Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Αυτό που λείπει

Διονύσης Μαρίνος

 

 

 

Ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου η Μαίρη άνοιξε τα παράθυρα του υπνοδωματίου της για πρώτη φορά έπειτα από ένα χρόνο. Για πρώτη φορά από τότε.

Το ξύλινο φως του φθινοπώρου ήρθε και αλείφτηκε πάνω στους άσπρους τοίχους και αμέσως το κατάπιαν με την ίδια προσμονή που έχει το ξεραμένο χώμα όταν το τρυπάει η πρώτη βροχή. Έλαμψαν τα λιγοστά χρώματα. Άνθισε σαν πέταλο το δωμάτιο. Φούντωσε και η ίδια.

Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη της ντουλάπας. Μια ιδέα πήραν να κοκκινίζουν τα μάγουλά της. Μπα η ιδέα της ήταν… η άγλυκη ασπρίλα του δέρματος δεν έλεγε να φύγει από πάνω της. Τσιρότο άτσαλα βαλμένο στο πρόσωπό της η κούραση έκανε τα βλέφαρά της να μοιάζουν με ψεύτικα. Πεσμένα και ψεύτικα.

Κάτω στο δρόμο ο τσιριχτός παροξυσμός των παιδιών δεν έλεγε να σταματήσει. Η παρέλαση μόλις είχε τελειώσει και φεύγοντας αναμαλλιασμένα άφηναν πίσω τους μια κινούμενη συννεφόμαζα από φωνές και υγρά βήματα. Το προηγούμενο βράδυ είχε βρέξει.

Μια βροχή κρυστάλλινη και σκούρα. Δεν την είχε δει την είχε όμως ακούσει. Μέχρι χθες τα παντζούρια του υπνοδωματίου της ήταν κλειστά. Την ώρα που ξάπλωνε άκουσε τις εύπλαστες στάλες να σκάνε με πάταγο στα καπό των αυτοκινήτων, πάνω στις στέγες, στα καπέλα των περαστικών.

Όλα τα έπλυνε αυτή η βροχή. Όλα.  

Τι την οδήγησε άραγε σήμερα να ανοίξει τα παράθυρα; Ποια τυφλή επιμονή την έβγαλε από το καβούκι της;

Δεν μπορούσε να δώσει απάντηση.

Τα γεωμετρικά σχήματα που το φως έπλαθε στους τοίχους την άφησαν για λίγο εμβρόντητη. Σαν να τα έβλεπε για πρώτη φορά στη ζωή της.

Χα, η ζωή της. Πόσο μπούκωνε το στόμα της όταν έλεγε αυτή τη λέξη. Ούτε περίμενε πως θα την ξαναπεί. Στην αρχή της το είχαν ξεκόψει. Μην τρέφουμε αυταπάτες. Η περίπτωση είναι δύσκολη. Μα, βέβαια η επιστήμη έχει προχωρήσει. Αλλά και ο Θεός; Που τον πας Αυτόν; Αν θέλει κάτι μπορεί να γίνει. Πάνω από όλα όχι αυταπάτες.

Όλα αυτά ανάκατα στο μυαλό της έφτιαχναν ακόμα και τώρα μια λυγμική κρούστα πόνου. Αλλά ο πόνος είχε πλέον εξαφανιστεί. Μπήκε στο λαγούμι του για λίγο. Χειμερία νάρκη. Μέχρι πότε; Για πάντα; Όχι δεν μπορούσε να το πιστέψει. Θα το ήθελε, αλλά ήξερε πως από τη στιγμή που βγήκε για πρώτη φορά στην επιφάνεια δεν θα την άφηνε σε ησυχία.

Ήταν πάντα εκεί. Παρόν. Άγρυπνος φρουρός της.

Κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να την αγκαλιάσει με τέτοια παρατεταμένη θέρμη όπως αυτός ο πόνος. Ο νωθρός και ύπουλος πόνος του μεσημεριού που το απόγευμα γινόταν οξύς και βαρύτονος για να γίνει τυφλός και εντατικός καθώς έπεφτε το βράδυ και ολόκληρη την τύλιγε.

Πόσο θα ήθελε να είχε τώρα δα ένα τσιγάρο. Κάποτε ήταν γι’ αυτήν ένας σίγουρος δίαυλος απόλαυσης. Τώρα είχε γίνει βρόγχος και αδημονία και βήχας που άναβε τα σωθικά της.

Αυτή η κάψα πόσο την έπνιγε.

Έμεινε στο μπαλκόνι και κοιτούσε. Το αρμαθιασμένο φως της ημέρας, τα βιαστικά βήματα, την εγγύτητα των περαστικών φωνών, τη συνενοχή στην ίδια μοίρα που όλοι αυτοί οι άνθρωποι μοιράζονταν χωρίς να το ξέρουν. Ούτε και εκείνη το ήξερε.

Δεν θα μπορούσε να το φανταστεί πως υπήρχε αυτό που λέμε μοίρα. Ένα χρόνο πριν χωμένη στην θαλερή αυτάρκεια της ζωής της όλα έβαιναν καλώς. Ώσπου παραδόθηκε σε εκείνη τη θηριώδη δύναμη που ήρθε και την βρήκε κατάστηθα.

Από εκείνη την ημέρα έμαθε να ζει με τις εκκρίσεις ενός τρόμου ανεξέλεγκτου. Όλο το κορμί της έγινε ένας αχνός αντικατοπτρισμός διαφαινόμενων κινδύνων. Τίποτα από όλα αυτά δεν όριζε. Τι να προλάβει να κάνει;

Οι επισκέψεις στο γιατρό, η αναμονή στους αποστεγνωμένους διαδρόμους των νοσοκομείων, οι ασύμμετρες σκιές που έρχονταν και την έβρισκαν πάντα μόνη το βράδυ καθώς γυρνούσε στο σπίτι και κουκουλωνόταν για να μην κρυώνει. Έξω ο ήλιος να πυρώνει και εκείνη να την χτενίζει το κρύο.

Ένα ανακλαστικό χαμόγελο γράφτηκε στο πρόσωπό της όταν ένα κορίτσι πέρασε κάτω από το μπαλκόνι της και τη χαιρέτησε. Κάπου το ήξερε αυτό το κορίτσι αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού.

Η φλόγωση του εφηβικού σώματος ήρθε και μπούκωσε τα μάτια της. Η θαυμαστή ευλυγισία του κορμιού της, ο στητός κορμός της έντονα ευεργετημένος από τη κάψα του ήλιου, η κοντή της φούστα που πετάριζε στον αέρα και εκείνα τα στήθη… εκείνα τα στήθη. Μικρά σαν λείες γροθιές να πάλλονται ανεπαίσθητα κάτω από το βαμβακερό της πουκάμισο. Της ερχόταν να κατέβει στο δρόμο, να τρέξει κοντά της. Έστω και αν χρειαζόταν να πιέσει τον εαυτό της, να λαχανιάσει, να ιδρώσει, να πάει όμως… να πάει… να τη δει από κοντά. Να της μιλήσει. Τι να της πει, όμως; Τι θα μπορούσε να πει σε αυτό το άβγαλτο κορίτσι που να μην μοιάζει παράλογο και γελοίο;

Έμεινε ακίνητη. Μια βουβή φλέβα. Να κοιτάζει από το μπαλκόνι της την κοριτσίστικη σιλουέτα που προχωρούσε και ολοένα χανόταν από μπροστά της. 

Μια χορωδία θρήνων περόνιασε το μυαλό της.

Η θύμηση του εφηβικού στήθους δεν έλεγε να την αφήσει.

Κι ύστερα είδε τον εαυτό της. Σαν κάτι που ήταν έξω από αυτήν.

Τελείως ξένη. Αναζήτησε πάνω της ψηλαφητά τα σημάδια. 

Ο πύρινος λεκές. Οι απεγνωσμένες ρυτίδες στο θώρακα. Αυτό το κάτι που για πάντα θα έλειπε. Το ιριδιστό κενό σε ένα σώμα που θα συνέχιζε να ζει έστω και κολοβό. Η σιγουριά ότι αυτή η πέτρα που ξεριζώθηκε από πάνω της άφησε ίχνη και πως πλέον θα έπρεπε να μάθει να εξαρτάται από αυτά. Το αμετάκλητο θρυμμάτισμα γιατί δεν γινόταν αλλιώς… η κατάσταση ήταν προχωρημένη και… μακάρι ο Θεός να είχε αποφασίσει διαφορετικά… αλλά κι εγώ ένας απλός γιατρός είμαι… θα κάνω το καλύτερο δυνατό σου το υπόσχομαι… να μην είναι εμφανής η έλλειψη, της είχε πει λίγο πριν την βάλει στο χειρουργείο για την αφαίρεση. 

Ο ορατός ψίθυρος της φωνής του έξυνε απαλά τα αυτιά της και πλέον ένα χρόνο μετά μόνο αυτό της είχε μείνει να θυμάται. Το συριγμό της φωνής του που κατέληγε σε ένα λαχανιασμένο ξεψύχισμα. Σαν να έπασχε μαζί της.          

Ήταν ένας νέος άντρας και υπό το ισχνό φως του γραφείου του θα μπορούσε να πει πως ήταν και όμορφος. Της έκανε πάντα εντύπωση η χρωματική αρμονία των ρούχων που φορούσε. Πράγμα σπάνιο για άντρα. Τις λίγες φορές που τον είδε χωρίς την άσπρη μπλούζα είχε διαπιστώσει το καλό του γούστο που δεν ήταν απαραίτητα και ακριβό. Όχι δεν ήταν εξεζητημένος. Μάλλον ακατέργαστο θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει, ίσως και λόγω ηλικίας. Βρισκόταν ακριβώς στο στάδιο που ως άντρας και ως επιστήμονας μόλις και άγγιζε τα πρόθυρα της γνώσης και της κατανόησης. Και αυτό ακριβώς ήταν που τον έκανε θελκτικό στα μάτια της.

Ξαναμπήκε στο υπνοδωμάτιο.

Το φως συνέχισε να αυλακώνει τους τοίχους φτιάχνοντας σχήματα ρευστά που την ακολούθησαν καθώς προχωρούσε. Την ακολούθησε και η σκιά της. Τώρα πλέον μπορούσε να αντέξει αυτόν τον σιωπηλό σκύλο να την ακολουθεί όπου και αν πήγαινε. Τότε δεν μπορούσε καν να τον βλέπει. Κι ας έβγαινε από το δικό της περίγραμμα. Κι ας ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού της.

Τίποτα δεν ήθελε που να της ανήκει γιατί πλέον τίποτα δεν της ανήκε. Αυτή ήταν η αλήθεια. Σάρκα και αίμα και ιδρώτας και σκέψεις είχαν επινοικιαστεί στον αδούλωτο πόνο που είχε θρονιάσει μέσα της.

Όταν βγήκε από το χειρουργείο δεν ένιωσε τίποτα. Ούτε καν όταν πέρασε η επήρεια της ισχυρής νάρκωσης. Μόνο εκείνο το κενό αέρος που σε ζαλίζει καθώς νιώθεις ότι πέφτεις στο τίποτα δίχως σκοπό. Απλώς πέφτεις. Και όταν βρεθείς στη γη και πατήσεις τα πόδια σου στο έδαφος θα συνεχίσεις να πέφτεις. Ακόμα πιο κάτω.

Μια πτώση δίχως τέλος.

Έβαλε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς. Σ’ εκείνο το κομμάτι που έλειπε. Οι εξουδετερωμένες μεμβράνες. Το δέος του αντεστραμμένου καύκαλου που χωνόταν προς τα μέσα σαν τεράστιος κρατήρας ενώ θα έπρεπε κανονικά να εκτείνεται προς τα έξω. Να θέλγει και να πάλλεται σαν του κοριτσιού που προηγουμένως είχε περάσει από το μπαλκόνι της.

Τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα.

Τα δάχτυλά της άφησαν ένα αμυδρό αποτύπωμα ιδρώτα που άρχισε να κυλάει αργά φτιάχνοντας περίεργα σχήματα πάνω στο στέρνο της.

Τις έκαναν εντύπωση και δεν τα σκούπισε.

Τι όμορφα που κυλούσαν.

Δεν έβρισκαν εμπόδιο.

Πήγαν και χώθηκαν στο ανοίκειο βαθούλωμα.

Στη σπηλιά του στήθους της μπήκαν μέσα και κρύφτηκαν.

Στην κολοβή τρύπα. 

Σε αυτό το κάτι που έλειπε και τώρα δα αυτές οι στάλες του ιδρώτα της το πότιζαν.

Αύριο το πρωί όταν θα ξυπνούσε και θα κοιτούσε τον εαυτό της ξανά στον καθρέφτη στη θέση εκείνη τη λειψή ένα τριαντάφυλλο θα είχε ανθίσει.

Έτσι φανταζόταν τον εαυτό της.

Ένα τόσο δα μικρό μπουμπούκι.

Σαν του κοριτσιού της παρέλασης. 

Άσπρο και στρογγυλό και μαλακό.

Σαν και αυτό που είχε χάσει για πάντα. 

  


 

  

Διονύσης Μαρίνος:


         Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε και ζει εδώ και σαράντα χρόνια στην Αθήνα. Ελπίζει ότι κάποια στιγμή θα φύγει. Στο ενδιάμεσο δουλεύει ως δημοσιογράφος. Από τις εκδόσεις Τετράγωνο κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του «Χαμένα Κορμιά». Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη αναμένεται να κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα «Τελευταία πόλη». Επιβεβαιώνει πως το blog “adespotosskylos.blogspot.com”, του ανήκει.                     

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας