Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Η Φάτνη

Χαριτίνη Καρρά

 

 

 

Προσπαθείς εδώ και πολλή ώρα να θυμηθείς πώς ήταν η αίσθηση εκείνης της βραδιάς, σου ρχονται εικόνες από ένα μικρό δρόμο σε μια γειτονιά της Αθήνας, δεν πρέπει να ήταν και τόσο καλά φωτισμένος, είχε κι εκείνη την ελαφριά ομίχλη που σκέπαζε τα πάντα, ακόμα και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια πάνω στις κολόνες δύσκολα διακρίνονταν μέσα στη θολούρα, όμως εσύ έβλεπες καθαρά τη φιγούρα του πατέρα σου δίπλα σου να περπατάει κρατώντας σε από το χέρι, ήσυχα, ζεστά και τρυφερά και σίγουρα τώρα θυμάσαι πως πηγαίνατε σ εκείνο το μικρό ψιλικατζίδικο δίπλα απ τη σχολή που έκανες χορό, κι ο πατέρας σου σε περίμενε μετά το μάθημα να σου κάνει μια έκπληξη, έτσι είχε πει, κι εσύ ήσουν μέσα στη χαρά γιατί τα Χριστούγεννα έρχονταν κι ο πατέρας σου κάτι σχετικό θα ετοίμαζε, δεν μπορεί, τον έπιανε η γενναιοδωρία τον πατέρα σου στις γιορτές, ίσως επειδή τότε ένιωθε λίγο παιδί κι ο ίδιος, όπως μάλλον ένιωθε και αυτή τη στιγμή που θυμάσαι όλο και περισσότερο καθώς κατευθύνεστε στο μαγαζάκι χέρι χέρι, και πρέπει να σου ρχεται τώρα στο μυαλό σου πιο καθαρά η θερμή χοντρή του παλάμη που πάντα έτρεμε και ποτέ δεν ήξερε κανείς αν ήταν από τη συγκίνηση ή από κάποια μυστήρια ασθένεια του νευρικού συστήματος, όμως σημασία είχε ότι τότε σου κρατούσε το χέρι σφιχτά κι ήταν μια στιγμή που τον είχες όλον δικό σου, τον αποκλειστικό σου πατέρα, δεν μπορούσε να τον πάρει τίποτα μακριά, εντωμεταξύ τώρα σ αυτή την τόσο ωραία ροή των αναμνήσεών σου κάνουν παράσιτα άλλες μνήμες από ένα όχι τόσο μακρινό μέλλον σε σχέση με εκείνο το παρελθόν, τότε που αυτή η ζεστή του παλάμη είχε κρυώσει για λίγο ή για πολύ κι ήταν γεμάτη αίμα, επειδή έτσι το είχε θελήσει εκείνος και τότε εσύ είχες μείνει εντελώς μετέωρη γιατί δεν είχες χέρι να σε κρατήσει και γιατί εκείνος έψαχνε το δικό σου μήπως κρατηθεί ο ίδιος οπότε ήταν σαν να τον έχανες οριστικά, δεν υπήρχε δηλαδή καθόλου αυτή η θαυμάσια αίσθηση ότι τον έχεις τον πατέρα σου όπως εκείνο το βράδυ που πηγαίνατε μαζί να σου κάνει μια έκπληξη, κι η έκπληξη ήταν τελικά μια πανέμορφη φάτνη, χάρτινη με αυτάκια από πίσω για να στέκεται όρθια, κι εσύ σχεδόν τσίριξες από τον ενθουσιασμό κι ο πατέρας σου τότε σε αγκάλιασε χαρούμενος και σε σήκωσε ψηλά για λίγο έτσι όπως σε σήκωνε όταν ήσουν ακόμα τριών, κι εσύ τσίριξες ακόμα περισσότερο κι έπειτα σε κατέβασε και πήρατε μαζί σας την υπέροχη φάτνη κι εσύ νόμιζες πως ήσουν μέρος αυτής της φάτνης, λίγο σα θείο βρέφος ένιωθες, φροντισμένη, λατρεμένη κι ασφαλής, ένας μικρός Ιησούς δηλαδή, τόσο που όταν βάλατε τη φάτνη κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο πήγες κι έκατσες εκεί για ώρες και δεν σε βγάζανε από κάτω, βρε καλή μου, σήκω λίγο, τίποτα εσύ, ήθελες να είσαι κάτω από το δέντρο, να αναπνέεις την τρυφερότητα του πατέρα σου καθώς στόλιζε το δέντρο με τα τρεμάμενά του χέρια κι ακόμα τώρα αναρωτιέσαι πού να είναι αυτή η φάτνη και ξέρεις πως μπορεί να βρίσκεται ακόμα κάπου μέσα στο πατρικό σου ή να την έχεις αποθηκεύσει εσύ σε κάποια γωνία της ψυχής σου για να την ανασύρεις καλή ώρα όπως τώρα που χρειάζεσαι επειγόντως μια φάτνη για να βάλεις κάτω από το δικό σου χριστουγεννιάτικο δέντρο.

 


 

  

Χαριτίνη Καρρά:

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1972. Με τη γραφή ασχολούμαι εδώ και κάποια χρόνια ερασιτεχνικά. Τώρα τελευταία κάποιες ιστορίες μέσα μου χρειάζονται περισσότερο χώρο ν αναπνεύσουν, κι εγώ, τι να κάνω, τους τον παραχωρώ.                    

 
copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας