Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Η τελευταία παρτίδα

Λευτέρης Γιαννακουδάκης

 

 

 

Η σκουριασμένη σιδερένια σκάλα του πλοίου λικνιζόταν αργά πάνω από τα βρόμικα νερά του λιμανιού. Στην κορυφή της μια φιγούρα ζύγιζε μπρος-πίσω το βήμα της, μην μπορώντας να αποφασίσει αν θα βγει από το καράβι ή αν θα μπει μέσα ξανά. Φορούσε μαύρο κουστούμι το οποίο μύριζε έντονα ναφθαλίνη, ένα σκληρό, στρογγυλό καπέλο κι ένα μακρύ γκρίζο παλτό με μεγάλα πέτα. Όσοι συνάδελφοι τον είδαν παραξενεύτηκαν με την αμφίεση του, αλλά κανείς δεν τόλμησε να του μιλήσει.

Στεκόταν στην άκρη της σκάλας εδώ και δέκα λεπτά τουλάχιστον. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν τον υποχρέωνε κανείς να το κάνει αυτό, αλλά το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Έκλεισε τα μάτια πριν βάλει το πόδι του πάνω στη σκάλα. Μετά από τέσσερα χρόνια μπάρκο και ήδη ζαλιζόταν στη στεριά. Έσφιξε στο χέρι του το χαρτί και το έβαλε στη δεξιά τσέπη του πανωφοριού του. Στην αριστερή είχε πάντα το λευκό πύργο. Κατέβηκε με αβέβαια βήματα. Στάθηκε για λίγο στο τσιμέντο προσπαθώντας να συνηθίσει το χώρο. Κόσμος τον προσπερνούσε, σκουντώντας τον κάποιες στιγμές. Εκείνος ακίνητος. Παγωμένος αέρας περνούσε κάτω από τα γένια, διατρυπούσε το δέρμα κι έφτανε στην καρδιά. Αν έκανε ένα βήμα ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να γυρίσει πίσω.

Η σειρήνα ενός βαποριού τον ξύπνησε από το λήθαργο του. Έβγαλε το χαρτί και το διάβασε για άλλη μια φορά, παρόλο που είχε αποστηθίσει τη διεύθυνση που έγραφε. Το μόνο που του έμενε ήταν να τη βρει. Αυτό όμως σήμαινε ότι θα έπρεπε να απομακρυνθεί από το λιμάνι, να αφήσει πίσω του το νερό, να μην μπορεί ούτε να το βλέπει, ούτε να το μυρίζει. Τέσσερα χρόνια στη θάλασσα χωρίς σταματημό. Τέσσερα χρόνια που τον βασάνιζε το ίδιο ερώτημα. Και τώρα είχε φτάσει η ώρα να πάρει την απάντηση του.

Το να βρει τη διεύθυνση ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Χρειάστηκε να κάνει κάποιες ιδιαίτερες εξυπηρετήσεις, αλλά, με τη βοήθεια και της τεχνολογίας, τελικά τα κατάφερε. Σ αυτό το ξεχασμένο λιμάνι του Νότου κρυβόταν εδώ και δεκατέσσερα χρόνια ο πάλαι ποτέ διάσημος σκακιστής Αλούβιν.

Στον τελικό του παγκόσμιου πρωταθλήματος σκακιού 1975 ο Αλούβιν, είκοσι πέντε χρονών μόλις, έδωσε μια μεγαλειώδη μάχη με τον επί δέκα χρόνια παγκόσμιο πρωταθλητή, Μίχελσον. Αν κέρδιζε θα γινόταν ο νεώτερος παγκόσμιος πρωταθλητής στην ιστορία του αθλήματος. Το άνοιγμα Αλούβιν παρουσιάστηκε πρώτη φορά εκεί. Η κάθε παρτίδα ήταν πιο συναρπαστική από την προηγούμενη. Στην τελευταία παρτίδα, αυτή που θα έκρινε το νικητή, ο νεαρός είχε ξεκάθαρη υπεροχή. Ο Μίχελσον φαινόταν έτοιμος να τα παρατήσει. Και τότε ο Αλούβιν έκανε μία απροσδόκητη κίνηση. Άπλωσε το χέρι, πήρε το λευκό πύργο του, ο οποίος μέχρι τότε στήριζε όλες τις επιθέσεις του και τον πρόσφερε θυσία στη μαύρη βασίλισσα του Μίχελσον. Οι θεατές πάγωσαν. Εκατομμύρια κινήσεις, αναλύσεις, πιθανές συνέχειες πέρασαν από το μυαλό τους. Όλοι πίστεψαν ότι επρόκειτο για μία μεγαλοπρεπή παγίδα. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Το ίδιο πίστεψε και ο Μίχελσον, όχι απλά θα έχανε, αλλά θα συντριβόταν μ έναν τρόπο που δεν μπορούσε καν να μαντέψει. Αλλά δεν είχε άλλη επιλογή ή θα τα παρατούσε ή θα ρισκάριζε. Του έμενε μοναχά μία κίνηση, να πάρει το λευκό πύργο του αντιπάλου και να γνωρίσει το αποτρόπαιο μέλλον του. 

Πήρε τον πύργο λοιπόν και η επίθεση του Αλούβιν κατέρρευσε. Ο αντίπαλος του ήταν χαμένος. Δεν υπήρχε καμία παγίδα. Μόνο μία θυσία. Μία θυσία που έμεινε στην ιστορία ως το παράδοξο Αλούβιν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί ο νεαρός σκακιστής έκανε αυτή την κίνηση. Υπήρχε άραγε κάποιο σχέδιο το οποίο δεν τόλμησε να εκπληρώσει; Ή ήταν το τραγικό, το μεγάλο λάθος; Ο νεαρός σκακιστής χάθηκε έκτοτε. Δεν έδωσε ποτέ καμία συνέντευξη και σε λίγο καιρό ο κόσμος τον ξέχασε. Όλος ο κόσμος εκτός από εκείνον. Τέσσερα χρόνια στη θάλασσα μελετούσε καθημερινά την τελευταία παρτίδα Μίχελσον-Αλούβιν. Θαύμαζε τον τρόπο με τον οποίο επιτίθονταν ο Ρώσος στα πανικοβλημένα πιόνια του Σουηδού. Η υπεροχή του ήταν τόσο προφανής. Το σχέδιο τόσο μεγαλειώδες κι έπειτα η καταστροφή. Τι τον ώθησε να θυσιάσει το λευκό πύργο; Η κίνηση απέναντι σε κάθε λογική που όρισε τη μοίρα Έπρεπε να μάθει, να παίξει την παρτίδα και να προσπαθήσει να κερδίσει διορθώνοντας το λάθος.

Έσφιξε το ξεθωριασμένο από το χρόνο κομμάτι και προχώρησε προς την πιάτσα των ταξί. Κοίταξε για τελευταία φορά το λιμάνι και βυθίστηκε στο πίσω κάθισμα. Σ όλη τη διαδρομή είχε το βλέμμα καρφωμένο στα πόδια του· δεν μπορούσε να βλέπει τους γκρίζους δρόμους, τα σπίτια, το έδαφος. Σκεφτόταν την παρτίδα. Την έπαιζε νοερά στο μυαλό του για άλλη μια φορά. Όταν έφτανε στην 44η κίνηση το μυαλό του σταματούσε. Ήξερε ότι υπήρχαν χιλιάδες άλλες κινήσεις, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί ποια θα ήταν η κατάλληλη, αυτή που έπρεπε να είχε κάνει ο Αλούβιν. Η σωστή κίνηση. Πίστευε όμως ότι θα την έβρισκε την ώρα του αγώνα και θα του έδειχνε πώς έπρεπε να παίξει, αποσπώντας ταυτόχρονα τις απαντήσεις για το παράδοξο παίξιμο του, δεκατέσσερα χρόνια πριν.

Ακουμπώντας τα πόδια του στο τσιμέντο άρχισε να ζαλίζεται ξανά. Ανέβηκε με πολύ μεγάλο κόπο τα σκαλοπάτια του μικρού σπιτιού και πάτησε το μοναδικό κουδούνι. Έκανε κρύο. Κατέβασε το μαύρο καπέλο όσο μπορούσε καλύπτοντας σχεδόν τ αυτιά του. Η πόρτα άνοιξε και ο ξανθοκόκκινος γίγαντας με το αξύριστο πρόσωπο και το γαλάζιο βλέμμα στάθηκε απέναντι του. Φορούσε μία ξεθωριασμένη κόκκινη ρόμπα και τριμμένες παντόφλες, ενώ τα μαλλιά του ήταν μακριά και ανακατωμένα. Έμειναν για λίγο να κοιτιούνται χωρίς να μιλάνε. Έπειτα ο ναυτικός έβγαλε το δεξί του χέρι από την τσέπη, κρατώντας το λευκό πύργο. Ο Αλούβιν παραμέρισε για να περάσει μέσα. Σε περίμενα χρόνια, είπε.

Το σπίτι ήταν γυμνό. Μια μπερζέρα σκεπασμένη με γαλάζιο ύφασμα τοποθετημένη δίπλα από το μοναδικό παράθυρο. Ένα βιβλίο αφημένο στο μπράτσο της. Ένα τραπέζι με λεπτά, γκρι, πόδια. Άδειοι τοίχοι. Και στο κέντρο ένα τραπεζάκι με μια σκακιέρα και δύο καρέκλες. Τα κομμάτια ήταν τοποθετημένα στη θέση τους, σαν να περίμεναν τους παίχτες που θα τα ξυπνούσαν από την αιώνια λήθη, ζητούσαν την ευκαιρία για άλλη μία μάχη, έναν μέχρις εσχάτων αγώνα μ έπαθλο το κεφάλι του βασιλιά. Ο πόλεμος για την αθανασία, ο highlander που επιζητεί την τελική νίκη κι ας ξέρει ότι θα είναι πρόσκαιρη. Όλα τα πιόνια ήταν εκεί, εκτός από ένα.

Ο ναυτικός προχώρησε και στάθηκε πάνω από τη σκακιέρα. Τοποθέτησε το λευκό πύργο στο κενό τετράγωνο και κάθισε στην καρέκλα, από την πλευρά που είχε παραταχθεί ο λευκοντυμένος στρατός . Ο οικοδεσπότης  έκατσε στην άλλη θέση. Δεν θέλεις ένα τσάι, πρώτα; Ο ναυτικός έγνεψε όχι. Ντύσου, είπε μοναχά. Έπειτα άπλωσε το χέρι του και μετακίνησε ένα πιόνι. Το άνοιγμα Αλούβιν. Δεν θυμάμαι, είπε σιγανά ο αντίπαλος του. Ο ναυτικός έβγαλε το σκούφο του αποκαλύπτοντας τα ατίθασα άσπρα μαλλιά του. Ξέρεις πόσο χρονών είμαι; Ο Αλούβιν έγνεψε καταφατικά. Πενήντα τριών. Αλλά τα άσπρα μαλλιά τα έχω εδώ και δεκατέσσερα χρόνια. Τότε ήμουν όσο είσαι εσύ σήμερα. Τριάντα εννιά. Εσύ ήσουν είκοσι πέντε. Ο άντρας απέναντι του δεν μίλησε. Φυσικά τα ήξερε όλα αυτά. Είχε επιλέξει να μην τα θυμάται, αλλά τα ήξερε. Γιατί το έκανες αυτό; Ο Αλούβιν δεν απάντησε. Άνοιξε την ρόμπα. Από μέσα φορούσε ένα παλιό τσαλακωμένο γκρι κουστούμι μ ένα τριμμένο κόκκινο μαντίλι στο πέτο. Κάθισε στη θέση του, έπιασε ένα μαύρο πιόνι και το μετακίνησε. Το ίδιο άνοιγμα που είχε κάνει και ο Μίχελσον, δεκατέσσερα χρόνια πριν. Ο ναυτικός ήξερε τι έπρεπε να παίξει. Είχε αποστηθίσει την παρτίδα. Ο Αλούβιν δεν είχε κανένα πρόβλημα να ακολουθήσει. Έπειτα από μία ώρα είχαν παιχτεί είκοσι οχτώ κινήσεις. Η υπεροχή των λευκών ήταν σαφής. Ο ναυτικός έπαιζε με ακρίβεια τις κινήσεις. Δεν καθυστερούσε παρά μερικά δευτερόλεπτα. Έκλεινε το ρολόι του και περίμενε την κίνηση του Αλούβιν, ο οποίος αργούσε χαρακτηριστικά, σαν να μελετούσε διεξοδικά κάθε πιθανή κίνηση πριν την εκτελέσει. Τελικά πάντα έκανε αυτή που είχε επιλέξει τότε ο Μίχελσον. Ο ναυτικός αναρωτιόταν: προσπαθούσε να θυμηθεί τη σωστή κίνηση ή εξέταζε πράγματι τις πιθανότητες;

Στην τριακοστή τέταρτη κίνηση ο ναυτικός σήκωσε το βλέμμα του από τη σκακιέρα. Κοίταξε τον Αλούβιν βαθιά στα μάτια και άρχισε να μιλάει: έμεινα δέκα χρόνια μέσα βλέποντας άσπρα και μαύρα τετράγωνα κι άσπρους πύργους κι έπειτα ταξίδευα ασταμάτητα για άλλα τέσσερα κοιτώντας λαμαρίνες κι ακούγοντας τον παφλασμό των κυμάτων. Μόνο η θάλασσα μπορούσε να γαληνεύει την ψυχή μου. Το αδιαίρετο γαλάζιο, κάλυπτε το ασπρόμαυρο πέπλο που είχε σκεπάσει τα μάτια μου. Μόνο εκεί δεν έβλεπα Αυτόν. Έπιασε το λευκό πύργο και τον σήκωσε στο ύψος των ματιών του. Τον είχα όμως πάντα μαζί μου. Έκανε την κίνηση του και περίμενε. Ο Αλούβιν χαμογέλασε θλιμμένα. Εγώ έχω να τον δω από τότε. Έπαιξαν άλλες πέντε κινήσεις. Έμεναν ακόμα τέσσερις και ο ναυτικός ένιωσε τον ιδρώτα να κατεβαίνει στη ραχοκοκαλιά του. Το έβλεπε: η νίκη ερχόταν προς το μέρος του. Το μόνο που μπορούσε να τον εμποδίσει ήταν αυτός ο λευκός πύργος κι η περιέργεια του.

Ήταν η σειρά του Αλούβιν να παίξει. Τεσσαρακοστή τρίτη κίνηση. Ο κοκκινωπός γίγαντας άπλωσε το χέρι και σταμάτησε το ρολόι του. Ο ναυτικός παραξενεύτηκε. Δεν είχε εκτελέσει την κίνηση του. Έπειτα ο Αλούβιν άρχισε να μιλάει: Πατώντας ένα κουμπί ή μετακινώντας ένα πιόνι μπορείς να σταματήσεις μια ζωή εκπαίδευσης, μια ζωή επίμονης προσπάθειας για να γίνεις ο καλύτερος. Δέκα χρονών κερδίζεις την πρώτη σου παρτίδα απέναντι στο δάσκαλο πατέρα σου. Σε γράφει αμέσως στην τοπική σκακιστική λέσχη. Κερδίζεις το παιδικό και το εφηβικό πρωτάθλημα πριν κλείσεις ακόμα τα δεκατρία. Ξεχνάς τι σημαίνει παιδί και υπολογίζεις τα πάντα για τουλάχιστον πέντε κινήσεις μετά. Ό,τι κι αν κάνεις μετράει. Βλέπεις τους άλλους σαν πιόνια. Ξέρεις πώς θα αντιδράσουν πριν ακόμα κάνεις την κίνηση σου. Είναι τόσο εύκολο. Έχεις στο μυαλό σου το τέλειο σχέδιο. Κατακτάς τον ένα στόχο μετά τον άλλο. Ώσπου φτάνει η στιγμή να κυριεύσεις την κορυφή. Σχεδιάζεις την τέλεια παρτίδα. Και η ώρα έρχεται. Η παρτίδα προχωράει όπως την είχες σχεδιάσει. Είσαι αλάνθαστος. Όλοι περιμένουν τη θριαμβευτική νίκη σου. Την προδιαγεγραμμένη πορεία. Εκείνη τη στιγμή τους βλέπεις πρώτη φορά όπως πραγματικά είναι. Ο προπονητής ήδη γελάει. Ο πατέρας το ίδιο. Η αρραβωνιαστικιά είναι ευτυχισμένη. Τα σχέδια τους έχουν πετύχει, κανείς δεν μπορεί να σε σταματήσει. Και τότε το καταλαβαίνεις. Είσαι καταδικασμένος. Δεν έχεις δικαίωμα στην ήττα, δεν έχεις δικαίωμα στην επιλογή. Αλλά κάτι πρέπει να κάνεις, το χρωστάς στον εαυτό σου. Αν κερδίσεις, κέρδισαν. Αν κερδίσεις έχεις χάσει. Σου ζητώ συγγνώμη, αλλά έπρεπε να το κάνω. 

Ο Αλούβιν άπλωσε το χέρι και πάτησε ξανά το ρολόι. Ο χρόνος συνέχισε να κυλά, αλλά εκείνος δεν είχε κάνει ακόμα την κίνηση του. Μετακίνησε το κομμάτι που πρέπει. Εσύ έχεις την επιλογή. Έπειτα φώναξε με, αν θέλεις, να συνεχίσουμε την παρτίδα. Σηκώθηκε από την καρέκλα, φόρεσε ξανά τη ρόμπα του, προχώρησε προς τη μπερζέρα και κάθισε κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Ο ναυτικός έμεινε να κοιτά τη σκακιέρα. Ήξερε φυσικά τι έπρεπε να κάνει. Μαύρος αξιωματικός στο Β6. Κι έπειτα θα έπαιζε την τεσσαρακοστή τέταρτη κίνηση που τόσο ονειρευόταν. Θα άλλαζε την παρτίδα, μια για πάντα. Αλλά, για ποιόν; Ο Αλούβιν δεν θα γινόταν ποτέ πρωταθλητής κι ο ίδιος δεν θ άφηνε ποτέ τη θάλασσα· τίποτα δεν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω. Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Άπλωσε το χέρι προς τον λευκό πύργο. Τον έπιασε και έπειτα τον άφησε ξανά στη ίδια θέση. Είχε ένα πλοίο να προλάβει κι ο ασύρματος χρειαζόταν τη φωνή του. Βγήκε στο δρόμο κι ένιωσε τα πόδια του να πατάνε σταθερά στο έδαφος. Ανάσανε ανακουφισμένος· η παρτίδα είχε φτάσει στο τέλος της κι ο ίδιος είχε κερδίσει, όπως είχε κερδίσει ο Αλούβιν, δεκατέσσερα χρόνια πριν. Ο Μίχελσον ήξερε πλέον ότι νικητής είναι αυτός που καθορίζει την έκβαση της παρτίδας, όχι αυτός που την κερδίζει  

 


 

  

Λευτέρης Γιαννακουδάκης:


    
     Ο Λευτέρης Γιαννακουδάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1972. Έχει σπουδάσει βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και θέατρο και σενάριο σε ιδιωτικές σχολές στην Αθήνα. 

Βιβλία του που έχουν εκδοθεί: Η δημιουργική Γραφή στο Δημοτικό, εκδόσεις Κέδρος, 2009, Λευτέρης Γιαννακουδάκης Ασπασία Βασιλάκη.  Το βιβλίο του κακού, Συλλογικό, εκδόσεις Μαγικό Κουτί, 2010. Απολεσθέντα αντικείμενα, διηγήματα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της  ΕΣΤΙΑΣ, Απρίλιος 2006. Τρέξε, μύγα, χτύπα το τζάμι, αφήγημα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Δεκέμβριος 2000. 

Έχει γυρίσει την ταινία μικρού μήκους Το Βιβλίο (σενάριο σκηνοθεσία), ενώ έχει γράψει επίσης το σενάριο της ταινίας Κύκλωπας2, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα μικροφίλμ της ΕΡΤ και συμμετείχε στο 34ο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Δράμας.

Ζει στο Ηράκλειο όπου εργάζεται ως καθηγητής βιολογίας, ενώ παράλληλα διδάσκει Δημιουργική Γραφή.                    

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας