Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Το όνειρο

Απόσπασμα από τη νουβέλα "η σιωπή της πόλης"

Βορειοδυτικές εκδόσεις

Νίκος Καρακάσης

 

 

 

Όλη η συζήτηση μέχρι εκείνη τη στιγμή έδειχνε άκαρπη. Ο γέρος το είχε πάρει απόφαση. Θα κατέβαινε για δήμαρχος του χωριού και κάθε προσπάθεια της γυναίκας του και των δύο παιδιών του να τον μεταπείσουν, κατέληγε να τον κάνει να πεισμώνει περισσότερο.

   Ο γέρος, με τη μυτερά στρογγυλή κοιλίτσα και το περιβραχιόνιο από μαλλιά στη γυμνή του κεφαλή, ήταν ανένδοτος.

   Αφού έχω συνεισφέρει στον τόπο μου, γιατί να μην δεχτώ; Στην τελική, τιμή μου κάνουνε, δεν με βρίζουνε, έλεγε και ξαναέλεγε.

   Γιατί είσαι μεγάλος σε ηλικία και αν μπλεχτείς με την πολιτική θα στεναχωρηθείς. Ο κόσμος γύρω σου δεν είναι τόσο αθώος όσο νομίζεις, είπε η γυναίκα του, φέρνοντας δάκρυα στα μάτια.. Ένωσε τα χέρια πάνω στη βαμβακερή μονόχρωμη φούστα της, έσιαξε τις μεγάλες κάλτσες, φόρεσε πιο καλά τις παντούφλες της.

   Ο Αλέξης μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε την κουβέντα αμίλητος. Τα μαλλιά του ήταν ανακατεμένα· είχε ξυπνήσει πριν από λίγο. Στις άκρες των ματιών του υπήρχαν τσίμπλες και το πρόσωπο του ήταν ακόμα φουσκωμένο από τον πολύ ύπνο.

   Καφέ έχει; ρώτησε νυσταγμένα.

   Καλά, δεν ακούς τι λέμε, ο καφές είναι στο μυαλό σου εσένα; είπε η Αλίκη κόρη του γέρου, τινάζοντας τα μαλλιά της μπροστά. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα από θυμό.

   Καλά, να πιω μια γουλιά καφέ και θα τα πούμε μετά, είπε βαριά ο Αλέξης και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Η Αλίκη αδιαφορώντας για την απαξίωση του Αλέξη για την κουβέντα, απευθύνθηκε ξανά στο πατέρα της.

   Μπαμπά, το χωριό είναι μακριά. Θα πρέπει να οδηγάς συνέχεια πάνω-κάτω. Δεν είσαι εσύ για τόσα ταξίδια, είπε σχεδόν παρακαλετά.

   Γιατί, δεν με θεωρείς ικανό οδηγό; Τι εννοείς; είπε με παράπονο ο γέρος.

   Δεν είναι αυτό, προσπάθησε να μαλακώσει το επιχείρημα της, για να μην πληγώσει το γέρο πατέρα της. Η έκφραση της Αλίκης, εκνεύρισε περισσότερο τον γέρο πατέρα της.

   Όλα στραβά τα βλέπετε! Τι το κακό υπάρχει να κατέβω υποψήφιος; είπε ο γέρος φωναχτά, και πρόσθεσε: Εντάξει, ο Παπαλουκάς δεν με συμπαθεί, όλοι το γνωρίζουν αυτό, αλλά παρόλα αυτά επέμενε στην επιλογή μου για το χρίσμα. Είναι διαβόλου κάλτσα αυτός! Αλλά δεν είναι τιμή μου, που με προτείνανε; είπε.

   Η σιωπή των δύο γυναικών, τον έκανε να σκάει μέσα στα ρούχα του. Ακούμπησε τα χέρια του στο τραπέζι πιάνοντας με τις άκρες των δακτύλων ένα μολύβι γυρνώντας το μηχανικά γύρω-γύρω. Το μυαλό του σκεφτόταν με γρήγορους ρυθμούς.

   Ο γέρος ήταν παντρεμένος με την κυρά-Βαγγελιώ και από αυτόν το γάμο ο Θεός τού χάρισε τον Αλέξη και την Αλίκη. Από την Αλίκη, που ήταν και η μεγαλύτερη, είχαν αποκτήσει ένα εγγονάκι, τον Σταύρο, ενώ ο Αλέξης, αν και είχε αργήσει να προκόψει, είχε πλέον μπει στο δρόμο του. Μια κοπελιά από τη Λάρισα τού είχε τιθασέψει τα λογικά και η σχέση τους προχωρούσε σοβαρά.

   Μια οικογένεια αγαπημένη και ευτυχισμένη, τι άλλο να ζητήσει ο γέρος; Όσα ήθελε από τη ζωή τα είχε λάβει. Και τώρα πριν το τέλος, του έδιναν την ευκαιρία να αγωνιστεί και για τα ιδανικά του. Να μπει στο στίβο της πολιτικής και να κάνει καλό, να μιλήσει άγρια στους άδικους και να ευνοήσει τους αδικημένους. Για τον γέρο, αυτό σήμαινε πολιτική. Όταν ο Παπαλουκάς τού ανήγγειλε στο τηλέφωνο ότι πολλοί συγχωριανοί του τον παρακαλούν να κατέβει στις επόμενες εκλογές, τα μάτια του δάκρυσαν. Τέτοια τιμή δεν τη φανταζόταν. Σαν να το περίμενε χρόνια, τα στήθη του φούσκωσαν και όνειρα πομπώδη κυρίευσαν τον ύπνο του.

   Πρώτα από όλα θα ανακινούσε το θέμα του ποταμού και των παράνομων κτισμάτων στην όχθη. Έργα σαν την εγκατάσταση φωτισμού σε κάθε γωνιά του χωριού, τη  συγκομιδή των σκουπιδιών σε συχνότερη βάση, τη δημιουργία θέσεων πάρκινγκ έξω από το κέντρο του χωριού αν και αυτό θα έφερνε πολλές αντιδράσεις από τους εμπόρους και πολλά άλλα ζωγράφιζε νοερά στο μυαλό του. Θα έκλεινε τη ζωή του προσφέροντας και αυτό δεν είναι λίγο.

   Και τότε θυμήθηκε τον αδελφό του, αυτόν που από μικρός ήθελε να γίνει τραγουδιστής. Ο ίδιος τον μάλωνε και τον προειδοποιούσε ότι δεν θα άντεχε το μικρόφωνο για χρόνια. Αλλά ο αδερφός δεν τον άκουσε δίνοντας όσα λεφτά είχε και δεν είχε σε μια δισκογραφική εταιρία. Πρώτα έβγαλε ένα δίσκο και έπειτα από λίγο άλλον έναν.

   Το ήθελε πολύ ο φουκαράς να δει το όνομα του στα εξώφυλλα, να δει τον κόσμο να αγοράζει τη φωνή του, να σιγοτραγουδούν τα τραγούδια του. Η πορεία όμως της καριέρας του δεν ήρθε όπως την υπολόγιζε. Πέρασαν μήνες και οι δίσκοι δεν πουλούσαν.

   Θυμάται καθαρά, τότε που τον συνάντησε σε ένα καφενείο στο κέντρο της Αθήνας. Κάθονταν αυτός και ο αδελφός του μέσα από το τζάμι και κοίταζαν τα αυτοκίνητα αδιάκοπα να περνάνε από το δρόμο μπροστά από το μαγαζί. Δεν έλεγε κουβέντα· το πρόσωπό του κουβαλούσε λύπη. Τα χαρακτηριστικά κόκκινα μάγουλα, είχαν γίνει άσπρα και τα μάτια του ήταν υγρά και βουρκωμένα. Δεν ήταν νευριασμένος, μάλλον πολύ στεναχωρημένος έδειχνε. Μάταια προσπαθούσε να τον κάνει να μιλήσει, αλλά αυτός απλώς κοίταζε έξω. Στο τέλος εντελώς παγερά είπε:

   Χρόνια τώρα μου λες ότι δεν θα αντέξω το μικρόφωνο, αλλά έκανες λάθος. Το πρόβλημα δεν είναι το μικρόφωνο, αλλά εγώ ο ίδιος. Το μικρόφωνο καταγράφει ήχους, δεν ωραιοποιεί τίποτα. Το δικό μου το αυτί όμως ακούει ό,τι επιθυμεί η ψυχή μου. Σήμερα άκουσα από το στόμα του παραγωγού, όσα ακούει το μικρόφωνο, και ναι αδελφέ, η ψυχή μου δεν άντεξε τη βοή της αλήθειας. Τελείωσα

   Το ίδιο το απόγευμα η οικογένεια θρήνησε ένα χαμό. Τέτοιο χαμό που ακόμα σαν λαβίδα πιέζει την καρδιά του γέρου. Αν δεν τον άφηνε μόνο του εκείνο το απόγευμα;

   Σκέψεις τριβέλιζαν το μυαλό του γέρου. Μήπως έτσι είναι και η πολιτική; Μήπως κι εγώ πάω να κάνω αυτό που λέει η ψυχή μου και στο τέλος η ψυχή μου δεν αντέξει

   Μήπως;

   Φόρεσε το καπέλο του, αυτό με το κομμάτι δέρμα στο πλάι, και χωρίς να πει κουβέντα βγήκε απ το σπίτι. Πήρε τον κεντρικό δρόμο και κατηφόρισε προς το καφενείο όπου είχαν κάτσει τελευταία φορά με τον αδελφό του. Άμα ήταν τυχερός, μπορεί να είναι ακόμα εκεί και να του πει τη γνώμη του.

   Μακάρι να είναι εκεί μουρμούρισε.

 


Νίκος Καρακάσης:

Ο Νίκος Καρακάσης γεννήθηκε το 1969 στην Αθήνα. Είναι εγγονός του Αλεξανδρινού ποιητή, μουσικολόγου και βιολονίστα Σταύρου Καρακάση και ανιψιός του Κώστα Καρακάση, συγγραφέα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του Βασιλιάς ΙΚΕΛΟΣ και στο διαδίκτυο κυκλοφορεί δωρεάν η νουβέλα του "η σιωπή της πόλης" σε μορφή ebook αποκλειστικά, από τις βορειοδυτικές εκδόσεις.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας