Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Το κάλεσμα

Ελένη Κοφτερού

 

 

 

Βιαζόταν να προλάβει τον υποδιευθυντή της  τράπεζας  επειδή  έκλειναν νωρίτερα λόγω ημιαργίας.  Πήγαινε συστημένος από ένα φίλο του μήπως μπορέσει να διαπραγματευτεί το στεγαστικό του δάνειο, δηλαδή να  μειώσει τη δόση με την προϋπόθεση - αυτήν την προϋπόθεση η Τράπεζα κι όχι αυτός την είχε ορίσει - να  αυξηθούν τα χρόνια αποπληρωμής. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων κι ευτυχώς είχε άδεια απ' τη δουλειά του.

Είχε τα νεύρα του, είχε κουραστεί σε σημείο αηδίας  να βλέπει και ν' ακούει  την οικονομική εξαθλίωση, τη μιζέρια κι έβριζε από μέσα του την κυβέρνηση, τους ηλίθιους που την ψηφίσανε αλλά κυρίως  τη γυναίκα του.

Αυτή, αυτή έφταιγε  για όλα και κυρίως για το δάνειο. Αυτή επέμενε να το πάρουν. Επί ένα χρόνο τον πιλάτευε, στην αρχή  με γλύκες και τρυφερότητες, μετά  μ' ένα καμουφλαρισμένο παράπονο  που σ΄ αυτόν όμως έφτανε εντελώς γυμνό  και στο τέλος με καθαρή, ατόφια γκρίνια. Κι εκεί τον νίκησε. Δεν την άντεχε τη γκρίνια, δεν μπορούσε να τη  διαχειριστεί. Έτσι υπέκυψε και πήραν το δάνειο.

Αυτός, εκτός από το ότι μισούσε τις τράπεζες και τις συναλλαγές μαζί τους,  δεν ήθελε να αγοράσει σπίτι, δεν είχε πρόβλημα να μένει με  ενοίκιο μέχρι να πεθάνει. Δεν τον πείραζε να  μετακομίζουν  κάθε δυο χρόνια από γειτονιά σε γειτονιά ακόμη  κι από συνοικία σε συνοικία. 

Ήταν κατά της ιδιοκτησίας. Στα νιάτα του θεωρούσε την ιδιοκτησία κλοπή  αλλά αυτά ήταν "περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις" 

Από μικρό τον ενοχλούσαν οι κτητικές αντωνυμίες αυτό το "δικό μου" "δικό σου" τον τρόμαζε. Είχε από πολύ νωρίς  αντιληφθεί ότι σκλήρυνε, γινόταν κάπως αρπαχτικό το βλέμμα των ανθρώπων όταν απ το στόμα τους έβγαιναν αυτές οι λέξεις που επικύρωναν κάθε μορφής ιδιοκτησίας. Και τις άκουγε παντού, στο πατρικό του σπίτι και στο σχολείο,  στο πανεπιστήμιο αργότερα,  στις σχέσεις του, ακόμη και στην πολιτική κίνηση όπου ήταν μέλος, αυτήν που κυρίαρχη βάση της ιδεολογίας της ήταν  η κατάργηση της ιδιοκτησίας.

Πιο πολύ τον είχε πονέσει μεταφορικά και κυριολεκτικά το "δικιά μου" αφού ο μεγάλος του έρωτας,  η τωρινή γυναίκα του ήταν με κάποιον άλλον όταν τη γνώρισε. Κάποιον που του έριξε μια μπουνιά στο αριστερό μάτι όταν το έμαθε τη στιγμή  που του φώναζε:

- Για να μάθεις ρε αλήτη  να κλέβεις τη "δική μου" γυναίκα..

Ελάχιστα πράγματα είχε στην ιδιοκτησία του, τι ελάχιστα δηλαδή, ένα μόνο,  τη μηχανή του  και τα τελευταία χρόνια το 50% του σπιτιού που αγοράσανε μ΄ αυτό το καταραμένο δάνειο, το οποίο φυσικά ήταν υποθηκευμένο.

Μπορεί στη φορολογική του δήλωση να καταγραφόταν ως ιδιοκτήτης αυτών των ελάχιστων, αλλά ήξερε καλά ότι τίποτε δεν είναι απόλυτα "δικό του"  εκτός από το κουρασμένο σώμα του και τη  δύσκολη καθημερινότητα που είχε γίνει εντελώς δική του κι έπρεπε να την αντιμετωπίσει μαζί με το άγχος της δουλειάς, τους λογαριασμούς, τα έξοδα, τα φροντιστήρια των παιδιών.  

Έκοψε δρόμο από κάτι στενά και γρήγορα βρέθηκε στο φανάρι της  κεντρικής  οδού απέναντι από την τράπεζα. Η κίνηση ήταν απελπιστική όπως και η διάθεσή του που χειροτέρευε απ  το  θόρυβο των αυτοκινήτων.

Περίμενε τώρα στο φανάρι που ήταν κόκκινο για τους πεζούς μαζί με είκοσι περίπου τυχαίους σ' αυτή την διάβαση συνοδοιπόρους. Ξεχώρισε μια ηλικιωμένη γυναίκα που θρηνούσε βουβά τη μοναξιά της, αλλά αυτός μπορούσε σχεδόν να γευτεί αυτά τα δάκρυα και η ταραχή του εντάθηκε  κι άλλο. Απομακρύνθηκε από κοντά της κάνοντας  μερικά βήματα προς τα δεξιά  κι ευτυχώς εκεί εντόπισε ένα ζευγάρι εφήβων που κρατιόντουσαν απ' το χέρι με τα δάχτυλά τους πλεγμένα σφιχτά ενώ περίμεναν  να περάσουν απέναντι... Χαμογελούν και η συννεφιά φωτίζεται. Κι αυτός ζηλεύει με μια  άδολη, νοσταλγική ζήλεια. 

Σε ελάχιστα λεπτά, ανάβει το πράσινο για τους πεζούς και το γλυπτό των ακίνητων ανθρώπων κινείται συντονισμένο σα μεγάλο ερπετό που σέρνεται με τις σόλες των παπουτσιών στην άσφαλτο, με αφύσικη για τον όγκο του ταχύτητα. Ακολουθεί κι αυτός σέρνοντας ελαφρά τα πόδια του. 

Δεν είχε προλάβει να κάνει δέκα βήματα, όταν ένοιωσε ότι κάτι τον χτύπησε, κάτι σαν πόνος ανείπωτος, σαν ίλιγγος  από χορό αστεριών ή σαν κάλεσμα Σειρήνας μυθικής. Τέλος πάντων κάτι που ποτέ δεν είχε ξανανιώσει.

Ένα πρωτόγονο και πρωτόγνωρο κάλεσμα τον γονατίζει στη μέση της ασφάλτου σαν τον οδηγό  που υποκλίνεται μπροστά στην απαστράπτουσα νταλίκα...

Κανένας δεν τον πρόσεξε και το ανθρώπινο γλυπτό συνέχισε την πορεία του για απέναντι. Έτσι  έμεινε μόνος στη μέση, μάλλον όχι ακριβώς στη μέση της ασφάλτου, σε απόσταση περίπου των 2/3 από το απέναντι φανάρι, γονατιστός  να προσεύχεται σε ένα θεό που μόλις είχε γεννηθεί μέσα του και μόνο αυτόν ενημέρωσε.

Τα πρώτα δευτερόλεπτα προσπαθεί να σηκωθεί νομίζοντας ότι ζαλίστηκε, αυτό που λέμε είδε αστεράκια, αλλά δεν τα καταφέρνει. Προσπαθεί να εντοπίσει κάποιο πόνο  ή έστω ένα άλλο σύμπτωμα γιατί προς στιγμή πίστεψε ότι έπαθε έμφραγμα. 

Δοκιμάζει να μετακινηθεί αλλά τα πόδια του δεν υπακούν. Τα γόνατά του μένουν πεισματικά καρφωμένα στην άσφαλτο και το κεφάλι του χαμηλωμένο να προσκυνά το λερωμένο δρόμο.

Χωρίς  να ελέγχει τις κινήσεις του σκύβει κι άλλο και δένει τα χέρια του πίσω απ' το κεφάλι, αγκαλιάζοντας  ενστικτωδώς τον  εαυτό του για να προστατευτεί, όπως ο άοπλος που βρίσκεται κατά λάθος ανάμεσα στα πυρά

Κοιτά το μαύρο ασφάλτινο υλικό που διακόπτεται  από την  ξεβαμμένη διαγράμμιση και αφήνεται σ  αυτό που του συμβαίνει, μήπως καταλάβει , μήπως καταφέρει να το ξεκαθαρίσει. Το μόνο που νοιώθει  είναι μια δύναμη να τον τραβά προς τα κάτω.

Σαν να πρέπει να σκάψει με τα χέρια του ένα πηγάδι στην άσφαλτο και να μπει μέσα για να σωθεί... Κάτι ανοίκειο, αλλά συγχρόνως τόσο δικό του τον καλεί   κάτω από το αποκρουστικό μαύρο πέπλο...

Έτσι ξεκινάει η τρέλα σκέφτεται!!! Αυτή είναι η "κλωστή"  που τόσα χρόνια άκουγε,  από την οποία κρατιέται  η λογική και  η συμβατική ζωή μας, το "δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος" κι ένας  στίχος αγαπημένου του τραγουδιού του Σταύρου Κουγιουμτζή σφηνώνεται στο μυαλό του: "Αυτά είπε σ' έναν ποιητή δικό μας και τράβηξε  για το φεγγάρι ο Ντύλαν Τόμας!!!"

Αυτή η σκέψη τον παρηγορεί  κάπως και συνειρμικά τον οδηγεί  σε άλλες  εικόνες πιο φωτεινές, σε λιακάδες του μυαλού, όπου άγγελοι με άσπρες μπλούζες τον αγκαλιάζουν στοργικά και γιατί όχι ερωτικά, μια ιδρυματική γαλήνη τον πολιορκεί ένα λυτρωτικό κενό σκέψης και συναισθημάτων.

Μόνο τη σιγουριά ότι η άσφαλτος τον καλεί, μόνο αυτό μπορεί να αισθανθεί τώρα κι αυτή την αίσθηση της απελευθερωτικής τρέλας της "δικής του" τρέλας.

Δεν ξέρουμε ακριβώς πόσες ώρες, λεπτά ή δευτερόλεπτα έμεινε γονατιστός καθηλωμένος  στην άσφαλτο, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει το κάλεσμα..

Κατά πάσα πιθανότητα ελάχιστα λεπτά, όσο κρατάει ένα πράσινο φανάρι. Μόλις το κόκκινο έδωσε την εξουσία στα αυτοκίνητα έγινε αντιληπτό και το παράξενο επεισόδιο, τουλάχιστον από τους  πρώτους σταματημένους στο φανάρι οδηγούς. Μια αναστάτωση δημιουργήθηκε. Κάποιοι σκέφτηκαν να κορνάρουν, άλλοι να τον παρακάμψουν και μερικοί, ευτυχώς ελάχιστοι, να τον πατήσουν με το τζιπ για να μάθει ο μαλάκας να εμποδίζει την κίνηση!!

Ένας οδηγός, κατέβηκε από το παλιό αυτοκίνητό του και  ανήσυχος  τον πλησίασε.

Όταν έφτασε κοντά του και αντίκρισε  το πρόσωπό του ανθρώπου που ήταν γονατισμένος στη μέση του δρόμου, το ξάφνιασμα και η έκπληξή του εκδηλώθηκαν με σύγχυση στη φωνή του:

-Γιώργο μου, εσύ είσαι!!! Τι έπαθες, τι σου συμβαίνει; πού πονάς; να καλέσω ασθενοφόρο; τον βομβάρδισε με ερωτήσεις κοιτώντας τον ανήσυχα.

Ο Γιώργος αιφνιδιάστηκε και για κάποια δευτερόλεπτα δεν αντέδρασε καθόλου, μόνο τα μάτια του σήκωσε ελαφρά προς το πρόσωπο του άγνωστου άντρα, τον κοίταξε σα χαμένος, όπως ακριβώς ένοιωθε εκείνη τη στιγμή. Αυτό όμως δεν άργησε καθόλου ν' αλλάξει γιατί αυτή η παρουσία, αυτό το πρόσωπο με το γερασμένο δέρμα, το κουρασμένο στόμα και τα σαν φρέσκα δάκρυα καθαρά μάτια, ήταν κάποτε τόσο αγαπημένο...

Αυτό το πρόσωπο, ανήκε στον παιδικό του φίλο, το μόνο αληθινό φίλο που είχε ποτέ. Κολλητά τα σπίτια τους και οι ζωές τους μέχρι τα 18.

Αυτό το πρόσωπο έγινε ο καταλύτης, άσκησε το βέτο για να λήξει το εμπάργκο του εγκεφάλου του...

Σαν να έφαγε χαστούκι απ' τον ουρανό,  ξεθόλωσε το κενό, και θυμήθηκε. Θυμήθηκε και κατάλαβε από πού ερχόταν το κάλεσμα...

Και ξέσπασε σ' ένα κλάμα λυγμικό και λυτρωτικό..  γιατί κατάλαβε..

Το ποτάμι τον καλούσε... Αυτό ήταν!!! Το ποτάμι που είχε ζήσει κάτω απ' την άσφαλτο παρά πολλά χρόνια πριν. Το "δικό τους" ποτάμι.

Μ' αυτόν εδώ τον σαστισμένο συνομήλικο του, ήταν αχώριστοι, και το σημείο αναφοράς της φιλίας τους πέρα από την αγάπη, ήταν το ποτάμι..

Εκεί, στις όχθες του είχαν μιλήσει με το φεγγάρι, είχαν κάνει χρησικτησία σε μερικά αστέρια και πέρασαν ατέλειωτες ώρες συζητώντας για όλα τα σημαντικά και τα συμπαντικά...

Εκεί κυρίως ανέλυσαν ξανά και ξανά τις θεωρίες περί μη ιδιοκτησίας, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι αν ονειρεύονταν δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και ισότητα, ίσως το ποτάμι μ' έναν μαγικό τρόπο θα τους έδειχνε το δρόμο για να γίνουν και πράξη τα όνειρά τους.

Ίσως τους βοηθούσε να υλοποιήσουν το  κοινόβιο καλλιτεχνικό στέκι που ονειρεύονταν  να φτιάξουν. Εκείνος θα ζωγράφιζε, ο Γιώργος θα έγραφε τα ποιήματα και τις  ιστορίες του και θα έρχονταν κι άλλοι να ζωγραφίσουν, να γράψουν, να διαβάσουν και να προσκυνήσουν  την ελεύθερη σκέψη και ζωή... Πόσο ασφαλτωμένα του φαίνονταν τώρα όλα αυτά..

Σε ελάχιστα λεπτά, ανακτά την αυτοκυριαρχία του, τα πόδια του εκτελούν  τις εντολές του εγκεφάλου και καταφέρνει να σταματήσει ακόμη και το κλάμα. Σηκώνεται με γρήγορες κινήσεις και τινάζει τη σκόνη απ' το παντελόνι του, μια κίνηση που είναι δοκιμασμένο αντίδοτο στην αμηχανία... Έτσι, με δυσκολία  αλλά αποφασιστικά, ξαναβρίσκει και λίγη απ' τη φωνή του και  απαντά στο οικείο πρόσωπο.

-Όχι, όχι καλά είμαι, ένας σφάχτης ήταν που πέρασε... 

-Γιώργο, έλα στο αυτοκίνητο, τον έσπρωξε ελαφρά, ο σαστισμένος πρώην φίλος του... Να συνέρθεις και να τα πούμε λίγο, έχουμε τόσα χρόνια να βρεθούμε. Χαίρομαι τόσο πολύ που σε βλέπω!!

-Κι εγώ χαίρομαι, του απάντησε υποκριτικά, κάπως καταναγκαστικά, αλλά βιάζομαι παρά πολύ...

Η  τελευταία συλλαβή ίσα που ακούστηκε γιατί είχε ήδη κάνει στροφή κι έτρεχε στην αντίθετη κατεύθυνση για να προλάβει την Τράπεζα.

Ο παλιός του φίλος έμεινε άφωνος και με το χέρι μετέωρο καθώς ετοιμαζόταν να ψάξει για στυλό και χαρτάκι για να του γράψει το τηλέφωνό του.

Ο Γιώργος έκανε Χριστούγεννα, αντάλλαξε φθηνότερα δώρα σε σχέση με άλλες χρονιές με τους δικούς του, ευχήθηκε χαμογελώντας την Πρωτοχρονιά για καλύτερες μέρες και χρόνια και μετά τις γιορτές αντιμετώπιζε με  στωικότητα την καθημερινότητά του.

Έκανε μήνες να περάσει απ' αυτό το δρόμο, φοβόταν το κάλεσμα του πεθαμένου- μπαζωμένου ποταμού. 

Ωστόσο όταν κουράστηκε να κάνει ολόκληρους κύκλους για να βρεθεί στην τράπεζα, όποτε αυτό ήταν αναγκαίο,  άρχισε δειλά, επιφυλακτικά και με όλες τις αισθήσεις του  τεταμένες, να περνάει κάπου κάπου απ' το ίδιο φανάρι...

Το ποτάμι δεν τον ξανακάλεσε μέχρι τώρα.

Πάντως την παράταση για την αποπληρωμή του δανείου δεν την πέτυχε γιατί δεν είχε καμιά άλλη ιδιοκτησία να υποθηκεύσει.  


 

  

Ελένη Κοφτερού:


         
Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε στην Αριδαία Πέλλας την τελευταία μέρα του καλοκαιριού του 1965. Μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Η πρώτη της επαφή με τη λογοτεχνία έγινε σε πολύ μικρή ηλικία και εξελίχθηκε σε μια  μεγάλη αγάπη για το διάβασμα που κρατάει ακόμη. Μέσα από αυτήν οδηγήθηκε στα μονοπάτια της γραφής και κείμενά  της έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο,  καθώς και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας".

Τη φετινή χρονιά συμμετείχε με το διήγημά της Η Αποκλειστική στην ηλεκτρονική συλλογή διηγημάτων: Δήγμα Γραφής.

                    

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας