Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Ανάμεσα

Δημήτρης Κουτάντος

 

 

 

Αν είχα πέσει θύμα της γοητείας της. Αν αποτίναζα από πάνω μου σαν χιόνι παλιό τον αναθεματισμένο μισογυνισμό που κρατάει την καρδιά μου παγωμένη αιώνες και την ερωτευόμουνα παράφορα… Ίσως τότε η κατάληξη των πραγμάτων να ήταν άλλη. Ίσως….  
   Ψευτοκατάφερνα αρκετό καιρό να σκεπάζω καλά ένα βαρύ παρελθόν λουφάζοντας σ’ αυτή την πόλη του νότου που ο χρόνος κυλάει ράθυμα. Ακόμα κι οι Ερινύες με είχαν σκυλοβαρεθεί και βρήκαν άλλους πελάτες.  
Ξεφύτρωσε όμως μπροστά μου το περίεργο ντουέτο κι ανατράπηκαν τις ζωής μου οι ισορροπίες. Τα ενδιαφέροντα μου αποκτήσαν άλλο περιεχόμενο. Κι όταν ένας εφιάλτης (Η μητερούλα να με μαρμαρώνει με τα κίτρινα της μάτια κραδαίνοντας το φιαλίδιο με το μοιραίο φαρμάκι. Να με προτρέπει με τη λαλιά που στοίχειωνε όλες τις παιδικές μου τις νύχτες. «Τι περιμένεις άχρηστο γέννημα; Εμπρός, βάλε το χεράκι σου! Ξέρεις εσύ από αυτά… Φονιά!») κατόρθωσε να κάνει τις νύχτες μου άυπνες, παράτησα στην άκρη την άχαρη καθημερινότητά μου κι αποφάσισα ν’ ασχοληθώ μαζί τους συστηματικά.

     Τους εντόπιζα μέσα στο πλήθος ταχτικά. Πάντα οι δυο τους κυκλοφορούσαν. Μια γυναίκα μέσης ηλικίας ντυμένη γουστόζικα, που είχε στο πλάι της έναν άντρα μικρότερο της. Μίλαγε χειρονομώντας χαριτωμένα κι έδειχνε να απολαμβάνει την ίδια της την κουβέντα. Ο άλλος συμφωνούσε βουβά μαζί της κουνώντας το κεφάλι. Άλλοτε πάλι τους συλλάμβανα να πίνουν καφέ, να μπαινοβγαίνουν σε μαγαζιά ή να τρώνε σνακ σε μέρη πολυσύχναστα έχοντας για παρέα ο ένας τον άλλο. Εκείνη κάπνιζε αρειμανίως και μιλούσε ακατάπαυστα κι εκείνος αν δεν κοίταζε χάμω, προσπαθούσε να ανακαλύψει διόδους διαφυγής. Τέτοια εντύπωση έδινε. Έβαζα το χέρι στη φωτιά πως ασφυκτιούσε κοντά της.

       Το σπίτι που μένανε, το ανακάλυψα τυχαία ένα Σάββατο που έκανα ποδηλασία έξω από την πόλη, νοτιοδυτικά. Κάμποσα σπίτια σπαρμένα εδώ κι εκεί, βίλλες τα περισσότερα, μόλευαν την πανέμορφη φύση. Η δική τους ήταν κουκλίστικη. Έπαιρνες ένα κατηφορικό δρομάκο καμιά τριάντα μέτρα και έφτανες στην αυλόπορτα. Τη στιγμή που πέρναγα, εκείνη έβγαινε στον κεντρικό μ’ ένα τζιπ. Αυτός καθόταν στη θέση του συνοδηγού.
     «Ώστε εδώ μένετε…» ψιθύρισα. 
     Έγινε η αγαπημένη μου διαδρομή. Μια Πέμπτη απόγευμα πρόσεξα πως έλειπε το αμάξι. Σταμάτησα πιο πέρα. «Που να είναι ο νεαρός;». Έδρασα αστραπιαία. Έκανα πλάκα το πισινό λάστιχο, παράτησα το ποδήλατο στα χόρτα και κατηφόρισα. Μπήκα εύκολα. Σκύλος δεν με γαύγισε. Διέσχισα τον κήπο με τους  φίκους και τις τριανταφυλλιές. Χτύπησα το κουδούνι. Το αγόρι εμφανίστηκε στην πόρτα. Με κοίταξε ερωτηματικά χωρίς να μιλήσει. «Ξεφούσκωσε το λάστιχο του ποδηλάτου μου. Πάτησα μάλλον καρφί. Υπάρχει καμιά τρόμπα;». Έμοιαζε αποσβολωμένος. «Τρόμπα….». Έδειξα την κίνηση. Χάθηκε στο σπίτι και γύρισε κρατώντας μία, υψηλής πίεσης. Πανάκριβη. «Σας κάνει;» ρώτησε ευγενικά. Έκανα πως την περιεργαζόμουν. «Ξέρεις πως δουλεύει;». «Φυσικά!», «Έρχεσαι να με βοηθήσεις;». Το σκεφτόταν. «Εντάξει» είπε στο τέλος.
     Αράξαμε στο δασύλλιο και κοιτάζαμε τη θέα. Η θάλασσα στο βάθος άλλαζε διαρκώς διαθέσεις και χρωματισμούς. Κοπίασα να τον πείσω να με ακολουθήσει, δείχνοντας φιλική διάθεση εξ αρχής. Ήτανε μαγκωμένος. Ποιος  άλλωστε εμπιστεύεται στις μέρες μας ένα άγνωστο;  Απάντησε σχεδόν μονολεκτικά στις ερωτήσεις μου. Ίσως έτσι να προσπαθούσε να κρύψει τη δειλία του. Μα πιο πολύ τον τραυλισμό του.
 Ζει με τη μητέρα του. Μοναχοπαίδι. Πατέρα δεν γνώρισε. Είναι είκοσι τριών.  Στο μισάωρο επάνω κοίταξε το ρολόι. «Πρέπει να φύγω», είπε.
   Υπήρξαν βραδιές  που καλυμμένος με σκοτάδια παρατηρούσα  από το δρόμο το φωτισμένο σπίτι. Κοίταζα λίγο κι έπειτα καβαλούσα το ποδήλατο και χανόμουνα στη νύχτα. 
     Ένα βράδυ που φλεγόταν το σύμπαν πήγα πάλι εκεί. Κρατούσα και τα κιάλια μου. Εξελισσόμουν ταχέως σε ντετέκτιβ ελεεινής μορφής. Κρύφτηκα πίσω από κάτι θάμνους στην πλαγιά που φαίνεται από τα πάνω δωμάτια. Έβγαλα λαυράκι μα βρώμαγε πολύ… Απ’ το ανοιχτό παράθυρο, στο μισοσκόταδο της αριστερής κάμαρας κατόρθωσα να εντοπίσω το νεαρό. Βοήθησε ο νοτιάς που χόρευε την κουρτίνα κι ένα ανάριο φως, εσωτερικό. Καθόταν στο κρεβάτι του και κάπνιζε. Η καύτρα του τσιγάρου του εξέπεμπε σήματα s.o.s.  Η πόρτα άνοιξε μετά από λίγο και μια γυναικεία μορφή φάνηκε στο άνοιγμα. Δεν χρειάστηκε ν’ αναρωτηθώ ποια ήταν. Τον πλησίασε με απαλές κινήσεις. Χορευτικές. Κάθισε δίπλα του. Τον άρχισε στα χάδια. Μετά στα φιλήματα. Καμία αντίσταση από μέρους του. Ούτε όμως και ανταπόκριση. Αυτή έπαιρνε όλες τις πρωτοβουλίες. Όταν άρχισαν να μπερδεύονται οι φιγούρες τους τα παράτησα. «Ανώμαλη σκύλα…». Ξέρασα κι έφυγα εκνευρισμένος γδέρνοντας τα χέρια μου στ’ αγκάθια.

     «Έχεις πολλούς φίλους;», «Μπαα!... κανένα», «Γιατί; Οι φίλοι είναι απαραίτητοι… Εμένα θέλω να με θεωρείς φίλο σου», «Εντάξει…», «Εγώ πάντως σε θεωρώ», «Ναι;» Δεν το πίστευε. «Πως λένε την κοπέλα σου;». Σιωπή. «Μαρία;». Σιωπή. «Ειρήνη!». Σιωπή. «Άντε πες….». Τίποτα. «Αντωνία τη…». «Δεν έχω….». Θλίψη στάζανε το λόγια του. Ανείπωτη. «Θες να σου συστήσω μια γκόμενα;». Μαδούσε αμήχανα ένα κλαδάκι καστανιάς. Δεν απαντούσε.  «Θες;», «Δεν ξέρω..», «Λοιπόν κοίτα τι θα….», ««Δεν… δεν… μ’ αρέσει αυτή η συζήτηση» μ’ έκοψε απότομα. Κατηφόρισε συννεφιασμένος την πλαγιά.
     Συναντιόμασταν μονάχα στο λόφο. Πέμπτες που η μητέρα του έλειπε από το σπίτι. «Έεεχει business» έλεγε. Με παρατούσε εύκολα. Ριψάσπιδας. Όταν πανικοβάλλονταν με τις ερωτήσεις ή τις  συμβουλές μου. Παρά τις τόσες φορές που είχαμε βρεθεί, εξακολουθούσε να παραμένει στρείδι. Προσπαθούσα ν’ ανοίγω συζητήσεις περί παντός επιστητού. Συμμετείχε ανόρεκτα συνήθως.

     «Ξέρεις… τα, τα λέω όλα στη μαμά μου…». Κεραυνός εν αιθρία. «Ποια δηλαδή;», «Να, για τις βόλτες…. Γιααα…. γι αυτά που συζητάμε…. Για την κοπέλα…  που θες να μου γνωρίσεις…», «Ναι;  Και τι λέει;». Ησυχία. «Πες μου!», «Να….. Μπαίνεις….. μπαίνεις λέει ανάμεσα ..», «Ανάμεσα;», «Ανάμεσα μας και προσπαθείς να…», «Προσπαθώ τι;», «Προσπαθείς να… να  μας χωρίσεις… να γίνουμε εχθροί». «Το πιστεύεις αυτό;». Καμιά απάντηση. «Σε ρωτάω, το πιστεύεις αυτό;», «Δεν, δεν  θα ξανάρθω εδώ… », «Γιατί;». Γύρισε την πλάτη, έτοιμος να φύγει. «Ε, σταμάτα!». Τίποτα. Δεν άντεξα. Έχεσα ψυχολογίες, παιδαγωγικές και ευγένειες. «Η μαμάκα σου… η μαμάκα σου…. Σου έχει ρουφήξει τη ψυχή η Μέδουσα αγοράκι μου!  Παιγνιδάκι ερωτικό είσαι στα χέρια της. Να τι είσαι… Σε καβαλικεύει όποτε έχει κάψες σα να ήσουνα ο πατέρας σου… Παράτα την, την καριόλα. Σε καταστρέφει, δεν το βλέπεις; Όπως κατέστρεψε κι εμένα η δικιά μου». Τα λόγια μου τον τύλιξαν σαν συρματόπλεγμα και τον ακινητοποίησαν. Το μετάνιωσα αμέσως. Σιχτίρισα τον εαυτό μου. Χάθηκε χωρίς να ξεστομίσει λέξη.
     Πέρασε μήνας, ήμουν αδειούχος κι έτσι είχα άφθονο χρόνο άχρηστο στη διάθεσή μου. Τέτοιος μονήρης και μονόχνοτος είμαι! Έκανα ποδηλασία καθημερινά. Για αλλού ξεκινούσα και στην περιοχή τους κατέληγα. Το τζιπ ήταν μονίμως παρκαρισμένο στην αυλή ακόμα και τις Πέμπτες. Αγωνιούσα για τον Πετρή. Δεν τους έβλεπα ούτε στην αγορά.  
     Μια άλλη Πέμπτη απόγευμα στάθηκα τυχερός. Το αμάξι έλειπε. «Ευκαιρία για δράση» Χτύπησα και περίμενα. Στην πόρτα πρόβαλε αγέρωχη η αναθεματισμένη. Λες και με περίμενε. «Συγνώμη λάθος» πισωγύρισα. «Ξέρω ποιος είστε… Ο Πέτρος, μου έχει μιλήσει για σας πολλές φορές…». Κοντοστάθηκα. «Τι κάνει; Τον έχω χάσει». «Νομίζω πως σας είπε πως δεν θέλει άλλες παρτίδες μαζί σας…», «Μπορώ να τον δω;», «Γιατί επιμένετε ν’ ασχολείστε μαζί μας κύριε; Φύγετε πριν φωνάξω την αστυνομία». Τα πήρα. «Ωραία! Κι εγώ ένα κοινωνικό λειτουργό. Σας είναι πιο απαραίτητος νομίζω». Κουνούσα το χέρι απειλητικά. Κοίταξε τα σκαλιά σαν να τα μέτραγε. Μετά με προσκάλεσε μέσα μ’ ένα ελαφρύ νεύμα. Βούλιαξα στην πολυθρόνα ενός καλαίσθητου σαλονιού. Μια αλαβάστρινη σκάλα οδήγαγε στα πάνω δωμάτια. Τα κολασμένα… Κάθισε απέναντί μου και με ακτινογραφούσε. «Πως προέκυψε αυτό το ενδιαφέρον για τον Πετρή;» ρώτησε ψυχρά. «Προέκυψε», «Είστε ομοφυλόφιλος κύριε; Γκέι;». «Ωπ!» Αιφνιδιάστηκα. «Δείχνω για τέτοιος;» σάρκασα.  Σήκωσε τους ώμους. «Σεις ξέρετε. Αυτό το πράγμα δεν φαίνεται με την πρώτη», «Δεν λέμε καλύτερα για την ψυχική υγεία του γιου σας;». Κατσούφιασε. «Είσαστε γιατρός;», «Δεν χρειάζεται να είναι κανείς γιατρός για να διαπιστώσει πως η συμπεριφορά σας απέναντι του…», «Δεν την εγκρίνετε;» «Πνίγεται κυρία μου, δεν το βλέπετε; Αφήστε τον ανασάνει. Κάντε παραπέρα.  Δώστε του πρωτοβουλίες. Ν’ αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Μεγάλωσε πια. Κάποιοι της ηλικία του έχουν δικά τους παιδιά. Κι εκείνος ούτε μια κοπελίτσα. Ούτε καν φίλους...». Με δολοφονούσε με το βλέμμα της. «Έχετε οικογένεια;» πέταξε ειρωνικά. «Όχι!», «Ούτε παιδιά βέβαια», «Ούτε!», «Χα!..  ωραίος δάσκαλος…», «Αν είναι να τα παρενοχλώ σεξουαλικά, ας μη αποχτήσω ποτέ..».Το ξεστόμισα! Η περιποιημένη της μούρη παραμορφώθηκε. Πετάχτηκε σαν ελατήριο. «Τι προσβολή μες στο ίδιο μου το σπίτι! Έξω, έξω! Αναιδέστατε! » ούρλιαζε. Δεν έδινα σημασία στις στριγκλιές της. «Το αρνιέστε αυτό;». Έπεσε ξεψυχισμένη στην πολυθρόνα. Τα καλοχτενισμένα της μαλλιά σκέπασαν το πρόσωπο της. Την άκουγα να βαριανασαίνει. Ένοιωσα αμηχανία. «Τέτοια λοιπόν συζητάγατε με το γιο μου;» ρώτησε με σπασμένη φωνή, σηκώνοντας το κεφάλι. Είχε δακρύσει. Παραδόξως φαινόταν ανημέρωτη γι αυτά που φώναξα στον Πέτρο στην τελευταία συνάντηση μας. «Κι εσείς τον πιστέψατε..» κλαψούρισε. «Δεν έχω λόγο να μην πιστεύω τα ίδια μου τα μάτια», «Τι πράγμα;», «Τίποτα. Εσύ κι ο γιος σου χρειάζεστε τη βοήθεια ειδικού. Επειγόντως. Τον καταστρέφεις με τα ίδια σου τα χέρια.. Ηθελημένα ή αθέλητα». Ήταν αλλού. «Θεέ μου τι ξεπεσμός!» ψέλλιζε. «Πόσοι το ξέρουν αυτό; Με πόσους άλλους παρέα με έχετε πετάξει στα Τάρταρα;». Θύμιζε λαβωμένη λέαινα.  «Το πρόβλημά σου είναι να μη λερωθεί η υπόληψή σου τη στιγμή που μόνη σου τη βυθίζεις στο βούρκο;…», «Δεν απάντησες…»,
« Ξέρω να κρατώ μυστικά κυρία μου. Τουλάχιστον για την ώρα. Για το καλό του Πετρή. Αλλιώς…. τ’ άπλυτα σου θα είχαν βγει ήδη στα κανάλια», «Κάτι είναι κι αυτό» μουρμούρισε ανακουφισμένη. «Τι εαυτούλης είναι αυτή!» σκέφτηκα. Περπατούσε νευρικά πάνω, κάτω αμίλητη. Σε λίγο ρώτησε «Δηλαδή τώρα… δεν ξέρει κανένας πως είσαστε εδώ;» «Χαλαρώστε λίγο.. Δρω μόνος μου μαντάμ» πέταξα με ύφος. Ξεφύσησε. «Όκευ. Κάνω καφέ και τα λέμε… Όλα»
     Χάθηκε στο βάθος. Αναρωτιόμουν που να είναι ο Πετρής τώρα… Αν με βλέπει… αν ακούει ό, τι λέμε… Κοίταζα ολόγυρα μήπως τον εντοπίσω πουθενά. Το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία στο τραπεζάκι. Έσκυψα και την παρατηρούσα. Το αγόρι σίγουρα ήταν ο Πετρής. Το κορίτσι μου θύμιζε αόριστα…. Ποια; Ήταν αγκαλιασμένοι και χαμογελούσαν πλατιά. «Δεν είναι αυτός που νομίζεις» είπε πάνω απ’ το κεφάλι μου. Κρατούσε ένα δίσκο με φλιτζάνια, καφέ γαλλικό και κουλουράκια. «Ορίστε;», «Είμαι εγώ κι ο πατέρας του Πετρή». Έμεινα εμβρόντητος. Μια ομοιότητα σκέτη κατάρα… Κάθισε. «Του άρεσε η υπερβολική ταχύτητα. Υπερβολικά. Κι έφαγε το κεφάλι του…». Σέρβιρε τον καφέ. Αμέσως ρούφηξε μια γουλιά. Την ακολούθησα. «Σας αρέσει;» ρώτησε με προσποιητό ενδιαφέρον. «Καλός είναι». Ομολογουμένως μοσχοβολούσε. Χαμογέλασε βεβιασμένα. Άναψε τσιγάρο. «Θέλετε;», «Όχι, ευχαριστώ». Έστειλε τον καπνό στο ταβάνι με χάρη.  
«Ήταν ο έρωτας της ζωής μου…. Η μέρα που γέννησα, τρεις μήνες μετά το θάνατό του, ήταν η πιο ευτυχισμένη και δυστυχισμένη μου μέρα. Κρατούσα τον Πετρή γυμνούλη στην αγκαλιά μου κι έκλαιγα απαρηγόρητα…». Ήπιε λίγο καφέ ακόμα. Το ίδιο κι εγώ. Χτύπησε το κινητό της. Ζήτησε συγνώμη κι  απομακρύνθηκε. Μιλούσε κάνα τρίλεπτο σιγανά. Άδειασα το φλιτζάνι μου και χλαπάκιασα ένα κουλουράκι.
«Όταν σκοτώθηκαν κι οι γονείς μου, δυο χρόνια μετά τη γέννα, αφοσιώθηκα ολοκληρωτικά στο γιο μου. Ο κόσμος βούλιαξε γύρω μας. Μόνο οι δυο μας επιπλέαμε….». Ξαφνικά τα λόγια της έφταναν στ’ αυτιά μου, λες κι έρχονταν από πηγάδι… Αντηχούσαν… «Τι έλεγε;…». Δεν καταλάβαινα. Τα βλέφαρα μου βάρυναν…. Μια ζαλάδα …
     Ξύπνησα σ’ ένα μέρος σκοτεινό. Προφανώς αποθήκη. Ήμουν δεμένος χειροπόδαρα σφιχτά μ’ ένα σχοινί. Πονούσα παντού. Φώναξα δυνατά μήπως μ’ ακούσει κανείς. Κάποια στιγμή φωτίστηκε ο χώρος κι ήρθε και στάθηκε μπροστά μου εκείνη. Με κοιτούσε παγερά. «Ποιος διάβολος σ’ έβαλε να ανακατευτείς μου λες;», «Λύσε, λύσε με είπα!». Την περιέλουσα μ’ ένα κάρο βρισιές. Με πλησίασε και με χαστούκισε. Έπειτα με φίμωσε μ’ ένα μαντήλι κι έφυγε.
     Τις μέρες που έμεινα εκεί μέσα τον πέρασα ναρκωμένος. Ο ύπνος μου ήταν ξερός, χωρίς όνειρα ή εφιάλτες. Κάτι έριχνε στο φαί που μου έδινε και με κρατούσε σε καταστολή. Καμία αντίσταση από μέρους μου. Την πείνα δεν την αντέχω καθόλου. Φόραγε γάντια και μάσκα χειρουργική. Η βρώμα από το κάτουρο και τον ιδρώτα ήταν ανυπόφορη. Ήμουν ένας αιχμάλωτος που δεν ήξερε πώς να τον μεταχειριστεί, τι να τον κάνει. «Λύσε με να σε σκοτώσω» παρακάλαγα υποτονικά. «Σκάσε μαλάκα!» φώναζε νευριασμένη.

      Όταν άνοιξε για πολλοστή φορά η πόρτα δεν φανταζόμουνα τι θα επακολουθούσε. Είδα τον Πετρή να έρχεται κατά πάνω μου τρεκλίζοντας. Το κουζινομάχαιρο που κρατούσε έσταζε ένα κόκκινο πηχτό υγρό. Τα ρούχα του ήταν γεμάτα πιτσιλιές κόκκινες. Η όψη του αγνώριστη. Παραμορφωμένη. Ζόμπι που δίψαγε για αίμα. Ο φόβος μ’ έκανε να μουγκαθώ, να παγώσω…
      Καθώς μ’ ελευθέρωνε από τα δεσμά μου,  επαναλάμβανε μονότονα. «Την έσφαξα, λευτερώθηκα… Την έσφαξα, λευτερώθηκα… Την έσφαξα…»  
  


 

  Δημήτρης Κουτάντος:


                                 Μαζεύανε οι αγρότες τη σταφίδα
                                 φθινόπωρο γλυκό ήταν του Σεπτέμβρη
                                 μια μαία και μια μάνα πρωτοείδα
                                 κι άκουσα την ευχή «κακό μη σ’ εύρει».
                                 Σαλπάραμε για Ηράκλειο στη τύχη  
                                 εγώ και του χωριού μου η νεολαία
                                 σφιχτά μας αγκαλιάσανε τα τείχη
                                 και ζήση μας ψιθύρισαν ωραία.
                                 Μεγάλωνα αλλάζοντας σαν δέρμα
                                 παρέες και δουλειές και χάλια σπίτια
                                 και μόνο της λογοτεχνίας το ψέμα
                                 παρέμενε ακλόνητο στα στήθια.
                                 Απόχτησα γυναίκα, δύο κόρες
                                 άγχος, γκρίζα μαλλιά κι υποχρεώσεις
                                 μια έμπνευση σε μέρες ψυχοφθόρες
                                 δειλά με επισκέφτεται σε δόσεις.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας