Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Οι σεισμοί

Παναγιώτης Φάμελλος

 

 

 

Μέρος 1ο

Για πολύ καιρό, κάθε βράδυ, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, σε κάποια απ τις συνοικίες της πόλης, γινόταν σεισμός.

Ήταν μια παράξενη σειρά από σεισμούς. Γίνονταν σε διαφορετική συνοικία κάθε φορά και μόνο σε μία, χωρίς να επηρεάζουν τις γειτονικές της. Ήταν σαν, τα σύνορα των περιοχών, να ήταν και τα όρια δράσης της σεισμικής δόνησης. Βέβαια το επόμενο βράδυ ο σεισμός μπορεί να γινόταν σε μια απ αυτές τις γειτονικές περιοχές. Ή μπορεί να ξαναγινόταν σε περιοχή που είχε συμβεί και παλαιότερα, ακόμη και εκεί που είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα. 

Στην αρχή υπήρχε κάτι σαν συνομωσία σιωπής γύρω απ αυτούς τους σεισμούς. Οι εφημερίδες την επόμενη μέρα υποβάθμιζαν την είδηση σε κάποια απ τις εσωτερικές τους σελίδες και τη συνόδευαν με ένα μικρό μόνο ρεπορτάζ. Ποτέ δεν δημοσίευαν φωτογραφίες απ την περιοχή ή λεπτομέρειες του συμβάντος. Αυτό συνέβαινε, μάλλον, γιατί επιστημονικά ο σεισμός δεν είχε υπάρξει ποτέ. Κανείς από τους σεισμούς. Το εθνικό αστεροσκοπείο δεν είχε καταγράψει ούτε μία δόνηση του εδάφους όλο τον καιρό που παρατηρούνταν αυτή η παράδοξη σεισμική δραστηριότητα. Ούτε μισό ρίχτερ, ούτε εκατοστό της κλίμακας. Η κοινότητα των σεισμολόγων βρισκόταν σε αδιέξοδο. Δεν μπορούσε να δώσει ούτε ένα στοιχείο για το φαινόμενο κι αφού δεν υπήρχε τίποτα καταμετρημένο, το διέψευδε.

Μα και οι πολίτες το αντιμετώπιζαν παράξενα. Ποτέ άνθρωποι που κατοικούσαν σε διαφορετικές περιοχές δεν μιλούσαν μεταξύ τους γι αυτό. Αν και όλες οι περιοχές ήταν παρελθούσες ή μέλλουσες παθούσες, οι κάτοικοί τους δεν μοιράζονταν το πρόβλημά τους. Αισθάνονταν μια περίεργη ντροπή γι αυτό που τους είχε συμβεί. Το συζητούσαν μεταξύ τους μόνο οι κάτοικοι της πληγείσας περιοχής.

Ο σεισμός δεν ήταν ποτέ πολύ καταστροφικός. Δεν ισοπέδωνε την περιοχή. Ταρακουνούσε τα σπίτια, τους ανθρώπους, τους δρόμους και τα πεζοδρόμια, αλλά δεν γκρέμιζε τίποτα και δεν σκότωνε κανέναν. Στην αρχή ο κόσμος τρομοκρατούνταν. Πετάγονταν αλαφιασμένοι απ τις πόρτες κι απ τα παράθυρα και συγκεντρώνονταν σε πλατείες, πάρκα και σταυροδρόμια, για ν αποφύγουν να τους πέσουν τα κτίρια στο κεφάλι.

Καθώς οι σεισμοί δεν σταματούσαν, αλλά δεν γίνονταν και πιο επικίνδυνοι, οι άνθρωποι σιγά σιγά τους συνήθισαν. Δεν φοβούνταν πια μήπως σκοτωθούν από την κατάρρευση κάποιου κτιρίου, γιατί κανένα κτίριο δεν κατέρρεε. Συγκεντρώνονταν ακόμα στις πλατείες, αλλά με ησυχία και τάξη, περιμένοντας να περάσει η αναταραχή. Αργότερα μάλιστα, δεν απομακρύνονταν καθόλου απ τις κατοικίες τους ή τους χώρους εργασίας ή διασκέδασης. Φρόντιζαν μόνο ναποφεύγουν τους μικροτραυματισμούς την ώρα της δόνησης και μετά συνέχιζαν κανονικά τις ασχολίες τους.  

Η επιλεκτική και επαναλαμβανόμενη όμως σεισμική δραστηριότητα δημιούργησε άγχη και στρες άλλου τύπου στους κατοίκους. Προκάλεσε ενοχικά σύνδρομα. Οι περισσότεροι άρχισαν να πιστεύουν ότι οι σεισμοί γίνονταν στην περιοχή τους για λόγους τιμωρίας. Κυκλοφόρησε η φήμη, (την οποία οι ιερείς στα κηρύγματά τους στις εκκλησίες, παρουσίαζαν ως απόλυτη βεβαιότητα), πως ο θεός αποφάσισε να ασχοληθεί πλέον πιο ενεργά με τα ανθρώπινα πράγματα και παρακολουθούσε κάθε μέρα και από μία συνοικία της πόλης. Το βράδυ έκανε τον απολογισμό και αποφάσιζε αν η περιοχή ήταν άξια τιμωρίας για τις ημερήσιες πράξεις των κατοίκων της, τιμωρώντας τους με σεισμικές δονήσεις, όταν έκρινε πως άρμοζε. Επειδή δεν είχε περάσει βραδιά χωρίς σεισμό, θεωρήθηκε πως καμία από τις υπό κρίση περιοχές μέχρι σήμερα, δεν είχε βρεθεί αθώα και αναμάρτητη.

Μετά από λίγο επιδόθηκαν όλοι σε ένα κυνήγι αμαρτωλών εντός των περιοχών τους. Όλοι παρακολουθούσαν τους γείτονές τους και μόλις αντιλαμβάνονταν οτιδήποτε μπορούσε να εκληφθεί ως αμαρτία, το κατήγγειλαν στους αρμόδιους. Αυτοί, στην αρχή ήταν οι ιερείς των εκκλησιών, αλλά γρήγορα η αρμοδιότητα και η ευθύνη της τιμωρίας πέρασε στα χέρια των δημοτικών αρχών και οι αμαρτίες τιμωρούνταν με ποινές όπως φυλάκιση και κατάσχεση περιουσιών. Καμμία δικαστική διαδικασία δεν μεσολαβούσε. Μια καταγγελία ήταν αρκετή για την τιμωρία, γιατί ο λαός ήθελε άμεσα αποτελέσματα.

Όμως οι σεισμοί και πάλι δεν σταματούσαν ούτε για μία νύχτα. Οι ποινές γίνονταν αυστηρότερες και γρήγορα έφτασαν στα όρια. Θεωρήθηκε πως για να σταματήσει το παράξενο κακό που τους βρήκε χρειαζόταν τον ύψιστο εξαγνισμό και μια και το φαινόμενο από μόνο του δεν σκότωνε κανέναν αποφάσισαν να το κάνουν οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Πολλές διαμάχες έγιναν μέχρι να καταλήξουν στο ποιός ήταν ο κατάλληλος για τη θυσία. Κάποιος απ αυτούς που αμάρταναν; Κάποιος από τους εγκληματίες που ήταν ήδη στη φυλακή; Ή κάποιος από τους τοπικούς αξιωματούχους; Ή τους άστεγους;

Τελικά, κι ενώ η κατάσταση είχε φτάσει ένα βήμα πριν την αρχή βίαιων συγκρούσεων στο εσωτερικό των συνοικιών, η λύση δόθηκε τυχαία. Κάποιος αναγνώρισε την ώρα που γινόταν σεισμός στην περιοχή του, έναν περαστικό από άλλη περιοχή και τον υπέδειξε στους γείτονές του σαν παρείσακτο και ίσως υπαίτιο της τιμωρίας τους. Όλοι στράφηκαν εναντίον του και θεωρήθηκε το ιδανικό θύμα της οφειλόμενης θυσίας. Ο άτυχος περαστικός εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες.

Το συμβάν γρήγορα έγινε αντιληπτό σε όλες τις περιοχές. Κατά παράβαση της μέχρι τότε συνήθειας να μην μιλούν μεταξύ τους κάτοικοι διαφορετικών περιοχών για τα θέματα των σεισμών, το συγκεκριμένο νέο διαδόθηκε από τη μια περιοχή στην άλλη σαν πυρκαγιά. Καμία συνοικία δεν δυσκολεύτηκε να βρει κάποιους που δεν ήταν γέννημα θρέμμα της, για να τους εκτελέσει. Αυτά όλα έγιναν μέσα σε μία μέρα. Μετά, όλες οι συνοικίες της πόλης περίμεναν με αγωνία να νυχτώσει για να δουν αν η οργισμένη δύναμη που προκαλούσε το κακό είχε εξευμενιστεί.

Το βράδυ όμως ξανάγινε σεισμός σε κάποια απ τις περιοχές.

Τότε άρχισαν οι σφαγές. Συστάθηκαν συμμορίες για να καθαρίσουν, όπως ισχυρίζονταν, τις περιοχές τους, αλλά στην ουσία για να εξολοθρεύσουν όσους δεν ανήκαν στη δική τους συμμορία. Σε δρόμους και σπίτια, σε μαγαζιά και δημόσιους χώρους, παντού σκοτώνονταν άνθρωποι.

Πολλοί προσπάθησαν να ξεφύγουν. Τότε, κάτι πρωτόγνωρο συνέβη. Όταν πήγαιναν να απομακρυνθούν από τη δική τους περιοχή, οι πολυκατοικίες που ήταν χτισμένες στα όρια, στα σύνορα μεταξύ των δήμων, κατέρρεαν και τους έθαβαν κάτω από τα ερείπια. Και η κατάρρευση αυτή δεν προερχόταν από σεισμική δραστηριότητα. Σαν να είχαν τα κτίρια αυτά δική τους, αυτόνομη βούληση και προσπαθούσαν να εμποδίσουν τους ανθρώπους. 

Εν μέσω αυτού του χαμού κάποιος σεισμολόγος ανακοίνωσε πως ανακάλυψε την αλήθεια. Οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα της πόλης εξέπεμψαν το μήνυμά του με ταυτόχρονη μετάδοση. Είπε, μιλώντας γρήγορα και αγχωμένα πως, όπως τα επιστημονικά όργανα είχαν δείξει, οι σεισμικές δονήσεις δεν προέρχονταν από το έδαφος. Καμία φυσιολογική σεισμική δραστηριότητα γήινων τεκτονικών πλακών δεν προκαλούσε αυτό το φαινόμενο. Οι δονήσεις λάμβαναν χώρα πάνω από το έδαφος, στο σημείο που τελείωνε το χώμα και η πέτρα πάνω στην οποία ήταν χτισμένη η πόλη και άρχιζε το σκυρόδεμα των πολυκατοικιών και η άσφαλτος του οδοστρώματος. Με αναλύσεις και συσχετίσεις η επιστημονική του ομάδα είχε συμπεράνει πως τους σεισμούς σε κάθε συνοικία τους προκαλούσαν τα άψυχα υλικά που αποτελούσαν την πόλη. Τους προκαλούσε δηλαδή, η ίδια η πόλη. Πως, για κάποιο λόγο, η πόλη στρεφόταν εναντίον των κατοίκων της. Στην αρχή αυτή η επίθεση ήταν αναίμακτη, αλλά πλέον, με τους θανάτους από τις καταρρεύσεις των κτιρίων, ο κίνδυνος ήταν ανεξέλεγκτος.

Ο λόγος του σεισμολόγου κατέληξε σε έκκληση προς όλους τους κατοίκους, όλων των συνοικιών να εγκαταλείψουν την πολιτεία. Να φύγουν άμεσα, με κάθε μέσο και τρόπο. Να μην σταθούν να πάρουν τίποτα μαζί τους. Κάθε δευτερόλεπτο μπορεί να απέβαινε μοιραίο.

Τις πρώτες στιγμές που ακολούθησαν το τέλος της ανακοίνωσης, οι πολίτες έμειναν παγωμένοι. Για λίγο δεν πήραν ούτε αναπνοή. Μετά, στρέφονταν γύρω τους κοιτώντας με τρόμο τους τοίχους του οικοδομήματος μέσα στο οποίο βρίσκονταν. Και οι τοίχοι, σαν ένοχοι που τους είχαν πια ανακαλύψει και δεν χρειαζόταν να υποκρίνονται, κινούνταν απειλητικά προς το μέρος τους. Όποιον δεν προλάβαινε να ξεφύγει, τον συνέθλιβαν. Και είχαν αρωγό στην προσπάθειά τους, τους δρόμους και τα πεζοδρόμια, τα αυτοκίνητα, τα μηχανήματα, κάθε άψυχο ανθρώπινο κατασκεύασμα. Στο τέλος δεν γλίτωσε κανείς.

Αυτό ήταν το τέλος της πρώτης πόλης που χτύπησαν οι σεισμοί.

Μέρος 2ο

Οι γειτονικές πόλεις παρακολουθούσαν ανήσυχες τα γεγονότα. Είχαν προσφέρει τη βοήθειά τους όταν ακόμη η κατάσταση ήταν ελεγχόμενη, αλλά η πρώτη πόλη την είχε αρνηθεί. Όταν τα γεγονότα έγιναν ανεξέλεγκτα, ήταν αργά για οποιαδήποτε βοήθεια. Οι γειτονικές πόλεις δεν μπορούσαν να την προσφέρουν και η πρώτη πόλη δεν μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει. Έτσι παρακολούθησαν σοκαρισμένες την καταστροφή της και προσπαθούσαν να εκπονήσουν σχέδια δράσης για την περίπτωση που το κακό έφτανε και στους δικούς τους δήμους και συνοικίες.

Για αρκετό καιρό δεν συνέβη τίποτα. Ούτε σεισμικές δονήσεις, ούτε κάτι άλλο που να προκαλεί ανησυχία. Μετά κάτι άλλαξε σε κάποιες από τις πόλεις που βρίσκονταν κοντά στην ερειπωμένη πλέον και ακατοίκητη πρώτη πόλη. Κάτι απροσδιόριστο αλλά υπαρκτό και πραγματικό που έκανε τους ανθρώπους να μην μπορούν να συγκεντρωθούν στις δουλειές τους, αλλά να μαζεύονται κάνοντας συνοικιακά συμβούλια για να εξιχνιάσουν την πηγή της διαταραχής.

Όταν μία νύχτα έγινε σεισμός σε κάποια από τις συνοικίες μίας από τις γειτονικές πόλεις, τα πράγματα εξελίχθηκαν ραγδαία. Έχοντας ήδη την εμπειρία των κατεστραμμένων γειτόνων τους, οι κάτοικοί της πέρασαν αμέσως στο τελευταίο στάδιο και προσπάθησαν να εγκαταλείψουν την ίδια νύχτα την πόλη. Αλλά και η απειλή πέρασε κατευθείαν στην τελευταία της φάση και τα οικοδομήματα και όλα τα τεχνουργήματα εξολόθρευσαν τους περισσότερους απ τους κατοίκους. Αυτή τη φορά πάντως κάποιοι κατάφεραν να ξεφύγουν.

Η επίθεση εναντίον των ανθρώπων όμως δεν περιορίστηκε σε μία πόλη. Αργότερα την ίδια νύχτα όλες οι πόλεις της γης επιτέθηκαν εναντίον των κατοίκων τους. Το μακελειό ήταν πανανθρώπινο. Ελάχιστοι κατάφεραν να βγουν ζωντανοί μέσα από τα ερείπια του πολιτισμού και να καταφύγουν σε ανοιχτά, φυσικά μέρη χωρίς κανένα τεχνολογικό βοήθημα. Η ανθρωπότητα μέσα σε λίγες ώρες επέστρεψε στην προϊστορία της.

Οι άνθρωποι που είχαν μείνει δεν τολμούσαν να κατασκευάσουν τίποτα τεχνητό, δεν τολμούσαν να χρησιμοποιήσουν τίποτα από τον παλιό πολιτισμό. Μπορούσαν όμως να σκέφτονται και χρησιμοποίησαν στο έπακρο αυτή τη δυνατότητα, αναπτύσσοντάς την όσο ποτέ στη μέχρι τότε ιστορία τους. Μετά από μερικές γενιές έφτασαν σε ασύλληπτα επίπεδα πνευματικότητας και ενόρασης. Και αφού ποτέ πια σ αυτόν τον πλανήτη δεν θα μπορούσαν να κατασκευάσουν κάτι χωρίς να στραφεί εναντίον τους, αποφάσισαν να ταξιδέψουν σε άλλους πλανήτες που θα μπορούσαν να τους φιλοξενήσουν, μεταφέροντας τα σώματά τους με τη δύναμη της σκέψης τους. Και θα το κατάφερναν γιατί συγκέντρωναν και συνένωναν τις ατομικές πνευματικές δυνάμεις των επιζώντων - που είχαν μάλιστα πληθύνει σε κάποιο βαθμό μετά την καταστροφή σε μια παντοδύναμη συλλογική συνισταμένη.

Αλλά πριν προλάβουν να το πραγματοποιήσουν, κάποιοι, κάποια στιγμή, παρατήρησαν πως τις νύχτες τα άστρα στον ουρανό φαίνονταν να τρεμουλιάζουν με διαφορετικό τρόπο από το τρέμισμα που προκαλεί στην εικόνα που φτάνει στο μάτι, η νυχτερινή ατμόσφαιρα. Κάποιοι εξήγησαν το φαινόμενο μιλώντας για σεισμούς που είχαν αρχίσει να δονούν τ αστέρια. Ίσως σε όλο το γαλαξία, σε όλο το σύμπαν να είχε ξεκινήσει μια διαδικασία καταστροφής σαν κι αυτή που είχε συμβεί στις πόλεις τους και η οποία αυτή τη φορά δεν ξεκίνησε από τη δική τους γειτονιά, αλλά αναπόφευκτα θα έφτανε και εκεί. Κι ας μην ήταν οι γαλαξίες προϊόν ανθρώπινης δραστηριότητας. Φαίνεται πως αυτό το σύμπαν κουβαλούσε μέσα του το σπόρο της καταστροφής του και ήταν θέμα χρόνου κάποτε να ενεργοποιηθεί. Από τι; Ίσως αυτό δεν θα το μάθαιναν ποτέ.

Και κάποιοι άλλοι είπαν πως δεν θα έφτανε για να τους σώσει ούτε ένα καινούριο σύμπαν γιατί αν πήγαιναν οι άνθρωποι σε αυτό θα κουβαλούσαν μαζί τους το μικρόβιο αυτής της ίδιας καταστροφής.

Κάποιοι που δεν τα παρατούσαν όμως, βρήκαν νέα μέθοδο. Άρχισαν, με τις αναπτυγμένες διανοητικές τους δυνάμεις, να οραματίζονται ως κατοικήσιμο καταφύγιο την ίδια τους τη σκέψη, τον εσωτερικό πνευματικό τους εαυτό, ο οποίος θα δημιουργούσε ένα σύμπαν, από υλικό διαφορετικό από το εξωτερικό σύμπαν. Ένα σύμπαν που θα αποκρυσταλλωνόταν μέσα από ένα ονειρικό μάγμα ιδεών και οραμάτων το οποίο οι άνθρωποι που θα κατάφερναν να το ολοκληρώσουν θα μπορούσαν να το αποικήσουν χωρίς το φόβο να επέλθει η καταστροφή του από σεισμό ή οποιαδήποτε άλλη πηγή, αφού οι ίδιοι θα μπορούσαν να ελέγξουν κάθε δημιουργική και καταστροφική δύναμή του, γιατί ουσιαστικά θα ήταν δική τους δύναμη.

Έτσι όλοι άρχισαν να σχεδιάζουν το καταφύγιό τους μέσα στο κεφάλι τους και όταν τελείωναν κατοικούσαν μέσα τους κι εξαφανίζονταν στους άυλους κόσμους της φαντασίας τους, φτιάχνοντας ο καθένας το δικό του σύμπαν.

Και μέσα εκεί άρχισαν να κατασκευάζουν ότι ήθελαν, φτιάχνοντας μέχρι και νέους πλανήτες και νέες ανθρωπότητες, γινόμενοι οι ίδιοι, θεοί στα ιδιωτικά τους σύμπαντα.

Όσο για το αρχικό σύμπαν, κανείς δεν ξέρει τι απέγινε και αν συνεχίστηκε μέχρι τέλους η καταστροφή του ή αν συνέχισε να υπάρχει και αν συνέχισαν να ζουν μέσα του κάποιοι άνθρωποι που ενδεχομένως δεν κατέφυγαν στο σύμπαν του εαυτού τους, αλλά επιβίωσαν στο πρωταρχικό σύμπαν με κάποιο τρόπο.

Και όσο για μας που μιλάμε αυτή τη στιγμή, κανείς δεν είναι σίγουρος σε ποιο σύμπαν ζει και τίνος δημιούργημα είναι. Ξέρει όμως πως μπορεί να φτάσει μια στιγμή που θα μπορέσει να φτιάξει και να ζήσει μέσα στο δικό του κόσμο, φτιάχνοντας κι άλλα καινούρια σύμπαντα με καινούριους ανθρώπους και συνεχίζοντας έτσι τον αέναο κύκλο της δημιουργίας.

                                                                      ***


 

  

Παναγιώτης Φάμελλος:

Ο Παναγιώτης Φάμελλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες, όπως dj, υπάλληλος βιβλιοπωλείου, υπάλληλος γραφείου, υπάλληλος σε τράπεζα. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Συμπαντικές Διαδρομές τ.15), σε συλλογές διηγημάτων (10 ιστορίες του φανταστικού Αρχέτυπο 2010), στο διαδίκτυο (eyelands.gr onestory.gr), έχουν διακριθεί σε διαγωνισμούς και έχουν παρουσιαστεί σε λογοτεχνικά εργαστήρια.                    

 

copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας