ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

O Nίκος Αραπάκης γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1969. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάστηκε σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει γράψει επίσης το μυθιστόρημα "ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΕΣΗ Η ΘΑΛΑΣΣΑ" το οποίο αναμένεται, εντός του 2010, να επανακυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Λιβάνη.

 


Κύριο Μενού

 

 

Το παραμύθι του Ομάρ

 

του Νίκου Αραπάκη 

 

 

 

Ποιος είναι αυτός; Όχι, δεν μπορεί να είμαι εγώ. Εγώ είμαι νέος, ωραίος. Ήμουνα... Τώρα είμαι... Ναι, πτώμα είμαι. Ένα πρόωρα γερασμένο και βρόμικο πτώμα, ξαπλωμένο σε ένα άθλιο δωμάτιο ενός ακόμη πιο άθλιου διαμερίσματος. Να μπορούσα τουλάχιστον να ανοίξω το φως. Δεν αντέχω άλλο το σκοτάδι, θέλω λίγο φως. Α ναι, το ξέχασα, δεν έχει φως. Ούτε νερό έχει. Μήνες πάνε που τα έχουνε κομμένα. Δεν μου χρειαζόντουσαν, μόνο η παραμύθα μου ήταν χρήσιμη. Αυτή και τα σύνεργά της. Ένα κουτάλι, το σέο, λίγο ξινό... Ακόμη και τώρα που στέκομαι τρία μέτρα πάνω απ’ το κουφάρι μου, μου λείπει. Αν μπορούσα να βγω από δω μέσα, θα έτρεχα κατευθείαν στον Ομάρ. Θα του κλαιγόμουνα πάλι: «ίσα που, μια ψιλή ρε Ομάρ». «Μια ψιλή κι ό,τι θέλεις». Σαν τώρα τα θυμάμαι. Τα τεράστια άσπρα δόντια του, τα κόκκινα μάτια του, το ξυρισμένο, μαύρο κεφάλι του. Έβγαλε και μου πέταξε μια ολόκληρη γραμμή. Τρελάθηκα. Μια ολόκληρη μέρα αδιάκοπης μαστούρας... Έκανα να την πάρω κι αμέσως την άρπαξε πάλι. Τρεις μέρες ήμουνα χαρμάνης, έπιασα να του φιλάω τα χέρια και να τον παρακαλάω. Έβαλε τα γέλια ο παλιοπούστης, εγώ πέθαινα κι αυτός γελούσε. Έτσι ξεκίνησε, για μια γραμμή έκατσα και με πήδηξε. Μόλις σούταρα, με ξεβράκωσε και με ξάπλωσε στο γραφείο. Με γαμούσε και γω σκεφτόμουν την Ελένη. Την πήρα στο λαιμό μου την Ελένη. Παράτησε σπουδές, σπίτι. Της κόλλησα την αρρώστια και τα παράτησε όλα. Τότε που είχαμε πάει διακοπές στο Πήλιο. «Να, δοκίμασε δεν είναι τίποτα». Δοκίμασε η Ελένη, αρρώστησε η Ελένη,  πέθανε η Ελένη. Και δεν της άρεσε, κάθε που κάρφωνε το βελόνι στο χέρι της, με κοιτούσε και μου έλεγε με το βλέμμα ότι το κάνει για μένα. Δεν ήθελε να με αφήσει μονάχο μου. Κι όλο πάλευε να με ξεκολλήσει. Με έπεισε να πάμε και στην κοινότητα. Πήγαμε, καθαρίσαμε, κοντά χρόνο τη βγάλαμε στεγνοί. Αυτή γύρισε στο πανεπιστήμιο και γω στα πινέλα μου. Μα δεν πήγαινε το χέρι μου, λες και ζωγράφιζα πρώτη φορά στη ζωή μου. Μ’ έτρωγε το σαράκι κι όλο την παρακαλούσα: «μια φορά ρε Ελένη, τι είναι μια φορά;»

            Η μια φορά γίνανε δυο, τρεις... Δεν πέρασε μήνας κι αρρώστησα πάλι. Άρχισα να κλέβω το σπίτι. Λεφτά, χρυσαφικά, κι όταν οι γέροι κατάλαβαν πως ξανάπεσα κι άρχισαν να τα κρύβουν, βούταγα ό,τι έβρισκα. Έτσι με έδιωξε ο πατέρας μου, με έπιασε την ώρα που είχα φορτωθεί την τηλεόραση. Μου είπε αν θέλω να την πάρω, αλλά να μην ξαναπατήσω σπίτι. Η μάνα μου πήρε το μέρος μου και τον κατσάδιασε. Εγώ όμως δεν ξαναπάτησα, τη σκότωσα την τηλεόραση για δυο γραμμές και δεν ξαναπάτησα.

Μ’ ακολούθησε η Ελένη. Πέντε μαθήματα χρωστούσε για το πτυχίο, κι όμως μ’ ακολούθησε. Σκοτώσαμε το αυτοκινητάκι της και νοικιάσαμε στην Αμερικής. Ήθελε να με σώσει, ήταν σίγουρη πως θα καταφέρει να με σώσει. Μα δεν ήτανε γραφτό. Μια παρτίδα καθαρή την έστειλε αυτή στο χώμα και μένα ένα μήνα στην εντατική. Ακόμη και τώρα θυμάμαι τους γέρους πάνω απ’ το κρεβάτι μου να κλαίνε. Πιο πολύ λυπόμουνα το γέρο, τη μάνα μου την είχα συνηθίσει να κλαίει. Καθόταν πάνω απ’ το κρεβάτι μου νομίζοντας πως είμαι αναίσθητος και μου μιλούσε με τις ώρες. Μου χάιδευε τα χέρια και μου ζητούσε συγγνώμη που δεν κατάφερε να με βοηθήσει. Και γω ν’ ακούω και να μην μπορώ να ανοίξω το στόμα μου. Να του πω τι φταις εσύ ρε πατέρα, τι φταις; Μα δεν μπορούσα, κι όλο έλεγε, έλεγε... Τι βασανιστήριο ήταν εκείνο Θεέ μου. Ούτε στη μεγαλύτερη χαρμάνα δεν υπέφερα έτσι. Ορκίστηκα τότε πως θα την κόψω την πουτάνα. Και θα την έκοβα, όχι για μένα, για τους γέρους μου. Εγώ όσο θα ζούσα θα ήμουν πλέον νεκροζώντανος, ο μισός μου εαυτός θα ήταν η νεκρή Ελένη.

Ήμουν αποφασισμένος, θα τα κατάφερνα. Αν δεν πήγαινα φυλακή θα τα κατάφερνα οπωσδήποτε. Μα βρήκανε στο σπίτι μου τριάντα γραμμές παραμύθα, πέντε γραμμές κόκα και είκοσι καρτέλες χάπια. Είμαστε κονομημένοι εκείνη την περίοδο με την Ελένη, είχα σκοτώσει και γω τη μηχανή μου. Δώδεκα χρόνια είπανε στο δικαστήριο. Τι κι αν ήμουν άρρωστος, δώδεκα χρόνια και τρεις μήνες... Δεν μ’ ένοιαξε κατά βάθος, όπου κι αν ήμουνα χωρίς την Ελένη ήτανε το ίδιο. Για τον πατέρα μου στεναχωρήθηκα, μόλις άκουσε την απόφαση έπαθε την καρδιά του και κοντέψαμε να τον χάσουμε. Δεκάξι μήνες έκατσα μέσα συνολικά. Στο εφετείο η απόφαση έγινε τρία χρόνια με αναστολή. Όλα τα ελαφρυντικά μού τα αναγνωρίσανε: ναρκομανής, πρότερος έντιμος βίος... Από την αρχή κατάλαβα ότι θα πάνε καλά τα πράματα, ο εισαγγελέας όλο μου χαμογελούσε. Στο πρώτο δικαστήριο αυτή η κουφάλα που είχανε για εισαγγελέα ήταν πιο ανέκφραστος κι από νεκροκεφαλή. Υπάρχουν άνθρωποι και άνθρωποι σκέφτηκα τότε. Όμως, στο γυρισμό για την Αθήνα, ο αδερφός της μάνας μου, μου είπε όλη την αλήθεια. Ο γέρος πούλησε το σπίτι για να με γλιτώσει. Το χαμόγελο του εισαγγελέα στοίχιζε είκοσι εκατομμύρια, το σπίτι κι άλλα πέντε ακόμη. Δανεικά τα πήρε ο γέρος, τόσα χρόνια τον είχα γδάρει και δεν του είχα αφήσει μια. Μόλις το έμαθα πήγα να σκάσω. Πατρικό το σπίτι, ήξερα την αδυναμία που του είχε, χρόνια ολόκληρα ότι περίσσευε τα έριχνε μέσα. Μια να φτιάξει καινούργια κουζίνα, μια μπάνιο... Και τον κατάντησα να μένει στο σπίτι του πατέρα του και να πληρώνει νοίκι. Ναι, δεν πούλησε σπίτι, τη μάνα του, τον πατέρα του, τον εαυτό του τον ίδιο πούλησε. Όλους τους πούλησε για ν’ αγοράσει εμένα...

                Γκρεμίστηκαν όλα μέσα μου, μόλις φτάσαμε πέρασα από την πλατεία, αγόρασα ένα μισόγραμμο, το σούταρα και τράβηξα για το νεκροταφείο, να δω την Ελένη. Πολύ καιρό είχα να πιω έτσι, στη φυλακή με χάπια τη βγάζαμε. Απ’ τη μαστούρα μου βασανίστηκα να βρω τον τάφο της, μα πιο πολύ βασανίστηκα όταν τον βρήκα. Ήταν ο πατέρας της εκεί, πριν καταλάβω τι έγινε άρχισε να με χτυπάει. Δεν αντέδρασα καθόλου, δεν προσπάθησα καν να καλυφθώ. Ένιωθα ότι μου άξιζε, ήταν το λιγότερο που μπορούσα να προσφέρω σ’ αυτόν τον άνθρωπο. Μόνο του ζητούσα επίμονα να μ’ αφήσει δυο λεπτά μαζί της. Κόντεψε να με σκοτώσει, μα εγώ δεν έφευγα, εκεί, εκεί, εκεί... Τα πήρα τα δυο λεπτά. Και μια νύχτα ακόμη. Μου το είπε ο πατέρας μου, όταν με μάζεψε ημιθανή τα ξημερώματα δίπλα από τον τάφο της. Δεν ικανοποιήθηκα, τι να το κάνω που περάσαμε μια νύχτα ακόμη μαζί; Με την Ελένη μιλούσαμε ακόμη και στην πιο βαριά μαστούρα μας, τα λέγαμε. Μόλις μπόρεσα να σταθώ στα πόδια μου, πήγα ξανά. Βρήκα πάλι τον πατέρα της. Έκατσα παραδίπλα και περίμενα να φύγει. Άξαφνα κάνει κατά πάνω μου και μου ρίχνει ένα χαστούκι. Για δυο-τρία δευτερόλεπτα, ίσως παραπάνω, μείναμε ακίνητοι κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον στα μάτια. Ολόιδια τα μάτια του με της Ελένης, μελιά και μεγάλα. Νόμισα ότι την είχα πάλι μπροστά μου και την αγκάλιασα. Βάλαμε κι οι δυο τα κλάματα. Πόση ώρα κλαίγαμε αγκαλιασμένοι δεν θυμάμαι, θυμάμαι όμως που μου είπε, όταν έφευγε, ότι αν με ξαναβρεί εκεί θα με σκοτώσει. Έριξα μια ματιά στη φωτογραφία της και έφυγα. Από τότε δεν ξαναπάτησα.

Ούτε στο σπίτι μου ξαναπάτησα, άφησα ένα γράμμα στους δικούς μου και τους είπα να μην με ψάξουν. Να με ξεχάσουν, παντρεύτηκα μια νύφη λευκή και παραμυθού, που είναι όμως ζηλιάρα και με θέλει μόνο για πάρτι της. Γιατί την έγραψα αυτή τη μαλακία δεν ξέρω, πάντως την έγραψα.

Και να ’μαι τώρα, εγώ λίγα μέτρα πάνω, το κουφάρι μου λίγα μέτρα κάτω. Παραδίπλα το αλουμινόχαρτο, κάμποσες σύριγγες, μπαμπάκια. Στη γωνιά, πλάι στο παράθυρο, τα πινέλα μου κι ο πίνακας. Τον τελευταίο καιρό ένιωθα έντονα την ανάγκη να ζωγραφίσω. Έκοβα λεφτά απ’ τη μαστούρα και τα έκανα μπογιές. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ να το πιστέψω. Κι όμως είναι αλήθεια, τα χέρια μου, το στήθος μου, τώρα που τα βλέπω, είναι γεμάτα χρώματα. Τι αντίφαση, απ’ τη μέση και κάτω γεμάτος σκατά και κάτουρα, απ’ τη μέση και πάνω γεμάτος χρώματα. Αυτός ο θάνατος όμως μου άξιζε. Μια ζωή βουτηγμένος στα σκατά, στα σκατά βουτηγμένος και ο θάνατός μου. 

Να, ήρθαν να με πάρουν. Η γριά θα τους ειδοποίησε από δίπλα. Τον πίνακα μόνο να μην πάρουν, όσο είμαι εδώ θέλω να τον βλέπω. Έφτιαξα αυτή τη νύφη που έγραψα στους δικούς μου ότι παντρεύτηκα. Λευκό νυφικό, στεφάνι από λευκά λουλούδια, όλα λευκά. Το πρόσωπό της δεν μου έβγαινε. Στην αρχή ήθελα να βάλω της Ελένης, μα δεν το θυμόμουνα. Τελικά, έβαλα το πρόσωπο του Ομάρ. Ήταν το μόνο που θυμόμουν.

          Παραμύθι η Παραμύθα Ελένη. Παραμύθι που έφτιαξε ο Ομάρ.

 

   

    Φθινόπωρο 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας