Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Η Χαρά

Δώρα Κοροβέση

 

 

 

 

Μαμά το ξέρεις ότι για πάρα πολύ καιρό, μέχρι ας πούμε τις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού, νόμιζα πως ο κύριος Θανάσης και ο κύριος Περικλής ήταν ξαδέρφια;

             Παιδάκι ήσουν, εντάξει.

Ναι αλλά πραγματικά, το διανοείσαι; Θυμάμαι και στην παλιά τους εξώπορτα, που ήταν μια μαύρη βαριά σιδερένια, είχαν ακριβώς πάνω από την κλειδαριά ένα ταμπελάκι με τα ονόματά τους και τη διεύθυνση του βιβλιοπωλείου που είχαν στην Αθήνα, και θυμάμαι πως μόλις έμαθα να διαβάζω πρόσεξα πως τα επίθετά τους ήταν διαφορετικά. Τότε νομίζω κατάλαβα πως δεν ήταν αδέρφια αλλά ξαδέρφια.

 

            Κάθε φορά που περνάω από την Αγίου Γερασίμου, βλέπω αντικριστά τα δύο σπίτια που έμεναν, γιατί εδώ και μια δεκαετία είχαν ο καθένας το χώρο του. Δεν κατάλαβα ποτέ το γιατί, όπως δε σιγουρεύτηκα ποτέ για τίποτα σε αυτή την ιστορία, και μάλλον όλα αυτά τα χρόνια ζω με τις δικές μου εικασίες και συνειδητοποιήσεις επί του θέματος. Απλώς μια μέρα ο κύριος Περικλής ξενοίκιασε το απέναντι σπίτι και αποφάσισε να το κάνει όμορφο. Ήταν άλλωστε το στοιχείο του. Κάθε απόγευμα που παίζαμε με τον αδερφό μου στην αυλή και έπινε τον καφέ του με τους γονείς μου, μου έφτιαχνε τα μαλλιά κοτσίδα και μου έλεγε να κάθομαι στητή, με ίσια την πλάτη και, πάντα γλυκά και διακριτικά, να χάσω αυτά τα πέντε παραπανίσια κιλά. Στα γενέθλιά μας, όταν ακόμα κάναμε πάρτι στην αυλή, αναλάμβανε το ντεκόρ, έτσι πρώτη φορά πολύ μικρή έμαθα τί σημαίνει η λέξη. Μίλαγε πάντα με μια τραγουδιστή φωνή, αλλά όχι τόσο τραγουδιστή ώστε να καταλάβω κάτι. Ο κύριος Θανάσης από την άλλη ήταν πιο σοβαρός, μάλλον επειδή ήταν πιο μεγάλος. Πήγαινα πολλά απογεύματα και καθόμουν μαζί του όταν έμπαινε το φθινόπωρο και δεν είχαμε τόσο κόσμο στη γειτονιά, οι δυο τους ήταν από τους λίγους που σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο, ακόμα και το χειμώνα, έμεναν στο εξοχικό τους. Μου έδειχνε τα βιτρό που έφτιαχνε και το βιβλίο για βιτρό που του είχε στείλει η κόρη του από την Αμερική (κάπως έτσι μπερδευόμουν ακόμα πιο πολύ) και ήταν στα αγγλικά τα οποία δεν ήξερε και πολύ καλά αλλά μόλις τα έμαθα εγώ καλά κατάλαβα πως αυτό το ξέρω λίγα για μια γλώσσα σήμαινε δεν ξέρω καθόλου, και ότι κοίταζε απλώς τις εικόνες. Κάθε φορά που πέταγα κάτι που τον εντυπωσίαζε μου έλεγε θέλω να έρθω μια μέρα να δω τους δασκάλους σου. Μόλις θυμήθηκα αυτή τη φράση κατάλαβα ότι ο κύριος Θανάσης και ο κύριος Περικλής είναι οι μόνοι άνθρωποι από τη γειτονιά που μεγάλωσα τους οποίους θα ανέφερα ποτέ σε κάποιο γραπτό μου.

            Τον κύριο Περικλή τον θυμάμαι να κυκλοφορεί, πιο συχνά από τον κύριο Θανάση, με το μπλε vintage - φυσικά πριν δυο τρία χρόνια κατάλαβα ότι ήταν vintage ποδήλατό του που πάντα αναρωτιόμουν γιατί δεν το αλλάζει αφού έχει λεφτά και πηγαίνει τόσα ταξίδια στο εξωτερικό και περνάνε με τον κύριο Θανάση ονειρεμένα όπως μας έλεγε, γιατί τότε φυσικά δεν είχα ιδέα από μόδα και νόμιζα πως καθετί παλιό είναι άσχημο και ότι αυτά τα σύγχρονα εκτρώματα είναι τα αισθητικώς αποδεκτά, ενώ τώρα ψάχνω οτιδήποτε παλιό, κουτιά από ολλανδικά τυριά, κορν φλέικς, γαλλικές μαρμελάδες και ζαχαρίτσες με βούλες από καφετέριες για να στολίσω το δωμάτιό μου, κυρίως όμως μου έκαναν εντύπωση οι καφέ σαγιονάρες του, που είχε σε 3-4 ζευγάρια, ίδιες, λαστιχένιες και πατημένες άλλες πολύ και άλλες πιο λίγο, όλες όμως πατημένες. Θυμάμαι πως ήταν πάντα το πρώτο πράγμα που πρόσεχα στον κύριο Περικλή κάθε φορά που τον έβλεπα, και του είχα ζητήσει να μου φέρει από την Αθήνα αλλά ποτέ δεν το θυμήθηκε, κι όταν ο μπαμπάς μου μού πήρε κάτι μωβ με τεράστια σόλα και ένα απαίσιο τριαντάφυλλο πάνω, προσπαθούσα να τις περπατήσω όσο πιο πολύ γινόταν για να γίνουν έτσι λεπτές και φαγωμένες σαν του κύριου Περικλή. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα ότι προσπαθούσα να μιμούμαι ό,τι παράξενο και ασήμαντο μου έκανε εντύπωση απ τους ανθρώπους, όπως για παράδειγμα τα χιλιοχρησιμοποιημένα, εντελώς φθαρμένα βιβλία του δάσκαλού μου στην Πέμπτη Δημοτικού, τον οποίο είχα ερωτευτεί κιόλας καθόμουν και έτριβα τα εξώφυλλα με μαχαίρι για να φαίνονται και τα δικά μου παλιά ή τα πολύ όμορφα γράμματα του καθηγητή των Γαλλικών μου - είχα αρχίσει να γράφω για ένα διάστημα σαν κι αυτόν, και ακόμα και τώρα τα γραπτά μου μού τον θυμίζουν κάπως.

            Ο κύριος Περικλής μερικές φορές είχε μια συμπεριφορά που μισούσα, όπως τη φαεινή ιδέα να πει στον μπαμπά μου να κλείσει το μικρό μου αδερφό, το Γιάννη, τιμωρία στην τουαλέτα για μια ζημιά που έκανε, και σε λίγες μέρες ανάμεσα στα κλάματα του Γιάννη και στις ανατριχιαστικά απαίσιες φωνές άκουσα την πόρτα του μπάνιου να κλέινει και το Γιάννη να ουρλιάζει πιο διαφορετικά από ποτέ. Ακόμα και ο μπαμπάς τρόμαξε και τον έβγαλε. Βέβαια και τότε δεν του το κράτησα για πολύ, επειδή ήξερα ότι η μόνη του εμπειρία από τιμωρίες παιδιών ήταν μάλλον αυτά που έκαναν σεκείνον όταν ήταν μικρός. Και ήξερα άλλωστε επίσης ότι δεν ήθελε ποτέ να κάνει παιδιά, ή τουλάχιστον αυτό έλεγε. Έτσι κι αλλιώς με είχε εντυπωσιάσει ένα απόγευμα που έπιναν πάλι καφέ και ήμουν ήδη μεγάλη και ο Γιάννης είχε αρχίσει να πετάει όλες τις κακές λέξεις που είχε τύχει να ακούσει, μόλις του φώναξαν με τον μπαμπά για κάποια αταξία που έκανε πάλι και νευρίασε του φώναξε πούστη!, ο μπαμπάς άλλαξε δέκα χρώματα και ο κύριος Περικλής άλλαξε αμέσως συζήτηση και είπε έλα έλα ηρέμησε Γιαννάκη, ενώ ήξερε ότι ο Γιάννης θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ακούσει κάποιον από τους μεγάλους της οικογένειας και της κάθε οικογένειας στη γειτονιά να τον αποκαλεί έτσι σε συζήτηση μέσα στο σπίτι, και παρόλα αυτά έκανε σαν να μη συμβαίνει τίποτα, και ξαναήρθε την επόμενη μέρα για καφέ. Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου είχαν πάντα έναν τρόπο να τον εμπιστεύονται, που στην πορεία με παραξένευε λίγο, αλλά τελικά είχαν δίκιο, όχι τόσο γιατί μια μέρα που με είχε πάρει αγκαλιά με το τσιγάρο στο χέρι μου είχε πει όποιος καπνίζει είναι χαζός, και του είπα κι εσείς χαζός είστε; μου απάντησε ναι, ούτε γιατί ήξερε να μας προτείνει όμορφα νησιά για διακοπές και περίεργα φαγητά και να προσπαθεί μαζί με όλους να πείσει το μεγάλο μου αδερφό ότι όσο μεταλλάς και να είσαι δεν είναι δυνατόν να φοράς αρβύλες Αύγουστο μήνα, αλλά γιατί παρόλο που ξέρανε, και εγώ και ο Γιάννης από πολύ μικρά πηγαίναμε μόνα μας στο σπίτι τους και δεν ανησύχησαν ούτε μια φορά. Θα το θυμόμουν, γιατί όταν είσαι μικρός και η μαμά ή ο μπαμπάς μιλήσουν αυστηρά με ένα παράξενο τρέμουλο, σχεδόν ανεπαίσθητο, στη φωνή, για να απαγορεύσουν με τον τρόπο τους κάτι παρόμοιο, νιώθεις κι εσύ παράξενα. Και ένοχα, γι αυτά που φοβάσαι ότι μπορεί να γίνουν, κι ας μην ξέρεις ότι θα γίνουν.

Για κάποιο λόγο λοιπόν τα τελευταία χρόνια έχω αρχίσει να πιστεύω πως ο κύριος Θανάσης και ο κύριος Περικλής είναι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι του κόσμου, ή τουλάχιστον από τους πιο γεμάτους ανθρώπους που ξέρω. Και δε λέω πως είναι σταλήθεια τόσο ευτυχισμένοι, αυτό δεν μπορείς να το πεις ποτέ, έτσι δεν είναι; Θυμάμαι για παράδειγμα πριν κάποιους μήνες που πηγαίνοντας σινεμά πέρασα με τα πόδια από τη γωνία που ήταν τα δύο σπίτια και έπιασα την κουβέντα με τον κύριο Θανάση, ο οποίος πότιζε κάτι υπέροχα λουλούδια που δεν θυμάμαι πώς λέγονται ποτέ δεν ήξερα και πολλά πράγματα για τη φύση, και γι αυτό αναρωτιέμαι τώρα τί ελεγα μικρή και ενθουσιαζόταν τόσο μαζί μου τού είπα τι ώραίο που ασχολείστε με αυτά τα πράγματα, είναι ωραίο να ασχολείσαι κάθε τόσο και με κάτι νέο επειδή πραγματικά τον θαύμαζα γι αυτό και για μένα αυτό ήταν το μυστικό της καλής ζωής σε όλες τις ηλικίες, και μου είπε ε ασχολούμαστε γιατί σιγά σιγά παίρνουμε την κάτω βόλτα και στεναχωρήθηκα που ένας τέτοιος άνθρωπος, που είχε βρει το μυστικό, έκανε τέτοιες σκέψεις. Αλλά λογικό είναι ο καθένας να κάνει τέτοιες σκέψεις, μιλάω κι εγώ που έχω βγάλει τα πορίσματά μου για τις ηλικίες από τα εικοσιτρία μου χρόνια βέβαια ούσα γυναίκα δικαιολογούμαι λίγο. Πιο πολύ όμως με παραξένεψε λίγους μήνες αργότερα, όταν κατεβήκαμε μαζί από το λεωφορείο, γιατί ο κύριος Θανάσης και ο κύριος Περικλής πάντα κυκλοφορούσαν με ένα μεγάλο ασημί αυτοκίνητο όλα τα αυτοκίνητα που είχαν αλλάξει ήταν ασημί και ναι μεν ήταν κάπως μεγάλοι αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλοι ήταν μέχρι που είδα τον κύριο Θανάση, εκείνη τη στιγμή, να κατεβαίνει από το λεωφορείο. Περπατήσαμε μαζί ως το σπίτι μου και μιλούσαμε για το εξωτερικό, για τη φίλη μου την Ειρήνη που έζησε έξι μήνες στη Βιέννη και με έκανε να σκεφτώ πολλά πράγματα για το μέλλον εκτός της Ελλάδας, καληνυχτιστήκαμε πολύ ζεστά και, αν και λίγο πιο γερασμένος από όσο τον θυμόμουν, όλα ήταν ακόμη μια χαρά.

            Και για να πω την αλήθεια, όλα είναι ακόμη και τώρα μια χαρά, παρόλο που λίγες μέρες μετά από εκείνη την τυχαία συνάντησή μας έμαθα ότι ο κύριος Περικλής ήταν δυόμισι μήνες στο νοσοκομείο με καρκίνο στον πνεύμονα, και παρόλο που δυο βδομάδες αργότερα έμαθα ότι πέθανε. Και έτσι σιγά σιγά, μπορώ να πω και σήμερα το μεσημέρι ακόμα, που περνούσα απέξω από τα σπίτια τους μετά την προπόνησή μου και κοίταζα το σπίτι του κύριου Περικλή στην αρχή, για ένα σημάδι ότι ζει κάποιος εκεί, και του κύριου Θανάση στη συνέχεια, νιώθοντας πως είναι πολύ πιθανό να είναι μέσα και να σκέφτεται μη μπορώντας να μας βγάλει πια ωραίες ασπρόμαυρες φωτογραφίες με την μεγάλη φωτογραφική του μηχανή με φιλμ ούτε να φτιάξει βιτρό ούτε να ζωγραφίσει κάποιον πίνακα ούτε να σκουπίσει το πιο όμορφο πάτωμα με πλακάκια που έχω δει στη ζωή μου σίγουρα επιλογή του κύριου Περικλή ή ότι μπορεί και να είναι μέσα κάνοντας ακριβώς όλα αυτά τα πράγματα στα οποία προπονούνταν καιρό για να περνάει δημιουργικά τις ώρες του,  άρχισα να συνειδητοποιώ πώς πραγματικά μπορεί να γεράσει ένας άνθρωπος, αλλά και τότε σταλήθεια ένιωσα στο πετσί μου ότι ο κύριος Θανάσης και ο κύριος Περικλής δεν ήταν ξαδέρφια. Και πάλι όμως, όπως τόσο δημοσιογραφικά (ή λογοτεχνικά) το σκέφτηκα και το είπα όταν έμαθα για το τέλος του κύριου Περικλή, ήταν οι πιο ευτυχισμένοι, ή για να μην λέω μεγάλα λόγια γιατί θα με πουν πολύ μικρή για να μιλάω για τους γερούς δεσμούς της ζωής έτσι, οι πιο χαρούμενοι άνθρωποι που είχα παρατηρήσει ποτέ μου. Οι πιο γεμάτοι, και γιαυτό ο κύριος Περικλής ακόμα χαμογελάει στο μυαλό μου, ένας άνθρωπος που έζησε, που δεν είπε ποτέ ψέματα, ένας άνθρωπος που τα είχε όλα. Και ο κύριος Θανάσης αυτό κάνει στα μάτια μου ακόμα, στα ώριμά μου μάτια εντυπωσιάζεται ακόμα με τις ερωτήσεις και τις αναλαμπές ενός μικρού κοριτσιού που τον κοιτάζει να κολλάει χρωματιστά γυαλάκια μεταξύ τους. Και εγώ γι αυτό το λόγο, παρά τα ένα εκατομμύριο διακόσιες πενήντα χιλιάδες εκατόν ενενήντα εννιά λόγια που έχω μέσα μου να γράψω για οικογένειες αλλά φοβόμουν ότι θα με πουν πολύ μικρή,  ξεκίνησα να γράφω μια ιστορία που ήθελα να έχει τίτλο Η Χαρά.

   


 

  

Δώρα Κοροβέση:

Η Δώρα Κοροβέση γεννήθηκε το 1988 και σπουδάζει κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

Αρθρογραφεί στα περιοδικά ΠΟΠ+ΡΟΚ, Καλειδοσκόπιο, Εδώ Πανεπιστήμιο, εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στη θεατρική παράσταση Η Εξίσωση Boltzmann της ομάδας Νετρόνιο και διατηρεί ένα blog (http://mrmrsbitch.blogspot.com/) με λογοτεχνικά κείμενα. 

Ποιήματα, διηγήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Καλειδοσκόπιο, Ποιείν, Poema, Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας, Μητροπολιτικές Ιστορίες, WeAreNow.     

 
copyright 2009-2012, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας