Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Σίγουρα θα έχει AIDS

Ελένη Κοφτερού

 

 

 

Καθόταν σ ένα από κείνα τα ψηλά σκαμπό που από μόνα τους αποτελούσαν ένα μικρό εικαστικό δημιούργημα, φτιαγμένο από ανοιχτόχρωμο ξύλο, το πιο  χλωμό που είχε δει,  λίγο πριν το λευκό και ένα όμορφο βυσσινί μαξιλαράκι.

Εξάλλου, γι αυτό πήγαινε σ αυτό το καφέ, του άρεσε πολύ ο χώρος, οι καρέκλες, τα τραπεζάκια και πιο πολύ απ όλα τα σκαμπό. Είχε κάτι κολλήματα άλλο πράγμα, αλλά μερικές φορές τα κολλήματά του ήταν τα μόνα που αγαπούσε πάνω του.

Από τότε που σταμάτησε να δουλεύει κάθε μέρα κι έκανε συμφωνία με το αφεντικό του να δουλεύει μόνο τρεις φορές τη βδομάδα, δε μπορούσε να καθίσει στο σπίτι τα πρωινά, να εκμεταλλευτεί τουλάχιστον τις δυο ελεύθερες μέρες για να κοιμηθεί, να διαβάσει, ή να κάνει καμιά δουλειά. Πολύ γρήγορα ανατράπηκε η θεωρία του,   που σαν σημαία την κουνούσε στις παρέες του παλιά: Ας είχα ελεύθερο χρόνο και θα σας έλεγα εγώ, πως θα τον αξιοποιούσα!!.

Μόλις ο ελεύθερος χρόνος έγινε πραγματικότητα, δεν είχε τι να τον κάνει. Τον πλήγωνε που δεν τον κέρδισε, αλλά του προέκυψε, ή μάλλον του επιβλήθηκε.

Κι έτσι σχεδόν κάθε  Τρίτη και Πέμπτη που δεν δούλευε, έφευγε νωρίς από το σπίτι ίσως  την ίδια ώρα με τις άλλες μέρες και πήγαινε σ αυτό το ξεχωριστό καφέ. Το είχε ανακαλύψει λίγα χρόνια πριν και του άρεσε, αλλά ο αληθινός λόγος που δεν ξεκολλούσε από εκεί, ήταν άλλος. Όπως πάντα, έρωτας ήταν η αιτία. Εκεί είχε γνωρίσει τη μεγάλη του αγάπη, εκεί συχνάζανε μετά, ή συναντιόντουσαν για ένα σύντομο καφεδάκι και μερικά φιλιά στα πεταχτά, κάτι μεσημέρια στα διαλείμματα από τις δουλειές τους. Τώρα που ο έρωτας τους τελείωσε κι αυτή έφυγε, αυτός δεν άλλαξε στέκι, εκεί συχνάζει χωρίς βέβαια ποτέ να παραδέχεται, ότι συχνά  κοιτά προς τη γυάλινη πόρτα και νιώθει τσιμπήματα στην καρδιά και στο στομάχι, όταν μπαίνει κάποια που της μοιάζει.

Σήμερα όμως δεν τη σκεφτόταν, είχε καταφέρει - λέμε τώρα, γιατί όλα αυτά ήταν φθηνές υπεκφυγές που πλασάριζε στους φίλους του, οι οποίοι του τα είχαν πρήξει, ότι γλύτωσε, ότι αυτή δεν του άξιζε κι όλα τ άλλα ενοχλητικά μουρμουρητά που σερβίρουν οι φίλοι, νομίζοντας ότι επιτελούν παρηγορητικό έργο σε τέτοιες περιπτώσεις- με ασκήσεις αυτοπειθαρχίας και αυτοπλύσης του εγκεφάλου του να μη τη σκέφτεται όπως παλιά. Σήμερα είχε αποφασίσει ν' ασχοληθεί με άλλα θέματα της ζωής του, όπως για παράδειγμα να ψάξει για άλλη δουλειά με πλήρες ωράριο, να επικυρώσει επιτέλους τα αποδεικτικά της γλωσσομάθειας, στα Γερμανικά και Αγγλικά, εκκρεμότητες  τις οποίες βαριόταν αφόρητα να διεκπεραιώσει, ωστόσο σήμερα ήταν έτοιμος να  τελειώσει τουλάχιστον με τις επικυρώσεις.

Είχε μπροστά του την εφημερίδα, χαζεύοντας ουσιαστικά κι όχι διαβάζοντας. Με το ζόρι σχηματίζονταν οι λέξεις ακόμη και οι τίτλοι, σαν σμήνος πουλιών  που μέχρι να κάνουν ένα σχηματισμό πετούν άναρχα, περνούσαν τα γράμματα απ' τα μάτια του, όταν πρόσεξε έναν παράξενο άντρα να περιμένει μπροστά στο ταμείο για να πληρώσει τον καφέ που είχε παραγγείλει. Ούτε ψηλός, ούτε κοντός αλλά αξιοπρόσεκτα  αδύνατος. Στην αρχή μπορούσε να δει  μόνο το προφίλ και την πλάτη του, αλλά το μέγεθος της ισχνότητας του άντρα αυτού, υποβάθμιζε  όλα τ άλλα χαρακτηριστικά του. Συνέχισε να τον παρατηρεί, μην ξέροντας γιατί κόλλησε το βλέμμα του εκεί και μάλιστα, φοβόταν μη τον πάρει χαμπάρι.

Ενώ περίμενε για να ετοιμαστεί ο καφές του, ο παράξενος αδύνατος άντρας γύρισε για μια στιγμή κι έτσι ο ήρωάς μας, άρπαξε κυριολεκτικά την ευκαιρία, να δει το πρόσωπό του. Καθώς  ήταν φωτογραφικός τύπος, μπορούσε δηλαδή με μια ματιά να θυμηθεί ακόμη και τη ζώνη που φορούσε κάποιος, ή το σχέδιο από τα σκουλαρίκια μιας ωραίας κοπέλας, κατάφερε να φωτογραφίσει αυτό το ισχνό, σχεδόν διάφανο πρόσωπο και μάλιστα ν αποθηκεύσει τη φωτογραφία στο μυαλό του.

 Του έκανε τρομερή εντύπωση η αντίθεση που δημιουργούσαν  τα φωτεινά πράσινα μάτια του με τα ρουφηγμένα προς τα μέσα μάγουλα και τα έντονα ζυγωματικά. Δυο ελαφρά μελανί μικρές κομπρέσες, στόλιζαν κάπως απόκοσμα τα μάτια αυτά. Εκείνο όμως που τον ξένισε και τον τρόμαξε κάπως, ήταν τα δυο δερματικά σημάδια κάτι σαν εξανθήματα, στο αριστερό μάγουλο του άντρα. Δυο λεκέδες που έλαμπαν σε φωτεινό ροζ με ελαφρό καφέ περίγραμμα κι αυτή η λάμψη ενισχύονταν από την αφύσικη λευκότητα του υπόλοιπου προσώπου. Αστραπιαία, χωρίς να ελέγξει καθόλου την διαδρομή της, του καρφώθηκε η σκέψη-συμπέρασμα: "Σίγουρα θα έχει AIDS, μοιάζει και λίγο για ομοφυλόφιλος, αλλά μπορεί να ήταν απλά πολυγαμικός" Ντράπηκε γι αυτή τη σκέψη, αλλά δεν έκανε και κάτι για να τη διώξει, την κρατούσε στο μυαλό του, σα λιωμένη  καραμέλα που δε θέλουμε να πετάξουμε. Τον καθησύχαζε χωρίς να το επιδιώκει, η πιθανή ασθένεια αυτού του ανθρώπου, ενώ αυτός ήταν τουλάχιστον υγιής, όπως είχαν δείξει οι πρόσφατες εξετάσεις του.

Προσηλωμένος  στο αδύνατο πρόσωπο και στη δύσκολη αυτή σκέψη, κούνησε ανεπαίσθητα  το κεφάλι του, ήπιε μια γουλιά καφέ, κι έτσι όπως σήκωσε το φλιτζάνι προς τα χείλη του, πρόσεξε μια γυναίκα που στεκόταν δίπλα και ελαφρώς προς τα πίσω από τον αδύνατο άντρα.

Ήταν προκλητικά  κομψή, περιποιημένη  και στερεοτυπικά όμορφη, απροσδιορίστου ηλικίας, απ αυτές που δεν τον συγκινούσαν καθόλου, γιατί τις θεωρούσε πλαστικές, fashion victims, με έλλειμμα μυαλού και ψυχής, πέφτοντας τελικά κι αυτός στην παγίδα των στερεότυπων από την αντίθετη πλευρά. Αυτός προτιμούσε τις ψαγμένες και διαβασμένες, τις επιμελώς ή τυχαία ατημέλητες και χαμογέλασε με θλίψη όταν σκέφτηκε τη γνωστή ατάκα: Είδαμε την προκοπή σου και μ αυτές  που συχνά- πυκνά του κοπανούσε η μάνα του.

Κι ενώ άρχισε πάλι να παίρνει ξεχασμένα, ερωτικά κυρίως μονοπάτια η μνήμη του, αντιλήφθηκε  μια αναστάτωση μπροστά στον πάγκο των καφέδων. Αν κατάλαβε καλά, η υπάλληλος έκανε λάθος κι έδωσε τον καφέ της κυρίας, στον αδύνατο άντρα και το δικό του σ αυτήν. Ο άντρας τον πήρε, αλλά τελευταία στιγμή η υπάλληλος ανακάλυψε το λάθος και τους το είπε. Αμέσως  παρατήρησε τις κινήσεις των σωμάτων, αυτών των δυο ανθρώπων, που πρόδιδαν όσα πολλές λέξεις θα χρειαζόταν για να περιγράψει. Ο αδύνατος άντρας πήρε το σωστό καφέ, κάνοντας μια ελαφριά αλλά πολύ ευγενική  απολογητική υπόκλιση, ενώ αυτή σα να βρισκόταν σε άμυνα, έγειρε κάπως προς τα πίσω το σώμα της και επιδεικτικά παράτησε τον καφέ που προηγουμένως είχε πιάσει αυτός στον πάγκο και κατευθύνθηκε στην έξοδο με πολύ γρήγορα βήματα, ξεσηκώνοντας το μαγαζί  με το θόρυβο των ρυθμικών χτυπημάτων που έκαναν τα στιλέτα-τακούνια της.

Σε λίγα δευτερόλεπτα έφυγε κι ο αδύνατος άνδρας κρατώντας και τους δυο καφέδες. Αυτό φάνηκε στον ήρωά μας τόσο όμορφα παράδοξο, που του έφτιαξε τη διάθεση κι επιτέλους χαμογέλασε - από μέσα του βέβαια γελούσε δυνατά - ύστερα από αρκετές μέρες.

Μετά από καμιά ώρα ξεκόλλησε επιτέλους από το καφέ για να πάει  στο γραφείο μιας φίλης του δικηγόρου, για τις μεταφράσεις κι επικυρώσεις των δυο ξενόγλωσσων πτυχίων του. Χαρά στα πτυχία, σκέφτηκε και προχώρησε με γρήγορο βηματισμό προς την πολυκατοικία όπου στεγαζόταν το γραφείο της φίλης, δυο τετράγωνα πιο πέρα.

Χτύπησε το θυροτηλέφωνο και προχώρησε  προς το ασανσέρ, αλλά μάλλον η εξωτερική πόρτα έμεινε  ανοιχτή,  γιατί την ώρα που έκλεινε η συρόμενη πόρτα του ασανσέρ, ένα πανέμορφο λευκό χέρι με κατακόκκινα νύχια κι ένα τεράστιο δαχτυλίδι με γαλάζια πέτρα την σταμάτησε.

Ξαφνιάστηκε όταν στο ασανσέρ μπήκε η γυναίκα του καφέ, που τελικά δεν πήρε τον καφέ της, με αγέρωχο και κάπως θυμωμένο ύφος. Χωρίς να πει κουβέντα έλεγξε ποιος όροφος ήταν πατημένος κι όταν αυτός τη ρώτησε ευγενικά σε ποιον όροφο πηγαίνετε; του απάντησε απότομα: Στον ίδιο με σας.

Σε λιγότερο από ένα λεπτό άνοιξε η πόρτα του ασανσέρ κι αυτός  την άφησε να βγει πρώτη. Άκουσε τα είκοσι περίπου χτυπήματα από τα τακούνια και την είδε να  χτυπά  το κουδούνι ενός ιατρείου. Η πόρτα άνοιξε  αμέσως με αυτόματο τρόπο και η γυναίκα χάθηκε απ τα μάτια του. Μόλις σιγουρεύτηκε ότι η πόρτα είχε κλείσει, πήγε να δει την ταμπέλα.

Κεραυνοβολήθηκε κυριολεκτικά όταν διάβασε:

Ph.D. ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ ΗΡΑΚΛΗΣ

Ειδικός Ανοσιολόγος

Specialized in  HIV/ Acquired Immune Deficiency Syndrome (AIDS)

Ακόμη αναρωτιέται αν η τύπισσα ήταν φορέας, ασθενής ή απλά φίλη του γιατρού.

  


 

  

Ελένη Κοφτερού:


         
Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε στην Αριδαία Πέλλας την τελευταία μέρα του καλοκαιριού του 1965. Μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Η πρώτη της επαφή με τη λογοτεχνία έγινε σε πολύ μικρή ηλικία και εξελίχθηκε σε μια  μεγάλη αγάπη για το διάβασμα που κρατάει ακόμη. Μέσα από αυτήν οδηγήθηκε στα μονοπάτια της γραφής και κείμενά  της έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο,  καθώς και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας".

Τη φετινή χρονιά συμμετείχε με το διήγημά της Η Αποκλειστική στην ηλεκτρονική συλλογή διηγημάτων: Δήγμα Γραφής.

                    

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας