Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Τα κατά Αιγαίον πάθη

Μυθιστόρημα

Κώστας Αρκουδέας

 

 

 

 

Τον περασμένο χειμώνα μάζευα λεφτά με σκοπό να πραγματοποιήσω μια παλιά μου υπόσχεση: να περάσω τέσσερις μήνες στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά, να χαρώ ένα ολόκληρο καλοκαίρι στην αγκαλιά της θάλασσας. Δούλευα τότε σ ένα βενζινάδικο της Αχαρνών, με τα δάχτυλα ξυλιασμένα απ το κρύο να ανέχομαι τις ιδιοτροπίες των πελατών. Η μυρωδιά της βενζίνης είχε ποτίσει το δέρμα μου. Δεν έφευγε όσο κι αν τριβόμουν` πίστευα ότι δε θα έφευγε ποτέ. Καθημερινά φούντωνε μέσα μου η επιθυμία να βουτήξω σε καθαρό νερό, να βγάλω τη βρωμιά από πάνω μου. Όταν πιάσανε οι πρώτες ζέστες, είχα καταφέρει να μαζέψω όλα τα απαιτούμενα. Τίποτα δε με κρατούσε στην πόλη. Την τελευταία μέρα στο βενζινάδικο ήρθε ένας τύπος με φάτσα κομπιναδόρου. Πάρκαρε την καλογυαλισμένη του Τζάγκουαρ μπρος στις αντλίες και μου έδωσε τα κλειδιά του ρεζερβουάρ με ύφος μπλαζέ. Κάθε φορά ήθελα να του πω βγες έξω, ρε, κι άνοιξε μόνος σου. Κάθε φορά ήμουν υποχρεωμένος να ανοίγω εγώ το ρεζερβουάρ και το καταραμένο δεν άνοιγε, κάπου μάγκωνε, μου έβγαζε την πίστη. Πήρα τη μάνικα, την έχωσα στο ανοιχτό παράθυρο και την άδειασα πάνω του. Ας πήγαινε κι αυτός μια φορά σπίτι του μυρίζοντας βενζίνη από την κορυφή ως τα νύχια. 

Ένα πεντακοσάρικο, του είπα βάζοντας τη μάνικα στη θέση της.

Άναψα μάλιστα τσιγάρο και τον κοίταζα παγερά, έτοιμος να το πετάξω μέσα. Ο τύπος φρύαξε. Βγήκε από την Τζάγκουαρ και πήγε στάζοντας να διαμαρτυρηθεί στον ιδιοκτήτη του πρατηρίου. Με απέλυσε, φυσικά. Η καριέρα μου σαν βενζινοπώλης πήγε στο βρόντο. 

Την επόμενη μέρα μάζεψα τα μπογαλάκια μου, φορτώθηκα το σακίδιό μου αυτό που είχα αγοράσει από λαθρομετανάστες στην Ομόνοια και κατέβηκα στον Πειραιά. Πήρα το πρώτο καράβι για τις Κυκλάδες. Πιο πολύ αγαπούσα το Αιγαίο με τις χτυπητές αντιθέσεις και ακόμα περισσότερο τις Κυκλάδες με τα ξερονήσια. Έγινα κι εγώ νομάς του Αιγαίου, κάποιος από εκείνους που διαπλέουν τα νησιά μ ένα σακίδιο στην πλάτη και το κρεβάτι τους, τον υπνόσακό τους, έτοιμο να στρωθεί ανά πάσα στιγμή στο σανιδένιο κατάστρωμα ενός πλοίου ή στη μαλακή άμμο μιας παραλίας. Το σώμα μου μαύρισε, έγινε σφριγηλό. Το μυαλό μου ξεκαθάρισε από τη σαβούρα των πόλεων. Στην αρχή δυσκολεύτηκα, αλλά συν τω χρόνω ανέπτυξα οικειότητα με το νερό, την πολυπόθητη υδροβιότητα. Κοίταζα με τις ώρες τους καθεδρικούς ναούς και τις γοτθικές πόλεις του νερού, με στίφη ψαριών να περνούν ατάραχα από δίπλα μου. Μες στο νερό έχανα την αίσθηση του χρόνου, επέπλεα στο κενό.

Δε θα αναφέρω πολλά γι αυτό το διάστημα. Ωστόσο, έχω φυλάξει ευλαβικά μέσα μου τις πιο όμορφες στιγμές του. Τη γιορτή με τα βιολιά στον Φοίνικα, τα χρωματιστά βότσαλα στο Παλαιοχώρι, τον καφέ με τις φουσκάλες στη βεράντα του Κάστρου. Ακόμα, το ξαπλωτό φεγγάρι πάνω απ τον ανεμόμυλο, με τη μουσική του La Luna να δονεί τη νύχτα, ή τη συστάδα με τα αρμυρίκια στην παραλία της Μαρίας, που μου χρησίμεψε για καταφύγιο στην αμμοθύελλα. Πέρασα αξέχαστα στη μενεξεδένια πανσιόν του Φράνκι κοιτώντας με τις ώρες την κίνηση στο λιμάνι της Ίου. Θα ήταν κρίμα κι άδικο να μην αναφέρω το μπαράκι με τις τσικουδιές στην Πούντα, το μονοπάτι στις κορυφογραμμές του Κρίκελου και τα θεόρατα κύματα στον Αρμενιστή.

Γύρω στα μέσα Ιουλίου, κόσμος και ντουνιάς όρμησε στα νησιά σαν λεφούσι από μύγες. Τουρίστες και πανηγυρτζήδες σ έναν άνευ προηγουμένου σαματά, που διαρκεί έναν περίπου μήνα. Μετά το Δεκαπενταύγουστο τα πράγματα ησυχάζουν κάπως, αλλά ο μήνας αυτός είναι σκέτο μαρτύριο. Ουρές στις ψαροταβέρνες, τις τουαλέτες και τις ντουζιέρες. Ουρές στα ψιλικατζίδικα, τα τσιγαράδικα και τα τηλέφωνα με μετρητή. Σήμανα υποχώρηση για τα νησιά της άγονης γραμμής. Ο Γιώργος Ρώμας, ένας σύγχρονος ασκητής, είπα μέσα μου. Σα δεν ντρέπεσαι, βρε, πού τα πουλάς αυτά; Εντούτοις, ένιωθα επιτακτική την ανάγκη να βρω κάποιο μέρος που δε θα το έφταναν οι μυρωδιές των αντηλιακών.

Δεν άργησα να το βρω.

Ταξίδεψα μέχρι τα Χανιά, κατόπιν στα Σφακιά, κι από εκεί πήρα το καραβάκι για τη Γαύδο. Η Γαύδος ήταν παλιά πειρατική φωλιά, χωμένη μες στο Λιβυκό Πέλαγος, στο νοτιότερο σημείο της Ελλάδας και στον παράλληλο νοτιότερα ακόμα κι απ το Μαρόκο. Στην παραλία του Σαρακήνικου υπήρχαν τρεις τέσσερις ταβερνούλες και κάποιος κόσμος, αλλά δεν έμεινα εκεί. Εφοδιάστηκα με ξηρά τροφή και νερό και πήγα παραπέρα, στην ακτή του Άι Γιάννη. Μόλις έφτασα, νόμισα πως είχα βγει στην Αφρική. Αμμόλοφοι, δάση με κέδρους, κορμοί ξεριζωμένοι απ τον αέρα να επιπλέουν στη θάλασσα. Στις καβάντζες κάτω από τους κέδρους ζούσαν σαν πρωτόπλαστοι διάφοροι αναχωρητές, ψαροντουφεκάδες ως επί το πλείστον, αλλά και φοιτητές της Καλών Τεχνών.

Εδώ, πέρασα ένα μήνα μακριά απ τον αναβρασμό. Τα μελτέμια μάς ράπιζαν με σκόνη και ψιλή άμμο. Όταν κόπαζαν, τα διαδέχονταν μακρές περίοδοι άπνοιας. Η ζέστη ήταν υποφερτή κάτω από τη σκιά των δέντρων, με τη συνοδεία της κρυμμένης μπάντας των τζιτζικιών. Οι πάντες συζητούσαν για την κατάντια του Σαρακήνικου, της διπλανής παραλίας, που μέσα σε λίγα χρόνια είχε μεταλλαχτεί. Σπίτια ξεφύτρωναν απ το πουθενά, με τις γεννήτριες του ηλεκτρικού να δουλεύουν νυχθημερόν κάνοντας εκνευριστικό θόρυβο. Τρακτέρ σκαρφάλωναν στους αμμόλοφους σαν ποντικοκούνελα, κουβαλώντας τα μπαγκάζια των τουριστών. Πλοιάρια κάθε είδους αποβίβαζαν παραθεριστές από την Παλαιοχώρα και τα Σφακιά, με αποτέλεσμα να γεμίζει ο τόπος πλαστικές ομπρέλες και καλογυμνασμένους τύπους που έπαιζαν ρακέτες. Ήδη οι λιγοστοί κάτοικοι της Γαύδου είχαν χωριστεί σε φατρίες κι έκαναν σχέδια για τα οφέλη της τουριστικής ανάπτυξης.

Αυτά ήταν ακόμα άγνωστα στον Άι Γιάννη` η απληστία και η ίντριγκα δεν είχαν φτάσει εδώ. Η κοινοβιακή κατάσταση συνεχιζόταν απρόσκοπτα. Καθένας είχε την καβάντζα του, το δέντρο του, που το είχε μετατρέψει σε λημέρι, με τζάντζαλα μάντζαλα να κρέμονται στα κλαδιά του. Φαναράκια άναβαν τη νύχτα δίνοντας όψη καταυλισμού σε δάσος. Κολυμπούσα όλη τη μέρα και τα βράδια μελετούσα με το φακό τα βιβλία που είχα προμηθευτεί σαν προνοητικός νέος. Όταν η μοναξιά γινόταν αβάσταχτη, είχα παρηγοριά τη σκέψη ότι στα άλλα μέρη, τις ώρες αυτές, ο κόσμος σφαζόταν για ένα τραπέζι δίπλα στο κύμα. Όσο για εδώ, ας ήταν καλά οι ψαροντουφεκάδες: έβγαζαν ψαριές με τη σέσουλα. Τις απογευματινές ώρες, αυτό το ιδιότυπο κοινόβιο ζούσε τις κοινωνικές του στιγμές. Μ ένα αίσθημα ευφορίας που πήγαζε απ τον κορεσμό της πείνας, μαζευόμασταν όλοι γύρω από τη φωτιά. Άλλος για να απολεπίσει τα ψάρια, άλλος για να τα ψήσει, άλλος για να φτιάξει σαλάτες και άλλος για να πάρει τη βάρκα και να φέρει κρασιά απ το Σαρακήνικο. Tα γλέντια που ακολουθούσαν κράταγαν ως το ξημέρωμα και δεν είχαν τίποτε να ζηλέψουν από τα πανηγύρια προς τιμήν του τοπικού αγίου. Στο δικό μας μέρος τον τιμούσαμε καθημερινά` κάθε μέρα του Άι Γιαννιού.

Μετά το Δεκαπενταύγουστο, σαν κάτι να άλλαξε. Έφυγαν τα παιδιά της Καλών Τεχνών, που με την ευρηματικότητα και το κέφι τους αποτελούσαν την ψυχή του κοινόβιου. Ο καιρός σαν να ψύχρανε κι εγώ έχασα τον αστράγαλό μου. Το πόδι μου πρήστηκε απ το τσίμπημα ενός μπάμπουρα, έγινε νταούλι. Μάταια έψαχνα να βρω τον αστράγαλό μου κάτω απ το πρήξιμο. Πότε είχε περάσει κιόλας ένας μήνας; Είχε κυλήσει σαν νεράκι. Είχα χάσει την ταυτότητά μου, την υπόστασή μου. Είχα μεταμορφωθεί κι εγώ σε μπάμπουρα, σε σκαθάρι που έτρεχε στην άμμο. Μοναδική συντροφιά είχα μια μαύρη ελαφρόπετρα από τη Σαντορίνη. Στην πορώδη επιφάνειά της η φύση είχε χαράξει τον ιστό μιας αράχνης που με πονηριά είχε παγιδέψει το θύμα της. Την είχα μαζί μου όπου κι αν πήγαινα. Τη κράταγα στην παλάμη μου και της μεταβίβαζα την ενέργειά μου. Καμιά φορά της μιλούσα έχοντας την εντύπωση πως με καταλάβαινε, πως δεχόταν ό,τι της έλεγα με βουβή συγκατάβαση. Τελικά ήμουν ανιμιστής, όφειλα να το παραδεχτώ. Αυτή η πετρούλα ήτανε σουβενίρ από τη Σαντορίνη, όταν την είχα πρωτοεπισκεφτεί. Θα ήταν και το πρώτο που θα της απέδιδα, όταν θα πήγαινα να την ξαναδώ.

Πότε; 

Είχα τρία χρόνια να πάω στη Σαντορίνη, στην Οία, ένα μικρό χωριό στη βόρεια πλευρά της. Όταν είδα τα άσπρα σπιτάκια χτισμένα πάνω στον γκρεμό, την ονόμασα Οι Κρεμαστοί Κήποι του Αιγαίου, ένα από τα εφτά θαύματα του σύγχρονου κόσμου. Τρία χρόνια, τρία ολόκληρα χρόνια μακριά από τους Κρεμαστούς Κήπους. Δεν έμεινα πολύ τότε, πέντε έξι μέρες όλες κι όλες, που όμως ήταν αρκετές για να αλλάξουν τη ζωή μου. Εκεί πάλεψα με τον παλιό μου εαυτό, εκεί αποποιήθηκα τον πετυχημένο μεσοαστό, εκεί αποφάσισα να κάνω μια νέα αρχή. Μέσα μου γκρεμίστηκαν όσα ήταν προορισμένα να γκρεμιστούν ώστε να δημιουργηθεί χώρος για να χτιστούν άλλα.

Μέχρι τότε, ο Γιώργος ο Pώμας είχε όλα όσα επιθυμούσε. Μια γυναίκα που τον αγαπούσε, ένα σπίτι ζεστό σαν φωλιά, μια δουλειά που γινόταν κάτω από ιδανικές συνθήκες. Ήταν βιβλιοθηκάριος στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης` πάντα ο Γιώργος Ρώμας ονειρευότανε τέτοια δουλειά. Ξεσκόνιζε τόμους σε ψηλά ράφια, ταξινομούσε, παραλάμβανε καινούργια βιβλία, και στα ενδιάμεσα χωνόταν σε σελίδες που τον ταξίδευαν. Κι όμως, μετά τις αποφάσεις που πήρε στην Οία, ο Γιώργος Pώμας γύρισε πίσω και τα τίναξε όλα στον αέρα. Άφησε το σπίτι του, έφυγε από τη δουλειά του, χώρισε τη γυναίκα του. Δεν ήταν άνθρωπος της εστίας. Δεν του ταίριαζε το βόλεμα και η επανάληψη. Η σταθερότητα τού προκαλούσε θλίψη. Του ταίριαζε η κίνηση, η εναλλαγή προσώπων και παραστάσεων, η έκπληξη της κάθε μέρας. 

Μιλούσα για τον παλιό Γιώργο Pώμα λες και ήταν κάποιος άλλος. Δεν είχα κι άδικο. Έκτοτε είχα βιώσει μια τριετία πολύ πιο λιτή από άποψη υλικών απολαβών, αλλά πολύ πιο ελκυστική στο σύνολό της. Η ζωή μου, που παλιότερα ήταν γεμάτη εκκρεμότητες, είχε απλοποιηθεί σε απίστευτο βαθμό. Ένιωθα πως είχα βρει τον αληθινό μου εαυτό. Μετά το δύσκολο χρόνο της προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα, είδα την ορθότητα των αλλαγών και δεν έπαψα να ευγνωμονώ την Οία που μου ενέπνευσε αυτή τη διάθεση. Όπου κι αν ήμουν, έκανα συγκρίσεις μαζί της. Στην Οία, τα τέσσερα στοιχεία βρίσκονταν στην πλέον απαστράπτουσα μορφή τους: το νερό με το απύθμενο βάθος, που λέγεται ότι έκρυβε τα ερείπια της μυθικής Ατλαντίδας. Η γη, μαύρη και πένθιμη σαν γριά χήρα, άλλες φορές επιδείκνυε τις πληγές της και άλλες τις κάλυπτε σαν ξεπεσμένη αριστοκράτισσα. Όσο για τη φωτιά που φυλασσόταν στα σπλάχνα του ηφαιστείου, αυτή λαμπάδιαζε τις ανθρώπινες καρδιές. Και τέλος υπήρχε ο αέρας, με τον οποίο είχα αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση` του μίλαγα και προσπαθούσα να κατευνάσω την οργή του. 

Ξαφνικά, μου φάνηκε πως η Γαύδος δε διέθετε τίποτε απρόσμενο, τίποτε ανατρεπτικό. Είχε ωριμάσει ο καιρός για την επιστροφή μου στην Οία. Την επόμενη κιόλας μέρα βρισκόμουν στο καραβάκι που με αποβίβασε στην Παλαιοχώρα. Από εκεί πήρα το λεωφορείο για τα Χανιά και στη συνέχεια το λεωφορείο για το λιμάνι του Ηρακλείου.

Πήρα το πλοίο για τη Σαντορίνη.

Στη διαδρομή μάς βρήκε φουρτούνα. Το καράβι άρχισε να τρίζει και να αναστενάζει. Η καρδιά μου χτυπούσε ακανόνιστα. Δεν ήταν από τη θαλασσοταραχή, όχι, ήταν ένα αίσθημα πιο σύνθετο, ανάμεσα στην αγωνία και την εγκατάλειψη σε όσα φέρνει ο χρόνος. Είχα τυλιχτεί με τον υπνόσακό μου στο κατάστρωμα και περίμενα να δω τη Σαντορίνη να ξεπροβάλλει μέσα από τα κύματα.

Επέστρεφα εκεί απ όπου είχα ξεκινήσει.

Τον περασμένο χειμώνα μάζευα λεφτά με σκοπό να πραγματοποιήσω μια παλιά μου υπόσχεση: να περάσω τέσσερις μήνες στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά, να χαρώ ένα ολόκληρο καλοκαίρι στην αγκαλιά της θάλασσας. Δούλευα τότε σ ένα βενζινάδικο της Αχαρνών, με τα δάχτυλα ξυλιασμένα απ το κρύο να ανέχομαι τις ιδιοτροπίες των πελατών. Η μυρωδιά της βενζίνης είχε ποτίσει το δέρμα μου. Δεν έφευγε όσο κι αν τριβόμουν` πίστευα ότι δε θα έφευγε ποτέ. Καθημερινά φούντωνε μέσα μου η επιθυμία να βουτήξω σε καθαρό νερό, να βγάλω τη βρωμιά από πάνω μου. Όταν πιάσανε οι πρώτες ζέστες, είχα καταφέρει να μαζέψω όλα τα απαιτούμενα. Τίποτα δε με κρατούσε στην πόλη. Την τελευταία μέρα στο βενζινάδικο ήρθε ένας τύπος με φάτσα κομπιναδόρου. Πάρκαρε την καλογυαλισμένη του Τζάγκουαρ μπρος στις αντλίες και μου έδωσε τα κλειδιά του ρεζερβουάρ με ύφος μπλαζέ. Κάθε φορά ήθελα να του πω βγες έξω, ρε, κι άνοιξε μόνος σου. Κάθε φορά ήμουν υποχρεωμένος να ανοίγω εγώ το ρεζερβουάρ και το καταραμένο δεν άνοιγε, κάπου μάγκωνε, μου έβγαζε την πίστη. Πήρα τη μάνικα, την έχωσα στο ανοιχτό παράθυρο και την άδειασα πάνω του. Ας πήγαινε κι αυτός μια φορά σπίτι του μυρίζοντας βενζίνη από την κορυφή ως τα νύχια. 

Ένα πεντακοσάρικο, του είπα βάζοντας τη μάνικα στη θέση της.

Άναψα μάλιστα τσιγάρο και τον κοίταζα παγερά, έτοιμος να το πετάξω μέσα. Ο τύπος φρύαξε. Βγήκε από την Τζάγκουαρ και πήγε στάζοντας να διαμαρτυρηθεί στον ιδιοκτήτη του πρατηρίου. Με απέλυσε, φυσικά. Η καριέρα μου σαν βενζινοπώλης πήγε στο βρόντο. 

Την επόμενη μέρα μάζεψα τα μπογαλάκια μου, φορτώθηκα το σακίδιό μου αυτό που είχα αγοράσει από λαθρομετανάστες στην Ομόνοια και κατέβηκα στον Πειραιά. Πήρα το πρώτο καράβι για τις Κυκλάδες. Πιο πολύ αγαπούσα το Αιγαίο με τις χτυπητές αντιθέσεις και ακόμα περισσότερο τις Κυκλάδες με τα ξερονήσια. Έγινα κι εγώ νομάς του Αιγαίου, κάποιος από εκείνους που διαπλέουν τα νησιά μ ένα σακίδιο στην πλάτη και το κρεβάτι τους, τον υπνόσακό τους, έτοιμο να στρωθεί ανά πάσα στιγμή στο σανιδένιο κατάστρωμα ενός πλοίου ή στη μαλακή άμμο μιας παραλίας. Το σώμα μου μαύρισε, έγινε σφριγηλό. Το μυαλό μου ξεκαθάρισε από τη σαβούρα των πόλεων. Στην αρχή δυσκολεύτηκα, αλλά συν τω χρόνω ανέπτυξα οικειότητα με το νερό, την πολυπόθητη υδροβιότητα. Κοίταζα με τις ώρες τους καθεδρικούς ναούς και τις γοτθικές πόλεις του νερού, με στίφη ψαριών να περνούν ατάραχα από δίπλα μου. Μες στο νερό έχανα την αίσθηση του χρόνου, επέπλεα στο κενό.

Δε θα αναφέρω πολλά γι αυτό το διάστημα. Ωστόσο, έχω φυλάξει ευλαβικά μέσα μου τις πιο όμορφες στιγμές του. Τη γιορτή με τα βιολιά στον Φοίνικα, τα χρωματιστά βότσαλα στο Παλαιοχώρι, τον καφέ με τις φουσκάλες στη βεράντα του Κάστρου. Ακόμα, το ξαπλωτό φεγγάρι πάνω απ τον ανεμόμυλο, με τη μουσική του La Luna να δονεί τη νύχτα, ή τη συστάδα με τα αρμυρίκια στην παραλία της Μαρίας, που μου χρησίμεψε για καταφύγιο στην αμμοθύελλα. Πέρασα αξέχαστα στη μενεξεδένια πανσιόν του Φράνκι κοιτώντας με τις ώρες την κίνηση στο λιμάνι της Ίου. Θα ήταν κρίμα κι άδικο να μην αναφέρω το μπαράκι με τις τσικουδιές στην Πούντα, το μονοπάτι στις κορυφογραμμές του Κρίκελου και τα θεόρατα κύματα στον Αρμενιστή.

Γύρω στα μέσα Ιουλίου, κόσμος και ντουνιάς όρμησε στα νησιά σαν λεφούσι από μύγες. Τουρίστες και πανηγυρτζήδες σ έναν άνευ προηγουμένου σαματά, που διαρκεί έναν περίπου μήνα. Μετά το Δεκαπενταύγουστο τα πράγματα ησυχάζουν κάπως, αλλά ο μήνας αυτός είναι σκέτο μαρτύριο. Ουρές στις ψαροταβέρνες, τις τουαλέτες και τις ντουζιέρες. Ουρές στα ψιλικατζίδικα, τα τσιγαράδικα και τα τηλέφωνα με μετρητή. Σήμανα υποχώρηση για τα νησιά της άγονης γραμμής. Ο Γιώργος Ρώμας, ένας σύγχρονος ασκητής, είπα μέσα μου. Σα δεν ντρέπεσαι, βρε, πού τα πουλάς αυτά; Εντούτοις, ένιωθα επιτακτική την ανάγκη να βρω κάποιο μέρος που δε θα το έφταναν οι μυρωδιές των αντηλιακών.

Δεν άργησα να το βρω.

Ταξίδεψα μέχρι τα Χανιά, κατόπιν στα Σφακιά, κι από εκεί πήρα το καραβάκι για τη Γαύδο. Η Γαύδος ήταν παλιά πειρατική φωλιά, χωμένη μες στο Λιβυκό Πέλαγος, στο νοτιότερο σημείο της Ελλάδας και στον παράλληλο νοτιότερα ακόμα κι απ το Μαρόκο. Στην παραλία του Σαρακήνικου υπήρχαν τρεις τέσσερις ταβερνούλες και κάποιος κόσμος, αλλά δεν έμεινα εκεί. Εφοδιάστηκα με ξηρά τροφή και νερό και πήγα παραπέρα, στην ακτή του Άι Γιάννη. Μόλις έφτασα, νόμισα πως είχα βγει στην Αφρική. Αμμόλοφοι, δάση με κέδρους, κορμοί ξεριζωμένοι απ τον αέρα να επιπλέουν στη θάλασσα. Στις καβάντζες κάτω από τους κέδρους ζούσαν σαν πρωτόπλαστοι διάφοροι αναχωρητές, ψαροντουφεκάδες ως επί το πλείστον, αλλά και φοιτητές της Καλών Τεχνών.

Εδώ, πέρασα ένα μήνα μακριά απ τον αναβρασμό. Τα μελτέμια μάς ράπιζαν με σκόνη και ψιλή άμμο. Όταν κόπαζαν, τα διαδέχονταν μακρές περίοδοι άπνοιας. Η ζέστη ήταν υποφερτή κάτω από τη σκιά των δέντρων, με τη συνοδεία της κρυμμένης μπάντας των τζιτζικιών. Οι πάντες συζητούσαν για την κατάντια του Σαρακήνικου, της διπλανής παραλίας, που μέσα σε λίγα χρόνια είχε μεταλλαχτεί. Σπίτια ξεφύτρωναν απ το πουθενά, με τις γεννήτριες του ηλεκτρικού να δουλεύουν νυχθημερόν κάνοντας εκνευριστικό θόρυβο. Τρακτέρ σκαρφάλωναν στους αμμόλοφους σαν ποντικοκούνελα, κουβαλώντας τα μπαγκάζια των τουριστών. Πλοιάρια κάθε είδους αποβίβαζαν παραθεριστές από την Παλαιοχώρα και τα Σφακιά, με αποτέλεσμα να γεμίζει ο τόπος πλαστικές ομπρέλες και καλογυμνασμένους τύπους που έπαιζαν ρακέτες. Ήδη οι λιγοστοί κάτοικοι της Γαύδου είχαν χωριστεί σε φατρίες κι έκαναν σχέδια για τα οφέλη της τουριστικής ανάπτυξης.

Αυτά ήταν ακόμα άγνωστα στον Άι Γιάννη` η απληστία και η ίντριγκα δεν είχαν φτάσει εδώ. Η κοινοβιακή κατάσταση συνεχιζόταν απρόσκοπτα. Καθένας είχε την καβάντζα του, το δέντρο του, που το είχε μετατρέψει σε λημέρι, με τζάντζαλα μάντζαλα να κρέμονται στα κλαδιά του. Φαναράκια άναβαν τη νύχτα δίνοντας όψη καταυλισμού σε δάσος. Κολυμπούσα όλη τη μέρα και τα βράδια μελετούσα με το φακό τα βιβλία που είχα προμηθευτεί σαν προνοητικός νέος. Όταν η μοναξιά γινόταν αβάσταχτη, είχα παρηγοριά τη σκέψη ότι στα άλλα μέρη, τις ώρες αυτές, ο κόσμος σφαζόταν για ένα τραπέζι δίπλα στο κύμα. Όσο για εδώ, ας ήταν καλά οι ψαροντουφεκάδες: έβγαζαν ψαριές με τη σέσουλα. Τις απογευματινές ώρες, αυτό το ιδιότυπο κοινόβιο ζούσε τις κοινωνικές του στιγμές. Μ ένα αίσθημα ευφορίας που πήγαζε απ τον κορεσμό της πείνας, μαζευόμασταν όλοι γύρω από τη φωτιά. Άλλος για να απολεπίσει τα ψάρια, άλλος για να τα ψήσει, άλλος για να φτιάξει σαλάτες και άλλος για να πάρει τη βάρκα και να φέρει κρασιά απ το Σαρακήνικο. Tα γλέντια που ακολουθούσαν κράταγαν ως το ξημέρωμα και δεν είχαν τίποτε να ζηλέψουν από τα πανηγύρια προς τιμήν του τοπικού αγίου. Στο δικό μας μέρος τον τιμούσαμε καθημερινά` κάθε μέρα του Άι Γιαννιού.

Μετά το Δεκαπενταύγουστο, σαν κάτι να άλλαξε. Έφυγαν τα παιδιά της Καλών Τεχνών, που με την ευρηματικότητα και το κέφι τους αποτελούσαν την ψυχή του κοινόβιου. Ο καιρός σαν να ψύχρανε κι εγώ έχασα τον αστράγαλό μου. Το πόδι μου πρήστηκε απ το τσίμπημα ενός μπάμπουρα, έγινε νταούλι. Μάταια έψαχνα να βρω τον αστράγαλό μου κάτω απ το πρήξιμο. Πότε είχε περάσει κιόλας ένας μήνας; Είχε κυλήσει σαν νεράκι. Είχα χάσει την ταυτότητά μου, την υπόστασή μου. Είχα μεταμορφωθεί κι εγώ σε μπάμπουρα, σε σκαθάρι που έτρεχε στην άμμο. Μοναδική συντροφιά είχα μια μαύρη ελαφρόπετρα από τη Σαντορίνη. Στην πορώδη επιφάνειά της η φύση είχε χαράξει τον ιστό μιας αράχνης που με πονηριά είχε παγιδέψει το θύμα της. Την είχα μαζί μου όπου κι αν πήγαινα. Τη κράταγα στην παλάμη μου και της μεταβίβαζα την ενέργειά μου. Καμιά φορά της μιλούσα έχοντας την εντύπωση πως με καταλάβαινε, πως δεχόταν ό,τι της έλεγα με βουβή συγκατάβαση. Τελικά ήμουν ανιμιστής, όφειλα να το παραδεχτώ. Αυτή η πετρούλα ήτανε σουβενίρ από τη Σαντορίνη, όταν την είχα πρωτοεπισκεφτεί. Θα ήταν και το πρώτο που θα της απέδιδα, όταν θα πήγαινα να την ξαναδώ.

Πότε; 

Είχα τρία χρόνια να πάω στη Σαντορίνη, στην Οία, ένα μικρό χωριό στη βόρεια πλευρά της. Όταν είδα τα άσπρα σπιτάκια χτισμένα πάνω στον γκρεμό, την ονόμασα Οι Κρεμαστοί Κήποι του Αιγαίου, ένα από τα εφτά θαύματα του σύγχρονου κόσμου. Τρία χρόνια, τρία ολόκληρα χρόνια μακριά από τους Κρεμαστούς Κήπους. Δεν έμεινα πολύ τότε, πέντε έξι μέρες όλες κι όλες, που όμως ήταν αρκετές για να αλλάξουν τη ζωή μου. Εκεί πάλεψα με τον παλιό μου εαυτό, εκεί αποποιήθηκα τον πετυχημένο μεσοαστό, εκεί αποφάσισα να κάνω μια νέα αρχή. Μέσα μου γκρεμίστηκαν όσα ήταν προορισμένα να γκρεμιστούν ώστε να δημιουργηθεί χώρος για να χτιστούν άλλα.

Μέχρι τότε, ο Γιώργος ο Pώμας είχε όλα όσα επιθυμούσε. Μια γυναίκα που τον αγαπούσε, ένα σπίτι ζεστό σαν φωλιά, μια δουλειά που γινόταν κάτω από ιδανικές συνθήκες. Ήταν βιβλιοθηκάριος στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης` πάντα ο Γιώργος Ρώμας ονειρευότανε τέτοια δουλειά. Ξεσκόνιζε τόμους σε ψηλά ράφια, ταξινομούσε, παραλάμβανε καινούργια βιβλία, και στα ενδιάμεσα χωνόταν σε σελίδες που τον ταξίδευαν. Κι όμως, μετά τις αποφάσεις που πήρε στην Οία, ο Γιώργος Pώμας γύρισε πίσω και τα τίναξε όλα στον αέρα. Άφησε το σπίτι του, έφυγε από τη δουλειά του, χώρισε τη γυναίκα του. Δεν ήταν άνθρωπος της εστίας. Δεν του ταίριαζε το βόλεμα και η επανάληψη. Η σταθερότητα τού προκαλούσε θλίψη. Του ταίριαζε η κίνηση, η εναλλαγή προσώπων και παραστάσεων, η έκπληξη της κάθε μέρας. 

Μιλούσα για τον παλιό Γιώργο Pώμα λες και ήταν κάποιος άλλος. Δεν είχα κι άδικο. Έκτοτε είχα βιώσει μια τριετία πολύ πιο λιτή από άποψη υλικών απολαβών, αλλά πολύ πιο ελκυστική στο σύνολό της. Η ζωή μου, που παλιότερα ήταν γεμάτη εκκρεμότητες, είχε απλοποιηθεί σε απίστευτο βαθμό. Ένιωθα πως είχα βρει τον αληθινό μου εαυτό. Μετά το δύσκολο χρόνο της προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα, είδα την ορθότητα των αλλαγών και δεν έπαψα να ευγνωμονώ την Οία που μου ενέπνευσε αυτή τη διάθεση. Όπου κι αν ήμουν, έκανα συγκρίσεις μαζί της. Στην Οία, τα τέσσερα στοιχεία βρίσκονταν στην πλέον απαστράπτουσα μορφή τους: το νερό με το απύθμενο βάθος, που λέγεται ότι έκρυβε τα ερείπια της μυθικής Ατλαντίδας. Η γη, μαύρη και πένθιμη σαν γριά χήρα, άλλες φορές επιδείκνυε τις πληγές της και άλλες τις κάλυπτε σαν ξεπεσμένη αριστοκράτισσα. Όσο για τη φωτιά που φυλασσόταν στα σπλάχνα του ηφαιστείου, αυτή λαμπάδιαζε τις ανθρώπινες καρδιές. Και τέλος υπήρχε ο αέρας, με τον οποίο είχα αναπτύξει ιδιαίτερη σχέση` του μίλαγα και προσπαθούσα να κατευνάσω την οργή του. 

Ξαφνικά, μου φάνηκε πως η Γαύδος δε διέθετε τίποτε απρόσμενο, τίποτε ανατρεπτικό. Είχε ωριμάσει ο καιρός για την επιστροφή μου στην Οία. Την επόμενη κιόλας μέρα βρισκόμουν στο καραβάκι που με αποβίβασε στην Παλαιοχώρα. Από εκεί πήρα το λεωφορείο για τα Χανιά και στη συνέχεια το λεωφορείο για το λιμάνι του Ηρακλείου.

Πήρα το πλοίο για τη Σαντορίνη.

Στη διαδρομή μάς βρήκε φουρτούνα. Το καράβι άρχισε να τρίζει και να αναστενάζει. Η καρδιά μου χτυπούσε ακανόνιστα. Δεν ήταν από τη θαλασσοταραχή, όχι, ήταν ένα αίσθημα πιο σύνθετο, ανάμεσα στην αγωνία και την εγκατάλειψη σε όσα φέρνει ο χρόνος. Είχα τυλιχτεί με τον υπνόσακό μου στο κατάστρωμα και περίμενα να δω τη Σαντορίνη να ξεπροβάλλει μέσα από τα κύματα.

            Επέστρεφα εκεί απ όπου είχα ξεκινήσει.

   


Kώστας Αρκουδέας:

Όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στην Οία της Σαντορίνης και συνάντησα τους σαμάνους του Αιγαίου ένιωσα την έκπληξη του φυσιοδίφη όταν ανακαλύπτει μια ξεχασμένη φυλή στα βάθη του Αμαζονίου. Σε μια εποχή που χαρακτηριζόταν ολοένα και περισσότερο απ τον ψυχρό ήχο του πλήκτρων στους υπολογιστές υπήρχαν άνθρωποι που ακροβατούσαν μεταξύ ουρανού και γης ψάχνοντας για απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα: τη ζωή, το θάνατο, τον έρωτα που οδηγεί στα άκρα, τις δυνάμεις που κρύβονται μέσα μας. Αρχηγός της φυλής ήταν ο Ασπρογένης και μάγος της φυλής ο Μπαλής. Ξεπερνώντας την αρχική μου έκπληξη, άρχισα να τους παρατηρώ και να τους καταγράφω. Κι ενώ είχα πάει στη Σαντορίνη για λίγες μέρες, κατέληξα να μείνω τέσσερα χρόνια. Ήταν ίσως τα δημιουργικότερα και πιο επικίνδυνα χρόνια της ζωής μου.

Η φυλή αυτή δεν υπάρχει πλέον. Σκορπίστηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ακολουθώντας την τύχη που είχε και το στέκι της, το Μάμα Άφρικα. Οι λίγοι εναπομείναντες κράτησαν κάτι για να τη θυμούνται. Άλλος το ξυλόφωνο και τα κρουστά από τη Σενεγάλη, άλλος τα τραπεζομάντιλα με τη Βίβλο, άλλος τις γαβάθες για τα σαλατικά που έμοιαζαν με πιρόγες, άλλος το σκαλιστό βραζιλιάνικο διάβολο στα πόδια του οποίου κάποιοι άφηναν φρεσκοκομμένα άνθη. Ένα κλεφτοφάναρο, μια κολοκύθα και δυο καλαμπόκια δεμένα πρόχειρα με σπάγκο είναι ό,τι έχω φυλάξει για μένα.

  

                                         ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

 

 ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ: Άσ τον Μπομπ Μάρλεϋ να περιμένει, 1986 

Όλες οι μέρες Κυριακή, 2000, Κέδρος

                 

ΝΟΥΒΕΛΕΣ: Και πρόσεχε να μην πετρώσεις, 1996, Λιβάνης

Αναζητώντας την ιδανική γυναίκα, 2002, Ελληνικά Γράμματα

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ: Τα σιγκλάκια, 2010, Απόπειρα

      

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ: Η πόλη με τα χίλια πρόσωπα, 1987, Οδυσσέας

Το τραγούδι των τροπικών, 1988, Οδυσσέας

Το παλιό δέρμα του φιδιού, 1992, Κέδρος  

Τα κατά Αιγαίον πάθη, 1994, Κέδρος

Το τραγούδι των τροπικών, 1995, επανέκδοση, Λιβάνης   

Ποτέ τον ίδιο δρόμο, 1999, Κέδρος

Ο πειρατής, 2003, Κέδρος 

Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του, 2004, Καστανιώτης

Ο αριθμός του Θεού, 2008, Καστανιώτης 

 

Τα κατά Αιγαίον πάθη ετοιμάζονται για επανέκδοση. Αυτή την εποχή μεταφράζονται στα ισπανικά από τις εκδόσεις Athos-Pergamos.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας