Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Το αόρατο λεωφορείο

Ντίνος Χατζηγιώργης

 

 

Ένα πρωί Σαββάτου, ήρθε και με πήρε από το σπίτι η θεία μου, η αδελφή της μαμάς. Κατεβήκαμε στην πόλη, στην Πλατεία Απομάχων, για μια βόλτα με το αόρατο λεωφορείο.

 

Πριν δέκα χρόνια, ένας γέρος σμηναγός είχε μια πολύ περίεργη ιδέα. Αγόρασε από μια μάντρα αποσυρμένων ένα λεωφορείο και έβαλε στη μηχανή του ένα από τα παλιά καμουφλάζ της γαλαξιακής αεροπορίας. Μετά από πολλά μαστορέματα κατάφερε να κάνει το λεωφορείο αόρατο, σαν τα αρχαία εκείνα διαστημόπλοια.

 

Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να εξηγήσει τον λόγο που το έπραξε αυτό ο γέρος άνθρωπος. Προσέλαβε στη συνέχεια έναν οδηγό και παρουσίασε το λεωφορείο στους συμπολίτες του. Με μόνο τρεις μονάδες αγόραζες ένα εισιτήριο για το αόρατο λεωφορείο και έκαμνες μια βόλτα της πόλης και της γύρω εξοχής. Γράψανε για τον κύριο σμηναγό στις εφημερίδες και τις εγκυκλοπαίδειες, αλλά ο ίδιος δεν έγινε ποτέ πλούσιος. Όσοι τον θυμούνται, έλεγαν πως τον έβλεπαν να χαζεύει από το μπαλκόνι του τους καθισμένους επιβάτες, όπως περνούσαν έξω από το σπίτι του, σαν να πετούσαν, και πώς έσκαγε στα γέλια σαν μικρό παιδί. Γιατί το λεωφορείο γινόταν αόρατο, όχι όμως όσοι κάθονταν μέσα του.

 

Όταν ήταν ορατό, το λεωφορείο δεν ήταν πολύ σπουδαίο στην εμφάνιση. Ήταν αντίκα. Δεν έμοιαζε με τις αεροδυναμικές βελόνες που γλιστρούν σιωπηλά πάνω στους μαύρους μας αυτοκινητόδρομους. Το αόρατο λεωφορείο χωρούσε μόλις σαράντα επιβάτες, καθιστούς. Είχε πράσινες και κίτρινες ρίγες, στρογγυλές γωνίες, διπλό παρμπρίζ και μια πλατιά γρίλια από κάτω, σαν χαμόγελο με μεγάλα δόντια. Έσκουζε με μια δυνατή, βραχνή κόρνα και η εξάτμιση του έβηχε γκρίζο καπνό σηκώνοντας μεγάλο σαματά.

 

Η ουρά στην πλατεία δεν ήταν μεγάλη. Πολλοί τότε φοβούνταν να ανέβουν στο αόρατο λεωφορείο. Μην τυχόν βγάλουν καρούμπαλο στα μυαλά, έλεγε ο μπαμπάς μου. Και πολλοί άλλοι ντρεπόντουσαν να καθίσουν σε αυτό, γιατί δεν τους άρεσε, έλεγαν, να τους κοιτάζει ο κόσμος.

 

Η θεία μου η Ζωηρούλα (Ελένη την έλεγαν αλλά Ζωηρούλα την έλεγε η μαμά) με τράβηξε μπροστά και, σπρώχνοντας, κατάφερε να ανεβούμε πρώτοι στο λεωφορείο. Καθίσαμε αμέσως στα μπροστινά καθίσματα.

Εδώ είναι το καλύτερο σημείο είπε.

Όταν γέμισαν όλα τα καθίσματα, μπήκε και ο οδηγός και ξεκίνησε τη μηχανή. Η καρότσα άρχισε να τρέμει και η εξάτμιση να σκάει πυροτεχνήματα. Πάνω από το κεφάλι του οδηγού είχε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του γέρου σμηναγού, από εκείνες που κουνιούνται. Είδα τον σμηναγό με το λευκό γενάκι να με κοιτάει και να μου κλείνει το μάτι.

 

Το λεωφορείο έκλεισε τις πόρτες του και ξεκίνησε, κάνοντας πρώτα τον κύκλο της πλατείας.

Πάμε λοιπόν είπε φωναχτά ο οδηγός του λεωφορείου.

Πάμε! απάντησαν όλοι οι επιβάτες μαζί, που για τους περισσότερους δεν ήταν η πρώτη φορά.

Υπήρχε ένα κόκκινο κουμπί κάτω από το τιμόνι και αυτό πάτησε μετά ο οδηγός. Αμέσως ακούστηκε ένα μικρό σφύριγμα, ένα μουγκρητό σαν να στύβονταν όλο το λεωφορείο, και για μια στιγμή θόλωσαν τα μάτια μου. Ήταν που το μέταλλο γύρω μας γινόταν σιγά-σιγά διάφανο. Ήταν το πιο θαυμαστό πράγμα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Εκτός από εμένα τον ίδιο, δεν έβλεπα ούτε το σασί, ούτε τους τροχούς. Καθόμουν στον αέρα, ένα μέτρο πάνω από τον δρόμο, που έτρεχε σαν ποτάμι κάτω από τα πόδια μου. Έβλεπα βέβαια και τον οδηγό, με τα χέρια του στο αόρατο τιμόνι, και την θεία δίπλα μου, και τους άλλους επιβάτες πίσω μου. Καθόμασταν όλοι στη σειρά, στον αέρα, και πετούσαμε, χωρίς όμως να ανεμίζουν τα μαλλιά μας. Τα παράθυρα ήταν κλειστά και δεν μας χτυπούσε αέρας. Οι περαστικοί στα πεζοδρόμια μας χάζευαν και μας χαιρετούσαν. Τους χαιρετούσαμε κι εμείς. Συνεχίζαμε όμως να τρανταζόμαστε και να αναπηδούμε στις λακκούβες και να ακούμε την μηχανή να βογκάει και να ξεφυσάει.

 

Κάποια στιγμή αφήσαμε πίσω την πόλη και μπήκαμε στην εξοχή. Εδώ ξεχάστηκα τελείως και νόμισα πως πετούσα στα αλήθεια. Τα κοντινά δέντρα περνούσαν δεξιά και αριστερά μας σαν μαγικός άνεμος γεμάτος φύλλα και από πάνω ο ουρανός φάνταζε μεγαλοπρεπής, φορτωμένος τεράστια σύννεφα. Ακόμα και ο χωματόδρομος που διασχίζαμε έδειχνε μαγεμένος. Σκόνη και πέτρες τινάζονταν χωρίς λόγο, στροβιλίζονταν και έφτιαχναν απόκοσμα αερικά, στην πλάτη των οποίων μοιάζαμε να γλιστρούμε. Όσοι κάθονταν δίπλα σε παράθυρο έσκυβαν για να αποφύγουν κάποια κλαδιά που το λεωφορείο έσπρωχνε ξυστά. Όλοι γελούσαμε μετά από αυτό. Και τα λιβάδια που προσπερνούσαμε φάνταζαν όλο και πιο μακρινά, σαν να τα βλέπαμε από ψηλά, σαν να ήμασταν αποδημητικά πουλιά. Γιατί η θεία μου είχε δίκιο. Τα μπροστινά καθίσματα ήταν και τα καλύτερα. Σταμάτησα να δίνω σημασία στους άλλους επιβάτες και κοίταζα μόνο μπροστά μου. Σε λίγο νόμιζα πως ήμουν και εγώ αόρατος. Δεν ήμουν καν άνθρωπος αλλά μια σκέψη. Με είχε πάρει αγκαλιά ο αέρας και με πήγαινε. Ήταν πιο αληθινό και από το τετραδιάστατο σινεμά που πηγαίναμε τις Κυριακές. Δεν ήθελα να τελειώσει αυτό που ζούσα.

 

Στην διασταύρωση που οδηγούσε στη μεγάλη εθνική λεωφόρο, με κατεύθυνση την πρωτεύουσα, το αόρατο λεωφορείο έκανε έναν μικρό κύκλο και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Εκείνη τη στιγμή, δεν ακούσαμε τα μπουμπουνητά αμέσως, είδαμε όμως τις λάμψεις από πάνω. Αστραπές ξεπηδούσαν και άσπριζαν τα γκρίζα σύννεφα. Ο οδηγός κοίταξε ψηλά και έξυσε το πηγούνι του σκεφτικός. Όπως εξήγησε μετά, ποτέ πριν δεν το είχε πιάσει βροχή το αόρατο λεωφορείο. Ξαφνιάστηκε πολύ, ξαφνιαστήκαμε και εμείς, όταν άρχισαν να σκάνε σπίθες πάνω από τα κεφάλια μας. Σταγόνες που έβρισκαν την οροφή της καρότσας έσκαγαν σαν πυροτεχνήματα. Μπροστά και γύρω μας το νερό της βροχής έρεε φυσιολογικά πάνω στην αόρατη επιφάνεια. Κι εγώ που νόμιζα ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή το αόρατο λεωφορείο ήταν σαν μαγικό. Τα ξόρκια μόλις είχαν ξεκινήσει.

 

Βρισκόμασταν ξαφνικά μέσα σε ένα υγρό περιτύλιγμα και ο έξω κόσμος έδειχνε βυθισμένος στον πάτο ενός ωκεανού. Τα χρώματα και τα σχήματα που προσπερνούσαμε άρχισαν να απλώνονται και να στραβώνουν, να ανακατεύονται το ένα μέσα στο άλλο. Είδα τον οδηγό να απλώνει το χέρι του στο κόκκινο κουμπί. Σκεφτόταν να σταματήσει το καμουφλάζ.

Όχι! φώναξα, και άκουσα τους επιβάτες πίσω μου να γελούν.

Όχι φώναξαν κι εκείνοι μαζί μου.

Η θεία Ζωηρούλα μού χαμογέλασε και μού χάιδεψε το κεφάλι.

Ο οδηγός έπιασε πάλι το αόρατο τιμόνι και συνεχίσαμε, αυτή τη φορά σαν υποβρύχιο, προστατευμένοι και μαγεμένοι, μέσα στη σύντομη, καλοκαιρινή μπόρα.

 

Μετά τα πρώτα σπίτια, πήραμε την οδό των Εξερευνητών, που ονομάστηκε έτσι προς τιμή όλων των συμπολιτών μας που συμμετείχαν στην πρώτη διαστημική έξοδο του 2125. Ήταν η κεντρική λεωφόρος της πόλης μας, γεμάτη με μεγάλα καταστήματα και φωτεινές επιγραφές. Οι έξυπνες βιτρίνες είχαν ξεγελαστεί από την συννεφιά και είχαν ανάψει τις προσόψεις τους. Φώτα και χρώματα που αναβόσβηναν και έρεαν μας τύλιξαν, κάνοντας την πόλη να δείχνει σαν σειρά από βάζα γεμάτα καραμέλες. Το θέαμα ξεσήκωσε πολλά επιφωνήματα θαυμασμού. Οι αόρατοι τροχοί πιτσίλαγαν το λεωφορείο σκάζοντας σπίθες και από κάτω μας. Ο οδηγός δοκίμασε να περάσει επίτηδες και μέσα από αρκετές λακκούβες, δημιουργώντας εντυπωσιακές αλλά άκακες εκρήξεις. Ήμασταν σαν τους καβαλάρηδες ενός πολύχρωμου κομήτη. Το θέαμα ήταν εξίσου εντυπωσιακό και στους περαστικούς που μας κοίταζαν, αν και τους δίναμε τελείως άλλη εντύπωση. Θαμποί, παραμορφωμένοι, με τον μέσα φωτισμό του λεωφορείου να πρασινίζει πάνω μας, μοιάζαμε περισσότερο με στοιχειά που πετούσαν στο σκοτάδι. Οι εκφράσεις τους πάντως μας διασκέδαζαν πολύ.

 

Έκανα πολλές βόλτες με το αόρατο λεωφορείο, η πρώτη φορά όμως ήταν που θα μου έμενε αξέχαστη. Δυστυχώς ο κόσμος το βαρέθηκε γρήγορα. Ο μπαμπάς είπε πως ήταν η εποχή που οι άνθρωποι βαριόνταν πολλά πράγματα γρήγορα. Μάθαμε πως έφτιαξαν αόρατα λεωφορεία και αλλού, αλλά τα σταμάτησαν κι εκείνα γρήγορα. Κάποιοι είπαν πως ήταν μια χαζή ιδέα. Πολλά έξοδα για το τίποτα. Μια μέρα είδα το αόρατο λεωφορείο παρατημένο σε ένα χωράφι έξω από την πόλη. Λελέκια είχαν φτιάξει φωλιά στην οροφή του. Μετά από λίγο καιρό το έβαλαν στον κήπο του μουσείου της πόλης. Κάποιος που αγαπούσε την ιστορία του τόπου το είχε φροντίσει έτσι ώστε να δείχνει σαν καινούργιο. Όχι πως πήγαινε πολύ κόσμος στο μουσείο, δεν υπήρχαν και πολλά να δεις εκεί, όλο όμως και κάποιος περίεργος ή κάποιος τουρίστας θα περνούσε, θα το έβλεπε και θα το φωτογράφιζε.

 

Μια μέρα, λίγο πριν φύγω για το γυμνάσιο, ακούστηκε πως ο γέρο-σμηναγός άφησε το γηροκομείο του στη Σελήνη και πως είχε έρθει στην πόλη για να πουλήσει το πατρικό του. Λένε πως ήταν εκατόν είκοσι χρονών. Όπως μου τα είπαν μετά, μόλις τελείωσε τις δουλειές του με τον δικηγόρο, μίσθωσε οδηγό και έβγαλε το αόρατο λεωφορείο στον δρόμο. Είχε κάνει κάποιο δώρο στο μουσείο και έτσι του το επέτρεψαν. Ήθελε να κάνει μια τελευταία βόλτα πριν επιστρέψει στο φεγγάρι. Ήταν μια ζεστή μέρα, τέλος καλοκαιριού, και ήμουν έξω από το ζαχαροπλαστείο του θείου Μιχάλη, με ένα χωνάκι φυστίκι-σοκολάτα στο χέρι, όταν είδα το αόρατο λεωφορείο να περνάει. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό, καθώς πίσω από τον ιπτάμενο οδηγό είδα να πετάει καθιστός ο ίδιος γεράκος της κουνιστής φωτογραφίας. Τον θυμήθηκα αμέσως. Η εξάτμιση ξεσήκωνε το σύμπαν με την φασαρία της, ξαφνιάζοντας τους αμέριμνους πεζούς. Πως τους έκοβε τη χολή! Και ο κύριος σμηναγός, ασπροντυμένος, με μια περιποιημένη λευκή γενειάδα, ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Ποτέ δεν είχα δει κάποιον τόσο χαρούμενο. Την ώρα που περνούσε από μπροστά μου, όπως ελάττωσε ταχύτητα, ο γερο-σμηναγός γύρισε και με κοίταξε. Εκείνη την φευγαλέα στιγμή, νόμισα ότι με θυμήθηκε κι εκείνος, και είμαι σχεδόν σίγουρος, πως μου έκλεισε το μάτι.

 

Στην επόμενη στροφή χάθηκε ο κύριος σμηναγός, εξαφανίστηκε και για πάντα το αόρατο λεωφορείο. Μεγαλώνοντας, διάβασα για τον Πρώτο Γαλαξιακό Πόλεμο. Ξέρω τώρα πως εκεί πολέμησε και ο γερο-σμηναγός στα νιάτα του, και θα πρέπει να είδε τρομερά πράγματα. Θα είδε καμουφλαρισμένα, αόρατα διαστημόπλοια να σπέρνουν τον θάνατο και την καταστροφή. Τότε κατάλαβα για πρώτη φορά γιατί το αόρατο λεωφορείο δεν ήταν μια χαζή ιδέα. Ήταν μια χαζή ιδέα από τα πριν, που ο κύριος σμηναγός την άλλαξε σε κάτι όμορφο, κάτι που άξιζε να το θυμάται κανείς. Μου αρέσει που το ξέρω, για να διορθώνω τους ανόητους, να στέλνω ένα ευχαριστώ στον γερο-σμηναγό όπου και να βρίσκεται, και να θυμάμαι γλυκά το αόρατο λεωφορείο.

 

[Απόσπασμα από το Φανταστικό Μυθιστόρημα.]

 


Ντίνος Χατζηγιώργης:

Γεννήθηκα στην Κωνσταντινούπολη το 1963. Από το 1973 είμαι κάτοικος Χαλκίδας. Αποφοίτησα το 1987 από το Art Center College of Design, της Pasadena στην California, με Bachelor of Fine Arts in Film

Συνεργάστηκα στο σενάριο της ταινίας Terra Incognita, που προβλήθηκε το 1994 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Σεναρίου.

Διηγήματα μου έχουν τυπωθεί στο 9 της Ελευθεροτυπίας, το Φανταστικά Χρονικά, το Συμπαντικές Διαδρομές και το ΕΦ ΖΙΝ.

Βραβεύτηκα για το διήγημα μου Πικρό Χώμα στον 2ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό που διοργάνωσε το περιοδικό Ύφος.

Ήμουν νικητής του Διαγωνισμού μυθιστορήματος των εκδόσεων Οξύ το 2007.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας