Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Η τελευταία νύχτα του κύριου Έρμιτ

Νίκος Καρακάσης

 

 

 

Οι μικρές φακίδες στην άκρη της μύτης, ενίοτε την ενοχλούσαν, ενίοτε πίστευε ότι η γη και όλα τα φεγγάρια που ήξερε γυρνούσαν μαγεμένα γύρω τους. Ήταν μόλις δεκάξι και είχε ήδη μια κοινωνική ζωή, που εύκολα θα χαρακτηρίζαμε ως “φυσιολογική”. Κάπου δύο φίλες που μπορούσε να τους τραβήξει το μαλλί και κάπου τετρακόσιους φίλους στο Facebook που ποτέ της δεν θα γνωρίσει.

Ο κύριος Έρμιτ, νεαρός κατά τα φαινόμενα, αλλά όχι για την ταυτότητα, ήταν άνεργος και εργένης. Ίσως οι πιο προσοδοφόρες ασχολίες για μακροημέρευση και απουσία της οποιαδήποτε ρυτίδας. Στην εργασία του τον σχόλασαν γιατί δεν άντεχαν τις αργές κινήσεις των χεριών του. Πίστευαν όλοι οι συνάδελφοι, ότι όταν ξυριζόταν ήθελε περίπου έξι ώρες συνεχής επιμονής μέχρι να ξυρίσει όλο το πρόσωπο. Πιο συγκεκριμένα, ήσαν όλοι σίγουροι ότι μέχρι να ξυρίσει το ένα μάγουλο στο άλλο είχαν ήδη φυτρώσει τα γένια. Και δεν έπεφταν πολύ έξω. Τα μεγάλα παραλληλόγραμμα κοκάλινα γυαλιά του, κάθε φορά που θαμπώναν απαιτούσαν περίπου όλο το διάλειμμα του. Όσο χρόνο έκαναν οι υπόλοιποι συνάδελφοι για να φάνε το κολατσιό τους,  εκείνος τον σπαταλούσε έτσι ώστε να καταφέρει να τα ξαναβάλει στην μύτη του και να δει πλέον καθαρά. Ήταν πολλές οι φορές που έμενε νηστικός.

Πλέον  σε ένα άδειο σπίτι και με ένα επίδομα ανεργίας, η μόνη του εργασία ήταν το Facebook και οι εφτακόσιοι περίπου φίλοι, που για ένα περίεργο τρόπο τους είχε συμπαθήσει όλους. Βλέπεις, η ταχύτητα απάντησης σε μια ερώτηση ή σε ένα status δεν απαιτούσε από τον χρήστη κάτι παραπάνω από μισή ημέρα. Και αυτό τον βόλευε.

Στην αρχή είχε γραφτεί με το όνομα “enstick” όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι. Έβλεπες, “fouriozos”, “Tomachok”, “Girl from papanema” και άλλα. Αργότερα όμως οι περισσότεροι άλλαξαν τα συνθηματικά τους σε πραγματικά ονόματα. Αποκτούσε σιγά-σιγά ο ιστότοπος μια ακόμη ρεαλιστικότερη διάσταση και αυτό ήταν απόρροια των πραγματικών συνομιλιών που ανταλλάσσαν  σιγά-σιγά ο ένας με τον άλλον.

«Σήμερα έφαγα ψάρι» έλεγε ο ένας, «Είχα ένα καβγά με το Φρέντ» έγραφε η άλλη και ο κύριος Έρμιτ έτρεχε -σχήμα λόγου- να απαντήσει και να βοηθήσει όπου μπορούσε. 

«Τι διάβαζε ο κοιμισμένος οδηγός την ώρα που με τράκαρε; Το αμάξι έγινε μια άμορφη μάζα, αλλά εγώ επέζησα με ένα κολάρο και χιλιάδες εξετάσεις. Ζαλίζομαι» έγραφε η δεσποινίς Σκούρτ. «Περαστικά», «Κουράγιο...»

«Σήμερα η μητέρα μου με έπρηξε πραγματικά» έγραψε η νεαρή με τις φακίδες με το όνομα Μαρκέλλα. «Γιατί;» την ρώτησε ο κύριος Έρμιτ και εκείνη του απάντησε ώσπου η συζήτηση τους επεκτάθηκε με προσωπικά μηνύματα και τσατ μέχρι πρωίας.

Εκείνο που ήταν μέχρι πρότινος μια απλή ιστοσελίδα ανακοινώσεων, ανέλαβε να κάνει το παρόν του κάθε ανθρώπου σε ένα προσωπικό τοίχο, κάθε επικοινωνία και έκπληξη με έναν άγνωστο μεταφράστηκε σε ένα πάτημα κουμπιού και σε αποδοχή της κενής συνθήκης «Ναι, τον γνωρίζω». Και ας μην τον ήξερες. Εκείνο το καλημέρα, είστε πολύ όμορφη, θα ήθελα πολύ να μου χαρίσετε δύο λεπτά να γνωριστούμε• εκείνο το χαμόγελο σε μια γνωριμία που σκιαγραφεί τον χαρακτήρα του ανθρώπου και την πνευματική του διάθεση •εκείνο το ενστικτώδες αίσθημα της χημείας μεταξύ δύο ανθρώπων που ερχόταν από το σωματότυπο, την έκφραση και εμφανισιακο στυλ, είχε μετατραπεί σε παρατήρηση των φωτογραφιών στο προφίλ, αυτές δηλαδή που  ο καθένας χαζεύει προτού πατήσει το κουμπί «αίτηση φιλίας».

Και αυτή ήταν και η μαγεία. Το αναπάντεχο ουρλιαχτό όλων των κοινωνιολόγων.

Η ιστοσελίδα του facebook, μοίραζε, έκοβε, έδινε και δεν έπαιρνε τίποτα για αντάλλαγμα, εκτός από κάποιες διακριτικές διαφημίσεις στην δεξιά μεριά της σελίδας. Ανεπαίσθητες. Αόρατες.

«Θέλεις να σου δείξω το σπίτι μου;» ρώτησε η Μαρκέλλα τον κύριο Έρμιτ. Φυσικά απάντησε εκείνος  και εντός δέκα λεπτών μπορούσε να δει την κουζίνα, την μαμά της, τον σκύλο της, την γάτα, το δωμάτιο και το μπαλκόνι με τον ανθισμένο ιβίσκο.

«Κάτσε να δεις και εμένα» είπε ο κύριος Έρμιτ και στις επόμενες ημέρες είχε ανεβάσει βίντεο από το σπίτι του, ένα συμπαθητικό δυάρι με τις βασικές ανέσεις.

«Θα ήθελα να βρεθούμε μια μέρα..» είπε η Μαρκέλλα. «Δες τι αγόρασα σήμερα!»

«Ακόμα να μπουν τα λεφτά από το επίδομα» έγραψε ο κύριος Έρμιτ.

«Και τι να τα κάνεις;»

«Πιστεύεις στην αγάπη;»

«δεν ξέρω. Φοβάμαι»

«Ναι, αλλά όταν αγαπάει ο ένας τον άλλο δεν φοβάται»

«Ψέματα! Τότε φοβάται περισσότερο»

«Μπήκαν τα λεφτά, πάω να αγοράσω μια καλύτερη φωτογραφική μηχανή»

 

Η Μαρκέλλα, σταμάτησε να πηγαίνει στο σχολείο δίχως όμως να γνωρίζει κάτι η μητέρα της. Την έβλεπες στην στάση όπου το ασύρματο δίκτυο της καφετέριας πίσω της, έδινε πρόσβαση στο ίντερνετ.

«Δεν μ’ αρέσει το σχολείο!»

«Ούτε εμένα μου άρεσε»

«Ναι, αλλά πρέπει να πηγαίνουμε λέει η μαμά μου»

«Η μαμά σου έχει δίκιο, αλλά πραγματικά το σχολείο είναι απαίσιο»

 

Οι ρυθμοί του κύριου Έρμιτ είχαν γίνει απίστευτοι. Η κάθε απάντηση πλέον, η κάθε φωτογραφία δεν αργούσε πλέον να ανέβει. Η Μαρκέλλα τον είχε συμπαθήσει.

«Θα ανεβάσω το κρεβάτι μου το βράδυ» έγραφε από την στάση.

«Θα έρθω» απάντησε εκείνος με κάποιο μακρύτερο στοχασμό και εκείνη άλλαξε συζήτηση όπως πάντα.

«Ανεβάζω μια φωτογραφία από ένα παππούλη που προσπαθεί να περάσει τον δρόμο»

«κρίμα. Ανεβάζω και εγώ μια φωτογραφία από την γειτόνισσα. Την δέρνει ο άνδρας της κάθε μέρα. »

«Κοίτα! ένα ζευγάρι μποτάκια!»

«Απίθανα!»

Του κύριου Έρμιτ του είχε γίνει εμμονή. Συνέχιζε να ντρέπεται να ζητήσει στην Μαρκέλλα να βγούνε, συνέχιζε όμως ταυτόχρονα να επιθυμεί μια επίσκεψη στο κρεβάτι της ή στο διάδρομο ή απλά σε ένα καφέ. Όλα του αρκούσαν. Θα ήταν μαγικό να μπορούσα να μπω μέσα στην ιστοσελίδα και να την γνωρίσω.

Έγραψε ένα γράμμα στο facebook, στα κεντρικά όπου και τους ζήτησε να κατασκευάσουν την εν λόγω δυνατότητα. Οι προγραμματιστές του απάντησαν , γιατί δεν της ζητάς να βγείτε έξω; Εκείνος όμως το μόνο που ανταπάντησε ήταν «Μιλάω σοβαρά».

Το ίδιο βράδυ μια ανησυχία τον έκανε να πεταχτεί από το κρεβάτι του. Πίστεψε στην αρχή ότι ήθελε να πιει νερό, αλλά σύντομα βρήκε τον εαυτό του εμπρός στην σελίδα του facebook. Περιηγήθηκε στις φωτογραφίες της Μαρκέλλας και έκπληκτος παρατήρησε ένα καινούργιο κουμπί. «Είσοδος». Το πάτησε.

-

Οι γονείς της Μαρκέλλας ήταν πολλοί ανήσυχοι. Πως είναι δυνατό να λείπει τόσες μέρες, φώναζαν στον αστυνομικό, πως; «Υπάρχει μια σειρά από εξαφανισμένους ανθρώπους» απάντησε σοβαρά ο ψηλός ντετέκτιβ και έκλεισε το μπλοκάκι του. «Υπάρχει λίστα σχετική στο ιντερνετ, σε λίγο θα αναρτηθεί και η δική σας κόρη μαζί τους. Λυπάμαι. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο..»

 

Οι φακίδες της Μαρκέλλας ήταν τελικά πολύ όμορφες. Σχολείο δεν ξαναπήγε, αν και βρήκε σύντομα στην νέα της ζωή και την δασκάλα της μέσα. Όπως και πολλούς συμμαθητές της. Ο κύριος Έρμιτ δεν ανησύχησε ξανά αν θα του έμπαινε το επίδομα της ανεργίας. Τι να το κάνει; δεν πεινούσε, δεν είχε κανένα στρες. Ούτε καν εκείνη η αργή κίνηση των χεριών του δεν ενοχλούσε πλέον κανέναν. Να τα κουνήσει και να κάνει τι;  Μπορούσε να θυμηθεί την προηγούμενη ζωή του και συχνά αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που έκανε τους ανθρώπους να ξυπνάνε κάθε πρωί. Τι ήταν αυτό που τους έσπρωχνε στην στάση του λεωφορείου με κομμένα μάτια και βιαστικό μακιγιάζ. Τι δουλειά έχει σε έναν άνθρωπο να ζει την οργή του αφεντικού, την κατάρα του χρήματος και την επιθυμία της αναγνώρισης. Η αγάπη πάλι τι είναι; Γιατί κάποιος να πρέπει να αγωνιστεί για να κερδίσει κάτι; Για να στεναχωρηθεί έπειτα, να μετανιώσει ή για να αρχίσει να φιλοσοφεί για να ξεπεράσει την μελαγχολία του. Γιατί ζει ο άνθρωπος; για ποιόν λόγο γράφει ιστορίες που ποτέ του δεν θα ζήσει; γιατί τρέχει στα βιβλιοπωλεία να διαβάσει για ταξίδια και χώρες μακρινές που ποτέ του δεν θα πάει; Γιατί να έχει κανείς ελπίδα για κάτι που δεν ποτέ δεν θα καταφέρει; Γιατί να μεγαλώνει και τα πράγματα γύρω του να γίνονται κάθε μέρα χειρότερα; Γιατί να κοιτάει στην τηλεόραση ανθρώπους καλύτερους από αυτόν και πιο πλούσιους; Γιατί να ζηλεύει; Γιατί να επιθυμεί αφού ποτέ  δεν θα έρθει η μέρα που θα είναι ικανοποιημένος; Τι είναι η ικανοποίηση σε έναν άνθρωπο; μήπως ένας υγιής γεροντικός περίπατος; Υπάρχει τέτοιο πράγμα; Δεν υπάρχει. Δεν έχει νόημα το στροβίλισμα όταν από πριν γνωρίζεις ότι το μόνο που θα πετύχεις είναι να έρθει ο θάνατος. Που πάντα έρχεται, όσα σπίτια, όσο έξυπνος, όσο χαρούμενος ή δυστυχής είσαι. Ποιο το νόημα της επιτυχημένης ζωής;

-

Ο Ντετέκτιβ εξέταζε την φωτογραφία της Μαρκέλλας στο facebook αγκαλιά με ένα άνδρα γύρω στα σαρανταπέντε με κοκάλινα γυαλιά. Ένα κλικ πιο πέρα μια φωτογραφία με την Μαρκέλλα και τον άγνωστο άντρα σε ένα βουνό, στα Ιμαλάια και έπειτα σε μια αμμουδερή παραλία μαζί με τον Κουστώ να συζητούν γελώντας. Πιο κάτω στο πύργο του Άιφελ με τον Ντίσνευ και ακόμη πιο πέρα στο Γραντ Κάνυον με φόντο τον καταρράχτη · Τους είδε σε γιοτ, σε βάρκα στην Βενετία, σε καμήλα να διασχίζουν την έρημο, σε ένα μακρινό ποτάμι να τους τραβάει το ρεύμα, να τρώνε μπανάνες μαζί με τον Όρσον Γουέλς και να πίνουν βότκες με τον Φιντέλ Κάστρο, να καπνίζουν με Τατάρους νύχτα γύρω από την φωτιά και να στήνουν οδομαχίες στα στενά του Παρισίου. Είχαν περάσει κάπου δύο χρόνια από τότε που εξαφανίστηκε η κοπέλα και από όσο μπορούσε να καταλάβει, είχε εξαφανιστεί μαζί του ή είχε μπει μέσα στο facebook. Ζούσε (αν μπορεί να το πει κανείς αυτό ζωή) μέσα στην εικονική πραγματικότητα του κοινωνικού ιστού. Σαν αράχνη που περπατάει αργά και παντού, που κρέμεται όπου μπορεί να απλώσει το νήμα της. Σε κάθε φωτογραφία που υπάρχει στους servers του facebook μετακινείται κατά επιθυμία και δίχως πολύ σκέψη.

Γέλασε.  Πολύ φαντασμένο σενάριο!

Παρατήρησε την ημερομηνία της τελευταίας φωτογραφίας που ήταν πολύ πρόσφατη και δίπλα το κουμπί «Είσοδος». Αν και όλα αυτά του φάνηκαν παράξενα, η λογική δεν υπερίσχυσε της κρυφής ελπίδας της ανακάλυψης. Όπως και οι σκέψεις, εκείνες οι τελευταίες εικόνες που κερδίζει κανείς προτού στρέψει το δάχτυλο του τέλους στο άμυαλο κεφάλι του. Το παρόν είναι μια ταλανιζόμενη μπάλα πάνω από το σώμα ενός καθημερινού ατόμου ή μια κρυστάλλινη μπάλα που ανατρέπει ολοσχερώς όλες τις ψεύτικες νιφάδες ενός μαγικού χριστουγεννιάτικου τοπίου;

Η ανέλπιδη έκφραση του σημερινού ανθρώπου μπορεί να χωρέσει σε ένα μόνο κουμπί; η φαντασία ενός σύγχρονου τεχνοκράτη έχει δικαίωμα να εισάγει την πραγματικότητα σε έναν ανεμοστρόβιλο νέας ζωής ή μη ζωής με την δικαιολογία της αναδιάρθρωσης της σηψαιμικής πραγματικότητας;

Και αυτόν τον ρεαλισμό που ζούμε ποιος τον κατασκεύασε;

 

κλικ.


Νίκος Καρακάσης:

Ο Νίκος Καρακάσης γεννήθηκε το 1969 στην Αθήνα. Είναι εγγονός του Αλεξανδρινού ποιητή, μουσικολόγου και βιολονίστα Σταύρου Καρακάση και ανιψιός του Κώστα Καρακάση, συγγραφέα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημα του «Βασιλιάς ΙΚΕΛΟΣ» και στο διαδίκτυο κυκλοφορεί δωρεάν η νουβέλα του "η σιωπή της πόλης" σε μορφή ebook αποκλειστικά, από τις βορειοδυτικές εκδόσεις.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας