Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Καφωδείον το Ελληνικόν

Αρχοντούλα Διαβάτη

 

 

 

Δεν μπορούσε να φανταστεί ένα μέρος, έναν άνθρωπο, μια συντροφιά, να κουρνιάσει, να ξεχαστεί, να παρηγορηθεί, να ξεχάσει το φόβο που την κατάτρεχε. To άγχος της για την καταφορά της τύχης τους αυτήν. Ένας να της μιλούσε θα ξέσπαγε σε κλάματα. Όπως το κανε σχεδόν όταν μπήκε στο καφενείο, κοίταξε γύρω γύρω, ευτυχώς, ο Φάνης ήταν εκεί, πρώτος. Κάθισε, τα είπανε λίγο, του είπε πως φοβάται- η κόρη της ένα αδύνατο κορμάκι με το πόδι εγχειρισμένο άναυλα- στα μεγάλα της κανιά, σαν ακρίδας-ρήξη χιαστού στο μπάσκετ, και τα νεύρα της μια κόλαση- δεν είχε πουθενά να πάει η μάνα της που την έπρηζε;

Φοβόταν και για ανορεξία Πώς θα πάλευε την κλεισούρα ,αυτή που έτρεχε με το μηχανάκι της κι αλώνιζε την πόλη όλη και τις ταινίες και τις διαδηλώσεις, η αυτοδυναμία της εκβιασμένη σχεδόν από τους γονείς, να μείνει μόνη στα εικοσιδύο, μόλις βρήκε δουλίτσα- να ταξιδέψει, να ερωτευτεί,- τρέχοντας όλα, ασθμαίνοντας όλα.

Και οι καβγάδες τους, δεν ακούς το λόγο μου, δεν με κοιτάς, της είχε φωνάξει οργισμένη, κι αυτή δαγκώθηκε. ΄Ωστε λοιπόν η ιστορία επαναλαμβάνεται-σαν φάρσα: Αυτή και η μάνα της μια ζωή στα μαχαίρια.

 Πολύ αργότερα κατέφθασε και ο ομιλητής, η Δωροθέα, κάνα δυο μαθητές, το ζευγάρι που τυχαία είχε πληροφορηθεί ότι υπήρχε μια παρουσίαση του Τζόις, ο Χουάν και πήραν τα τσάγια και τις μπίρες τους και μετακόμισαν επάνω, αδύνατον να προσαρμοστεί ο Χάρης στο δυνατό ήχο που κάνανε τα πούλια των καφενόβιων, η ώρα ήταν ακόμα οκτώμιση, ο ίδιος αλλιώς τόχε φανταστεί- τι να κάνει κι η σερβιτόρα, έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και τακτοποίησε καρέκλες και φώτα επάνω, κι η παρουσίαση άρχισε να ξετυλίγεται .Ή η μη παρουσίαση μάλλον. Ένα ένα τα περιτυλίγματα βγήκαν- τι δεν θα είναι η παρουσίασή μου, άρχισε ο Χάρης, τι δυσκολίες βρήκα, ποιο ήταν το στοίχημα για μένα, ποια ασφυκτική αίσθηση και ανούσια γεύση μου έδωσε αυτό το δυσκοίλιο βιβλίο, το ταξίδι που έκανα και προτείνω να κάνετε κι εσείς, γιατί Οδυσσέας είστε εσείς κι εγώ, οι αναγνώστες είμαστε, ίσως απ όσο μπόρεσα να καταλάβω- ο συγγραφέας περιγράφει την ανιαρότητα της ύπαρξης- κάπου λέει ο Στήβεν Δαίδαλος ιστορία είναι ένας εφιάλτης απ όπου προσπαθώ να ξυπνήσω, κι αυτή το σημείωσε στο ημερολόγιό της, παραφράζοντας με τη λέξη ζωή, όπου η λέξη ιστορία- .Εφιάλτης. Η Ζωή με πατερίτσες, να θέλει να τσιρίξει που ο φίλος της δεν θα ρχόταν απόψε να τη συντροφέψει, είχε να παραδώσει μια εργασία, είχε και τις πρόβες. ( Α, όχι, τον ερωτικό σου πόνο δεν θα τον υποφέρω εγώ. Αυτή η παγίδα. Η ταύτιση με το παιδί της. Να πονάει τον πόνο του. Όπως τότε, στις εισαγωγικές που ευχόταν να δινε αυτή στο πόδι της, εκεί που να βολοδέρνει να της κρατάει το βιβλίο όποτε της έκανε κέφι της υψηλοτάτης. Να μπορούσε να προσπερνάει σαν σε προσομοίωση όλες τις δυσκολίες των παιδιών της ,αντί να φαρμακώνεται με τους χωρισμούς, τις αγωνίες, κι αυτό τον τραυματισμό τώρα. Να μπορούσε να κοιμηθεί σαν αρκούδα και να ξυπνήσει  όταν θα γιατρευόταν το ποδαράκι της Ζωής. Αχ. ).

Ο μονόλογος της Μόλυς, το μεγάλο "ναι" στη ζωή και ανέκδοτα για τη συνάντηση του Τζόις με τον Προυστ. Οι λέξεις κλειδιά είναι μάλλον ΑΓΑΠΗ και ΥΠΕΡΒΑΣΗ, όχι ένας πορνόγερος που αυνανίζεται, αλλά ο νόστος, η ελευθερία, η επιστροφή. Να μάχεσαι κι ας είναι χωρίς ελπίδα. Μέσα στα σκατά του πρώτου παγκόσμιου πολέμου ο Τζόις γράφει για μιας μέρας σκέψεις και κατορθώματα-δεν υπηρέτησε την εξουσία, δεν ήταν στρατευμένος, αλλά κι αυτό δεν είναι στράτευση; Τρία χρόνια ασχολήθηκε με το γράψιμο του Οδυσσέα. Ο Γιούγκ δεν γέλασε καθόλου. Τόσο κατάλαβε το βιβλίο!

Μας μοίρασε και τις φωτοτυπίες του ο Χάρης-οι πηγές του η Έντνα ο Μπράιεν, ο Σάββας Μιχαήλ, η Μαντώ Αραβαντινού, εξαντλημένος ο Οδηγός προς τους ναυτιλλομένους του Μαραγκόπουλου. Επιμύθιον: να ξαναδιαβάσουμε την ΟΔΥΣΣΕΙΑ, που την έχουμε παρατημένη από το σχολείο. ( Ποιος ήταν ο δράκος που ήθελε να παλέψει ο Χάρης; Η αμηχανία απέναντι σε ένα τόσο σπουδαίο βιβλίο που το αρχίζεις, το παρατάς, το ξαναπιάνεις, παλεύεις μαζί του σαν άλλος Οδυσσέας, ταξιδεύεις μαθαίνεις, απελπίζεσαι, γελάς.).

          Αντάλλαξαν τηλέφωνα με τους καινούργιους στην πολιτιστική ομάδα, όρισαν την επόμενη συνάντηση και βγήκαν απ το Ελληνικό χαζεύοντας κάτω για λίγο την τραγουδίστρια που είχε αρχίσει αβέβαια την πρώτη μπαλάντα. Αγκάλιασε τη Δωροθέα, χαιρέτησε το Φάνη και την παρέα και πρόλαβε ένα ταξί που τους προσπέρασε στην Εγνατία. Έδωσε τη διεύθυνση και βολεύτηκε στο πίσω κάθισμα. Ανοιξιάτικος αέρας, δώδεκα παρά είκοσι. Γλίτωσε μερικές ώρες. Γύριζε στην τρύπα της σαν αρουραίος... Ενδυναμωμένη πάντως.

  


 

  

Αρχοντούλα Διαβάτη:


         
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, όπου ζω και εργάζομαι. Σπούδασα Νομικά και Νεοελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκα ως καθηγήτρια νομικός στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχω εκδώσει, ένα λογοτεχνικό χρονικό, Στη μάνα του νερού, στο Ροδακιό και είναι υπό έκδοσιν το δεύτερο βιβλίο μου. Είμαι παντρεμένη κι έχω δυο γιους. Δουλειά μου έχει δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.  Πιστεύω στη ρήση του Κάφκα ότι τα καλά βιβλία είναι μια τσεκουριά στην παγωμένη θάλασσα μέσα μας.

( βιογραφικό μου και στη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ ).

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας