Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Άλλη μια φορά θα τα σπάσω τα μούτρα μου

Μαρία Κουμεντάκου

 

 

1.

Είναι αστείο πως σε γνώρισα
Σαν την παλάμη του χεριού μου
Και σαν το όνειρο που έβλεπα
Στον ύπνο τόσα χρόνια
Είναι αστείο πως εταίριαζες
Μες στου κορμιού μου τις κοιλότητες
Σαν να σουνα φτιαγμένος για εκεί
Είναι αστείο πως με άκουγες
Σαν να λεγα λόγια μεγάλα σοβαρά
Κι ύστερα ένευες σαν να κατάλαβες
Νοήματα μεγάλα και σοφά
Είναι αστείο πως σ αγάπησα
Σε λέξεις, πράξεις και νοήματα
Σαν να κρυβόμασταν ο ένας απ τον άλλο
Ανάμεσα σε θύελλες και κύματα
Είναι αστείο πως καρποφόρησε
Ο σπόρος ο δικός σου στην ψυχή μου
Σαν να γεννήθηκα κι εγώ για σένα
Είναι αστείο το παιχνίδι που μας έπαιξε η ζωή
Εμείς οι δύο ένα
Δεν θα μαστε ποτέ μαζί



2.

Ανοίγω τα μάτια και φοβάμαι
Φοβάμαι τις βροχές
Τις θύελλες που θα ρθουν καταπάνω μου 
Ουρλιάζοντας
Φοβάμαι εσένα 
Ειρωνεία; 



3.

Μέσα από τα δάχτυλά σου 
Ξεγλιστρά το φως
Ανάγκη η απουσία και η σιωπή
Στις άκρες των ματιών σου
Στάζει άμμος και γυαλιά
Ρινίσματα από ασήμι
Γκρίζα πολιτεία η ψυχή
Πού να σε βρω; 



4.

Ένα χαμόγελο που γλίστρησε
απ' το πρόσωπό σου
κι έσταξε στο πλακόστρωτο
να αντιφέγγει θαρρείς τον ήλιο.
Δυο στάλες μοναξιά που
κάθισαν σ ένα σύννεφο
σαν δυο κουτσομπόλικα περιστέρια.
Μια μέρα που σου κλεψαν το φως
και νύχτωσε νωρίς
Μια νύχτα που άργησε πολύ
να ξημερώσει
Δυο φιλιά χαραγμένα 
στο παγκάκι του πάρκου
Τα κύματα της θάλασσας
ένα ανταριασμένο πρωινό
που φύσαγε ο αέρας
Το άρωμά του, το χάδι του
στο μυαλό καρφωμένο
Η αγκαλιά σου άδειο πρωινό
Ο καφές που κρυώνει
και δυο παγωμένα χέρια
Το τζάμι θόλωσε
κι ο ορίζοντας μακρινός
για να δεις καθαρά 
Αυτά σου μένουν
Φτάνουν;

   


 

  

Μαρία Κουμεντάκου:

 Η Μαρία Κουμεντάκου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976, έζησε όμως και αλλού. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία, μεγαλώνει την κόρη της, διαβάζει Stephen King και παρακολουθεί τους αγώνες της ΑΕΚ.

 
copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας