στάση με μόνη οπτική επαφή το ταβάνι. Το άδειο μονοδιάστατο ταβάνι που της επέστρεφε τη σκούρα αντανάκλασή της κατευθείαν στα μάτια.

Τον άκουσε που τον πήρε ο ύπνος. Το τραχύ ροχαλητό από το βάθος των πνευμόνων του ήταν τώρα η μοναδική υπόμνηση της νυχτόβιας μοναξιάς της. Μια εξαντλητική ζάλη της καρφώθηκε στο μέτωπο.

Έκανε καιρό να το συνηθίσει. Κοντά πέντε χρόνια. Όση και η ζωή του γάμου τους. Από συνοικέσιο σε ένα ημιφωτισμένο δυάρι στα Κάτω Πατήσια. Στο σπίτι της μάνας του. Εκεί τον γνώρισε. Τότε ήταν που την πρωτοακούμπησε. Στο τραπέζι που έκαναν τους μίζερους υπολογισμούς της προίκας και του γάμου.

Στον γυμνό της ώμο.

Στο λευκότατο δέρμα.

Από τότε το κατάλαβε. Εκείνο το μανιασμένο άγγιγμα, το επιθετικό τίναγμα του αδρού χεριού του πάνω στη δική της άβγαλτη επιδερμίδα την αιχμαλώτισε βίαια στην επικράτεια του φόβου. Από τότε στροβιλίζεται εκεί μέσα. Στη χοάνη του φόβου. Τον πρώτο καιρό του κρυβόταν αναζητώντας κάθε βράδυ μια αφορμή για να πέσει στο κρεβάτι αφού αυτός είχε κοιμηθεί. Φορούσε μακριές ρόμπες, γκρι και μαύρες που δέσμευαν τη θηλυκότητά της σε μια έρπουσα ομίχλη. Δεν άφηνε ίχνος σάρκας να φαίνεται. Να μην τον δελεάσει. Να μην του δώσει αφορμή.

Ένα βράδυ την εξαπάτησε. Έκανε πως κοιμάται αλλά παραμόνευε πότε θα την ακούσει να έρχεται στο κρεβάτι και σαν μεθυσμένη λέαινα να σηκώνει ελαφρά τα σκεπάσματα και να κουλουριάζεται.

Της έκλεισε το στόμα για να μην φωνάξει. Τάπωσε τον τρόμο της. Να ανακυκλωθεί με το σάλιο, να φτάσει στο στομάχι, στα πόδια, σε όλο της το σώμα. Να γίνει ένα μ αυτήν. Στάθηκε σαν βουβό αντικείμενο υπομένοντας το σκληρό αποτύπωμά του μέσα της, καταπίνοντας το αρρωστημένο φλόγιστρο της ανάσας του. Δεν έβγαλε άχνα. Ακόμα και όταν αυτός λάσκαρε το χέρι του από το στόμα της, έμεινε ακίνητη σαν απολειφάδι. Αφέθηκε στο γλυφό άρωμα της κούρασης να την υπνωτίσει.

Έτσι γεννήθηκε ο Παντελής. Ο γιος του. Ποτέ δεν έγινε δικός της. Την έπαιρναν τα κλάματα γιατί πάντα ονειρευόταν τον εαυτό της ως καλή και υπομονετική μητέρα που θα μπορούσε να κινήσει γη και ουρανό για το σπλάχνο της. Αλλά αυτός εδώ δεν είχε σπλάχνα. Ίδιος ο πατέρας του. Αγρίμι. Χτικιό. Λες και του μετάγγισε τη βεβαρημένη του συνείδηση. Το σπίτι της έγινε βάρος. Σ ένα συρματόπλεγμα δεμένες οι μέρες της, στον τοίχο της εκτέλεσης οι νύχτες της. Τώρα πια εκείνος δεν έκλεινε μάτι αν δεν την ένιωθε δίπλα του. Και όσο αυτή αποτραβιόταν και μαζευόταν σαν πουλί με σπασμένες φτερούγες τόσο εκείνος εξωθούσε το φαλλικό του κοινότοπο στις πιο ακραίες περιπτύξεις. Με άμεμπτη υπακοή η Λούλα αφηνόταν. Αλλά πλέον δεν ένιωθε τίποτα. Ούτε πόνο, ούτε χάδι. Το κορμί της ήταν μια σκληρή κρούστα. Ένα παγωμένο χωράφι. Ένα σώμα που έμαθε να επιδίδεται μόνο με ασίγαστους μονολόγους καλά κρυμμένους στους τέσσερις τοίχους της τουαλέτας. Σηκωνόταν τα μεσάνυχτα. Τη μοναδική ώρα που κανείς δεν μπορούσε να την ενοχλήσει. Στη ρευστή σιωπή της νύχτας προσπαθούσε να συγκολλήσει το μέσα της. Το έξω το είχε από καιρό ξεχάσει. Εχθρευόταν το κορμί της. Του έριχνε μομφή για όσα τραβούσε. Αυτά τα στήθια με τη ζωηρή αίσθηση της δεύτερης νιότης, κατάρα ήταν όχι ευτυχία. Τα μακριά της πόδια, οι ζηλευτές της κνήμες, οι χρυσοί αστράγαλοι, τα δάχτυλα των ποδιών λεπτά σαν ριζόχαρτο. Τίποτα δεν ήθελε να θυμάται. Τίποτα να δει.

Οι φίλες της, εκείνες οι λίγες που της είχαν απομείνει, την επιτιμούσαν για το ντύσιμό της. Καλόγρια έγινες της έλεγαν. Αν έχεις αποφασίσει να αγιάσεις να μας το πεις συμπλήρωναν. Έσκυβε το κεφάλι. Τι να τους εξηγούσε και τι θα καταλάβαιναν. Και στο δρόμο ποτέ δεν σήκωνε κεφάλι. Αν καμιά φορά στο μετρό ένιωθε αντρικό βλέμμα να την τρώει, έβαλε τα μαύρα της γυαλιά και γυρνούσε αλλού το κεφάλι. Απόδιωξε το χάδι από τη ζωή της. Ίσως γιατί ποτέ δεν βρέθηκε κάποιος να της το προσφέρει αφειδώλευτα. Έτσι αποστεγνωμένη και αποκαθαρμένη από την παλιά θερμότητα ενός παλλόμενου νεανικού σώματος, συμβιβάστηκε. Φόρεσε τη μάσκα της απάθειας.

Έγινε μια διάτρητη σκιά. 

Καμιά φορά ο γιος της για να την μαλακώσει μπας και του έδινε λίγο χαρτζιλίκι παραπάνω της έσκαγε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο και τότε την έπιανε σύγκρυο. Ήταν ένα φιλί υπολογιστικό, απροκάλυπτα εχθρικό, γεμάτο ζωώδη μανία. Σαν του πατέρα του. Γινόταν άλλος άνθρωπος. Τον έβαζε κάτω και τον χτυπούσε χωρίς λόγο. Ότι δεν μπορούσε να κάνει στον Κούλη το έκανε στην ομοιοτυπία του. Με αξερίζωτο ρυθμό τις νύχτες επέστρεφε στη δική της κατοικία. Στην εσωτερική. Με θέα τις οδοντόβουρτσες, το οινόπνευμα, τα ξυριστικά του άντρα της και τα προφυλακτικά του γιου της. Στον κλωβό της τουαλέτας ένιωθε ελεύθερη. Οι ρυτίδες των λογισμών της γίνονταν ευχάριστα υποφερτές μπρος στο χαρτί της τουαλέτας. Το μαύρο αίμα του μυαλού της τρεφόταν από το γουργουρητό που έκανε το χαλασμένο καζανάκι. Πάνω στην πλάτη του καθρέφτη ανάμεσα από τις ριπές της πάχνης που έσπερνε το καυτό νερό καθώς έτρεχε, έβλεπε το περίγραμμα του προσώπου της. Ή κάποιου προσώπου που απλώς την κοιτούσε. Υπήρχαν φορές που δεν μπορούσε να συνθηκολογήσει με το ίδιο της το κεφάλι. Λες και κάποιος της το είχε βίαια φορέσει και συνδέσει με μανταλάκια στο λαιμό.

Έξω σιωπή. Ένα κομμάτι φλεγόμενου ουρανού να περνάει αδιόρατα από το παράθυρο του μπάνιου. Μυρωδιές της νύχτας. Ο αέρας βουτυρωμένος από το λίπος των άστρων. Και μέσα σιωπή. Ο Κούλης κοιμόταν. Και ο γιος της το ίδιο. Πάνω στο τζάμι ξανά η ίδια συντομογραφία ενός κρανίου σπασμένου σε κομμάτια.

Άνοιξε τη βρύση του μπάνιου.

Έτρεξε το καυτό νερό. Ένας σπινθήρας ζωής ξεπρόβαλε μονομιάς από μέσα της. Ένας τεμπέλικος αισθησιασμός που έβρισκε δρόμο να σκάψει μέσα στο σώμα της. Πέταξε τη ρόμπα. Έβγαλε το βρακί. Το σουτιέν. Ιδού ο δρόμος. Φιλόξενος. Γυμνός μέχρι το κόκαλο.

Μπήκε στην μπανιέρα τσιτσιρίζοντας. Περπατούσε επί των υδάτων λες και στην πραγματικότητα είχε μεταφερθεί σε ένα ρευστό και αόριστο ενδιάμεσο.

Έξω σιωπή και μέσα το ίδιο.

Ακόμα πιο μέσα της όμως μια θεσπέσια φλόγωση. Το ανερμήνευτο πάθος. Έκλεισε τα μάτια. Να μην βλέπει το άγρυπνο σώμα της. Τις μυρωδιές του να μην αισθάνεται στα τρεμάμενα ρουθούνια. Και το νερό να διατρέχει το πετσί της καυτό σαν λάβα και αντί να καίγεται, περισσότερο από ποτέ να παγώνει. Και έξω σιωπή και μέσα σιωπή και ακόμα πιο μέσα μια έρημος αδιάβατη πνιγμένη από ακλόνητες φωνές που βούιζαν στα αυτιά της.

Πήρε το ξυράφι. Το στριφογύρισε. Μελέτησε τα όρια της λεπίδας. Στις άκρες των δαχτύλων. Στη βάση του ποδιού της και ακόμα πιο πάνω στο κόκκινο μπούτι, στους λαγόνες. Μέχρι πάνω, μέχρι τα στήθια. Δούλευε όμορφα. Διέτρεχε το κορμί της. Προχωρούσε και πίσω του άφηνε πίδακες άλικους και αυλάκια παχιά, αιμάτινα, λυτρωτικά. Συνέχισε να κόβει και να σπάει. Να σπάει και να λιώνει. Αυτό το κορμί. Που τόσο μακρινό της φαινόταν, τώρα μια οικεία θέρμη αποκτούσε καθώς είχε να δώσει κάμποσο αίμα.

Άρχισε να το νιώθει, να το συμπονά καθώς βογκούσε, να γίνεται ξανά δικό της έτσι όπως στα χέρια της έπεφτε κομμένο και σπασμένο.

Έξω σιωπή, μέσα σιωπή.

Το νερό συνέχισε να τρέχει.

Καυτό.

Κόκκινο.         

   


Διονύσης Μαρίνος:

Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε το 1971 στην Αθήνα και εργάζεται ως δημοσιογράφος.  Διηγήματα και ποιήματά του έχουν βραβευτεί σε αρκετούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Τους επόμενους μήνες θα κυκλοφορήσει το πρώτο του μυθιστόρημα (Τελευταία πόλη, εκδόσεις Γαβριηλίδης), ενώ το δεύτερο ετοιμάζεται για τις αρχές του επόμενου έτους (Χαμένα κορμιά, εκδόσεις Τετράγωνο).

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας