ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

O Nίκος Αραπάκης γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1969. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάστηκε σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει γράψει επίσης το μυθιστόρημα "ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΕΣΗ Η ΘΑΛΑΣΣΑ" το οποίο αναμένεται, εντός του 2010, να επανακυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Λιβάνη.

 


Κύριο Μενού

 

 

Το Δίκιο

απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη

 

του Νίκου Αραπάκη 

 

 

 

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

  

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

Σήκωσε το ολοστρόγγυλο κεφάλι του, χάιδεψε με το δεξί χέρι του το παχύ μουστάκι του και κοίταξε τη σημαία που κυμάτιζε μεσίστια. Πήρε μια βαθιά ανάσα, πέταξε το τσιγάρο που κρατούσε και μπήκε. Ανέβηκε τα σκαλιά αργά, καιγότανε να μάθει, τα πόδια του όμως δεν υπάκουαν. Ένας χωροφύλακας που ρώτησε τον έστειλε σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο με γκρίζα ντουβάρια. Μπήκε μέσα. Σε ένα γραφείο, με τη φωτογραφία του βασιλικού ζεύγους κρεμασμένη από πάνω του, καθόταν ένας νωμοτάρχης· δίπλα του ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Ο μπαρμπα-Γιώργης στάθηκε παράμερα και περίμενε να τελειώσουν.

            Ο νωμοτάρχης κάποια στιγμή σηκώθηκε όρθιος. Ψέλλισε ένα «ηρωικώς πεσών» κι αμέσως η ηλικιωμένη γυναίκα έβγαλε μια στριγκλιά και σωριάστηκε καταγής.

            Ο μπαρμπα-Γιώργης κέρωσε. Ήθελε να βοηθήσει, το σώμα του όμως πάλι δεν υπάκουε. Ο νωμοτάρχης και ο ηλικιωμένος άντρας σήκωσαν τη γυναίκα, την έβαλαν να καθίσει και της έδωσαν ένα ποτήρι νερό.

            Σε λίγο έφυγαν. Ο μπαρμπα-Γιώργης έβγαλε την τραγιάσκα του και πλησίασε στο γραφείο του νωμοτάρχη:

            – Μαυράκος Γεώργιος του Κωνσταντίνου. Με φωνάξατε;

            Ο νωμοτάρχης σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε. Έσκυψε πάλι στα χαρτιά του· τον βρήκε. Μαυράκος Γεώργιος του Κωνσταντίνου, γεννηθείς εν έτει 1884. Σήκωσε πάλι το κεφάλι του· κοντά εξήντα ο μπάρμπας, μα δεν του φαινότανε. Το μαλλί του κατάμαυρο. Μόνο οι άκρες από τα μουστάκια του και το λάσιο στέρνο του, που φαινόταν από τα ανοιχτά κουμπιά της μάλλινης φανέλας του, είχανε γκριζάρει. Γεμάτος, λεβεντάνθρωπος φαινότανε. Και τα μάγουλά του άλικα, σαν γινωμένο ρόδι. Έψαξε για λίγο ακόμα τα χαρτιά του κι ύστερα σηκώθηκε όρθιος.

            – Ο Κοσμάς Μαυράκος είναι υιός σας;

            – Γιος μου, απάντησε ο μπαρμπα-Γιώργης και η φωνή του ίσα που βγήκε.

            Ο νωμοτάρχης έτεινε το χέρι του. «Ηρωικώς πεσών», του είπε, κάνοντάς τον να χάσει το χρώμα του.

            Έφυγε αμέσως. Φοβήθηκε μη δεν βαστάξει τον πόνο κι αρχίσει να ουρλιάζει. Δεν θυμόταν τίποτα, δεν σκεφτόταν τίποτα. Ένα πλάκωμα είχε αντικαταστήσει όλες του τις αισθήσεις. Μόνο σαν έφτασε έξω από το σπίτι του και είδε το μικρό του γιο, τον Παναγιώτη, να τον κοιτάει περίεργα, κατάλαβε ότι τον είχαν πάρει τα κλάματα κι έφερε μπροστά στο πρόσωπό του το τηλεγράφημα που κρατούσε για να καλυφθεί. Μπήκε στο σπίτι χωρίς να σταθεί καθόλου. Κάθισε στο τραπέζι κι άναψε τσιγάρο.

            Η Ευγενία, η γυναίκα του, τον είδε και παραξενεύτηκε.

            – Τι ’ναι, Γιώργη μου, σκόλασες κιόλα;

            Δεν απάντησε. Τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο· τα χείλη του να τρέμουν. Στρίψανε τα σπλάχνα του από τον πόνο. Έλυσε το ζωνάρι του ν’ αλαφρώσει. Να θέλει να κλάψει, να φωνάξει και να μην μπορεί. Έπρεπε να βαστάξει· οχτώ ψυχές, εφτά παιδιά και η γυναίκα του, έπρεπε να πάρουν κουράγιο από αυτόν.

– Βγενιώ, ο Κοσμάς... Ηρωικά πεσών, έτσι μου ’πανε, ηρωικά πεσών...

            Η κυρά Ευγενία άγαλμα. Μισόκλεισε τα μάτια της, σαν να μην πίστεψε αυτό που άκουσε. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα εκατέρωθεν σιωπής πήγε πλάι του και ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.

            – Κουράγιο, Γιώργη μου, κουράγιο.

            Πέρασε από τις κάμαρες και είπε στις κόρες της να μαυροφορεθούνε. Πάει ο Κοσμάς... Παγωμένο ατσάλι η φωνή της, χείλι δεν λύγισε, τα μάτια της στεγνά. Βγήκε στην αυλή κι έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της να κάνει κουράγιο.

            Πήρε το δρόμο για το εκκλησάκι της Παναγίτσας, να ανάψει ένα κερί για την ψυχούλα του. Μόλις βεβαιώθηκε ότι είναι μονάχη της, έπιασε να μαλλιοτραβιέται και να μοιρολογεί. Θρήνος σπαραχτικός, χιλιοειπωμένος από μαυροφορεμένες Μανιάτισσες στα βάθη των αιώνων. Το τέταρτο παιδί είναι αυτό που της πήρε ο Θεός. Μα τα δυο πρώτα τα έχασε στη γέννα, το τρίτο αχρόνιαγο, δεν πρόλαβε να τα πονέσει, να τα νοιαστεί. Τούτον το λεβέντη όμως τον βύζαξε κοντά τρία χρόνια, το αίμα του είχε τη μυρωδιά από το γάλα της. Είκοσι τόσα χρόνια τον τάιζε, τον έπλενε, ξενύχταγε στο κεφάλι του άμα τύχαινε κι αρρώσταινε.

            Μπήκε στο εκκλησάκι και γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας. Έβαλε κραυγή, τρίξανε τα τζάμια και κουνήσαν τα καντήλια. «Γιατί, γιατί το δικό μου το παιδί;» Σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε την Παναγία. Καμιά απάντηση, δικαιολογία δεν της έδωσε.

            Μετάλλαξε τον πόνο της σε δύναμη και κίνησε για να ενημερώσει τη γειτονιά. Έφτασε έξω από την αυλή της Βασίλως, της γειτόνισσάς της, κι έβαλε φωνή:

            – Ο Κοσμάς, μωρή Βασίλω, ο Κοσμάς...

            Η στριγκλιά της μάνας ήταν το σύνθημα για να μαζευτεί όλη η γειτονιά. Ο πόνος της γίνηκε κάλεσμα, διαπέρασε τα φτωχόσπιτα απ’ άκρη σ’ άκρη. Από τα πρώτα θύματα του πολέμου ήταν ο Κοσμάς, πέρασαν όλοι να συλλυπηθούν. Γέμισε η μεγάλη κάμαρα με μαύρα φουστάνια και τσεμπέρια. Γυναίκες κάθε ηλικίας καθισμένες ολόγυρα στην τραπεζαρία, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκεται το σώμα του νεκρού, μοιρολογούσαν βουβά. Άτιμο πράμα ο πόλεμος, εκτός που παίρνει τις ψυχές παίρνει και τα κορμιά. Πώς να κλάψεις, πώς να μοιρολογήσεις, πώς να πενθήσεις όταν δεν κείτεται σιμά σου ο νεκρός, να εκμαιεύσει τον πόνο και το θρήνο;

            Οι άντρες, παρά το φθινοπωρινό αγιάζι, κάθονταν έξω στην αυλή. Οι πιο ηλικιωμένοι κάθονταν δίπλα στον μπαρμπα-Γιώργη, μιλούσαν τα δικά τους. Ο πόλεμος μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν για τους περισσότερους περήφανες νίκες και ηρωικές επελάσεις. Τώρα όμως ήρθε η ώρα της αλήθειας. Κι η αλήθεια του πολέμου είναι μία: θάνατος. Όλοι είχαν κάποιον δικό τους στο μέτωπο, όλοι έβλεπαν τον εαυτό τους στη θέση του μπαρμπα-Γιώργη.

            Στην άκρη της αυλής στέκονταν οι νεότεροι. Τα αδέρφια του Κοσμά, πλην του Μηνά, που πριν ξεσπάσει ο πόλεμος είχε καταταγεί εθελοντής στην αεροπορία, και κάμποσοι φίλοι τους. Ο Νίκος, ο μεγαλύτερος απ’ όλους, καθόταν ως συνήθως μονάχος του. Λιγόλογος. Ο δάγκειος πυρετός, που τον είχε χτυπήσει πριν από λίγα χρόνια, του άφησε κουσούρι στα πνευμόνια, μα πάνω απ’ όλα στην ψυχή. Εκτός που αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του –σπούδαζε υπομηχανικός στην Αθήνα– δεν τον πήρανε φαντάρο και το ’φερνε βαρέως.

            Δίπλα του ο Σωτήρης, ο επόμενος μετά τον Νίκο, που είχε απολυθεί από το στρατό λίγα χρόνια πριν, συζητούσε με φίλους του το ενδεχόμενο να τον ξανακαλέσουν.

            Ο Δαμιανός, ο δίδυμος αδερφός του Κοσμά, που είχε απολυθεί από το στρατό λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, στεκόταν παράμερα μονάχος. Είχε την πλάτη του ακουμπισμένη στον τοίχο και το κεφάλι σηκωμένο ψηλά. Ήθελε σαν κολασμένος να φουμάρει, να γεμίσει τα πνευμόνια του καπνό, όπως τότε, που παρέα με τον Κοσμά, άμα οικονομούσαν καμιά δεκάρα, πήγαιναν στο περίπτερο κι έπαιρναν πέντ’ έξι άφιλτρα κι ύστερα χώνονταν στο πλυσταριό για να καπνίσουν λάθρα.

            Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του σακακιού, έπιασε ένα τσιγάρο, το ’φερε στο στόμα, το σάλιωσε, ξανάβαλε το χέρι στην τσέπη, έβγαλε τα σπίρτα. Πριν ανάψει, ένιωσε το βλέμμα του πατέρα του να τον διαπερνάει. Ξανάβαλε τσιγάρο και σπίρτα στην τσέπη. Ο μπαρμπα-Γιώργης δεν αστειευότανε. Αν δεν σηκώθηκε να τον καταχερίσει ήταν λόγω της μέρας. Μπροστά του απαγορευότανε να φουμάρει οποιοσδήποτε, στο δικό του σπιτικό μόνο ο ίδιος επιτρεπότανε να φουμάρει δημόσια. Και δεν ήτανε να τον αψηφάς τον μπαρμπα-Γιώργη. Και στις χαρές και στις λύπες ο νόμος του ήτανε ίδιος κι απαράλλαχτος, εκπτώσεις δεν έκανε.

            Ξεγλίστρησε σιγά, χωρίς να τον πάρει κανείς χαμπάρι, και χώθηκε στο πλυσταριό. Ξανάβγαλε το τσιγάρο· το άναψε. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά, σήκωσε το πρόσωπό του ψηλά και ξεφύσηξε με μανία. Ο καπνός μπλέχτηκε με το αχνό φως που ’μπαινε από τις χαραμάδες της ξύλινης πόρτας. Ένα πρόσωπο σχηματίστηκε: του Κοσμά. Τον πήραν μεμιάς τα κλάματα. Του ’ρθε στο νου το όνειρο που είδε την προηγούμενη νύχτα. Δεν το θυμόταν ακριβώς, θυμόταν όμως πολύ καλά την αίσθηση που του άφησε. Σαν κάτι να του ’λειψε, σαν να ’χασε κάτι, χωρίς να ξέρει όμως τι είναι. Τελικά έμαθε. Δεν πέρασαν παρά λίγες ώρες κι έμαθε.

 

****

 

Λίγες μέρες αργότερα ο Δαμιανός κλήθηκε να υπηρετήσει ξανά και προωθήθηκε στο αλβανικό μέτωπο. Για τέσσερις περίπου μήνες, από τις αρχές Δεκεμβρίου του ’40 μέχρι το τέλος περίπου του Απριλίου του ’41, οπότε και υπεγράφη το σύμφωνο παράδοσης με τους Γερμανούς, υπηρέτησε με αυταπάρνηση. Παρά το αφόρητο κρύο και τους σφοδρούς βομβαρδισμούς των ιταλικών και των γερμανικών αεροπλάνων, κατάφερε να επιβιώσει και είκοσι περίπου μέρες μετά την κατάρρευση του μετώπου, διανύοντας με τα πόδια άπειρα χιλιόμετρα, επέστρεψε στο σπίτι του.

            Η χαρά των δικών του όταν τον είδαν δεν περιγράφεται. Ευτυχώς για τον μπαρμπα-Γιώργη τον Μαυράκο η πολυμελής οικογένειά του άλλο φόρο αίματος δεν κατέθεσε στο βωμό της ελευθερίας. Ο Σωτήρης, που επιστρατεύτηκε λίγο πριν τη συνθηκολόγηση, καθώς και ο Μηνάς, δεν προωθήθηκαν ποτέ στο μέτωπο. Όλοι οι γιοι του μπαρμπα-Γιώργη γύρισαν στο σπίτι τους σώοι κι αβλαβείς. Όλοι, πλην του Κοσμά.

 

   

    Φθινόπωρο 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας