Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Ο θάνατος είναι αδελφός

Αγγελική Ράδου

 

 

 

    Το μικρό δυάρι ανάσαινε μέσα στο σκοτάδι. Δεν ήταν η νύχτα αλλά οι προτιμήσεις του κατόχου του που το κρατούσαν στην απουσία φωτός. Ο χλωμός άντρας, που έμενε εκεί τα τελευταία πέντε χρόνια, θωράκιζε τη ζωή του πίσω από μεγάλα συμπαγή παραθυρόφυλλα που δεν άνοιγαν πια ποτέ και για κανέναν. Στην αρχή δυσκολεύτηκε κάπως. Τότε που ήρθε η μητέρα του, παραδομένη σε ένα φορτίο ενοχής, χωρίς λέξεις, μόνο με κλάματα. Έφτασαν στην πόρτα του και μερικοί φίλοι, άλλοτε εξοπλισμένοι με δήθεν σοφές παραινέσεις κι άλλοτε γλυκεροί με μια τρυφερότητα αηδιαστική και επίπλαστη. Πέτρο μου άνοιξε, χρειάζεσαι βοήθεια, περνάς φάση αλλά σε λίγο καιρό θα είσαι μια χαρά, Πετράκο μου, μας λείπεις. Κι απ την άλλη πλευρά της πόρτας, σύρτες, διπλές κλειδαριές και σιωπή. Τώρα είχε περάσει ένας χρόνος από την τελευταία φορά που κάποιος τον είχε ενοχλήσει.

   Καλύτερα έτσι, μουρμούρισε ενώ βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ακίνητος με τα μάτια ορθάνοιχτα, περιμένοντας τον χαρακτηριστικό ήχο από το ξυπνητήρι που τον καλούσε να σηκωθεί κάθε βράδυ στις δέκα. Είχε αποφασίσει-εδώ και τρεις μήνες-να κοιμάται το ξημέρωμα και να μένει ξύπνιος όλη τη νύχτα. Και δεν είχε πάρει αυτή την απόφαση τυχαία. Το εγχείρημα που είχε τόσο προσεκτικά σχεδιάσει, ήταν καταδικασμένο να αποτύχει κάτω από το φως της μέρας, αφού ήταν σίγουρα περισσότερες οι πιθανότητες να τον αναγνωρίσουν και τελικά να τον σταματήσουν. Είχαν όμως  περάσει τρεις μήνες και τα είχε καταφέρει ήδη δυο φορές.

   Με την αξία μου, σκέφτηκε και άναψε το μεταλλικό πορτατίφ που βρισκόταν στο κομοδίνο του. Πήγε στην ντουλάπα και έβγαλε το αγαπημένο μαύρο παντελόνι που φύλαγε για όλες τις σημαντικές περιστάσεις, μαζί με ένα γκρι βαμβακερό πουκάμισο. Ντύθηκε χωρίς βιασύνη, σοβαρός, μπροστά στον κρεμαστό καθρέφτη που φιλοξενούσε το είδωλο του. Τα ρούχα ήταν άψογα αλλά έπρεπε να φτιάξει μια μικρή λεπτομέρεια.

     Άνοιξε το πρώτο συρτάρι ενός ευρύχωρου ξύλινου επίπλου που είχε τοποθετήσει δεξιά από το κρεβάτι του και έβγαλε από μέσα, μια πρόσθετη τεχνητή κόμη με φυσικές μαύρες τρίχες. Η πωλήτρια που τον είχε βοηθήσει να διαλέξει, ήταν κατηγορηματική. Η περούκα εφάρμοζε τέλεια πάνω στα λιγοστά μαλλιά του. Αν την τοποθετούσε σωστά, θα ήταν δύσκολο ακόμα και για έναν επαγγελματία να εντοπίσει τη φενάκη. Με αυτή τη συμβουλή στο μυαλό του, τη σήκωσε ευλαβικά και ξαναγύρισε στον καθρέφτη. Την έβαλε στο κεφάλι του, όπως του είχε υποδείξει η υπάλληλος στο κατάστημα και τράβηξε το λαστιχάκι στη βάση της για να τη στερεώσει. Χαμογέλασε στην καινούργια του εικόνα. Στην πραγματικότητα δεν του άρεσαν οι μεταμφιέσεις αλλά τώρα ήταν αναγκαίο κομμάτι του εγχειρήματος. Πρώτα ένα καπέλο και ένα ζευγάρι γυαλιά. Ύστερα ένας σκούφος και ένα ψεύτικο μούσι. Απόψε η περούκα. Για την επόμενη, θα έπρεπε να σκεφτεί κάτι άλλο.

    Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν έντεκα παρά είκοσι. Με τον ηλεκτρικό ήθελε πάνω από σαράντα λεπτά για να πάει από το Μαρούσι στο Φάληρο αλλά αν έπαιρνε ταξί θα έφτανε πιο γρήγορα. Στις δώδεκα και τέταρτο, τη στιγμή που το τελευταίο τρένο θα έφευγε από τον Πειραιά, εκείνος θα περίμενε στην αποβάθρα, στο σταθμό του Φαλήρου. Θα τα κατάφερνε κι απόψε. Αρκεί να ήταν λίγο τυχερός.

    Είχε περίπου μια ώρα στη διάθεση του. Βγήκε από το μισοφωτισμένο υπνοδωμάτιο και πήγε προς την κουζίνα. Άνοιξε το ψυγείο και άφησε την ψυχρή του λάμψη να τον καθοδηγεί, όσο εκείνος έβαζε λίγο γλυκό κρασί σε ένα ποτήρι. Έπειτα κατευθύνθηκε σχεδόν στα τυφλά προς το καθιστικό, όπου τον περίμενε ένας σωρός από εφημερίδες του περασμένου μήνα. Στα πρωτοσέλιδα τους παλλόταν ο απόηχος των πράξεων του. Άναψε μερικά ρεσώ που είχε στο τραπέζι, κάθισε στον καναπέ και ξεκίνησε να διαβάζει αυτές που ήταν πάνω-πάνω:

Τρόμος για τους επιβάτες ο παρανοϊκός του τρένου, Ασύλληπτος παραμένει ο δράκος του ηλεκτρικού, Στο σταθμό ΚΑΤ, το δεύτερο θύμα του ψυχωτικού δολοφόνου.

    Ο Πέτρος άγγιξε τις τυπωμένες λέξεις και γέλασε σιγανά. Η ιδέα του είχε έρθει πριν από τρεις μήνες. Δεν ήξερε ποιος ή τι είχε γεννήσει αυτή την έμπνευση αλλά την είχε νιώσει στα νήματα του εγκεφάλου του, σαν τον ακροβάτη που προσπαθεί να ισορροπήσει σε τεντωμένο σκοινί. Κι ήταν το σώμα του, ποτισμένο στο ωστικό κύμα της αδρεναλίνης που τον ενθάρρυνε, και αυτή η φωνή που ψιθύριζε, πρέπει να το κάνεις.

   Εκείνο το βράδυ, ένα βράδυ Παρασκευής που δεν έμοιαζε με κανένα από αυτά που είχε ζήσει ως τώρα, ο Πέτρος στάθηκε πίσω από μια γυναίκα που περίμενε το τρένο στις δύο το πρωί. Ένα νεαρό ζευγάρι καθόταν στην άλλη άκρη της αποβάθρας, πολύ απασχολημένο για να δώσει σημασία στον άντρα που πλησίαζε επικίνδυνα τη γυναίκα. Όταν το τελευταίο τρένο μπήκε στο σταθμό, ο Πέτρος την έσπρωξε στις γραμμές, προσφέροντας τη σαν θυσία σε ένα θεό που μόνο εκείνος γνώριζε. Πριν να σιγήσουν τα ουρλιαχτά, εκείνος έτρεχε προς τις σκιές, οι οποίες τρέφονταν από τον ενθουσιασμό που χτύπαγε στα μηνίγγια του. Σε λίγα λεπτά είχε γίνει άφαντος.

    Από τότε το είχε ξανακάνει άλλη μια φορά. Πάλι σε γυναίκα. Δεν διάλεγε όμως τα θύματα του με βάση κάποιο κριτήριο. Ούτε έκανε κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία πέρα από την μεταμφίεση και την επιλογή του σταθμού. Αυτό που τον ενδιέφερε ήταν η έκπληξη. Ο μίτος που συνέδεε τη ρουτίνα με το αναπάντεχο. Το υποψήφιο θύμα μπορεί να είχε μόλις σχολάσει απ τη δουλειά. Να είχε κάνει έρωτα ή να αναλογιζόταν πόσα μοναχικά βράδια θα περάσει ακόμα. Μπορεί η ζωή να το είχε οδηγήσει να βλέπει το θάνατο σαν λύτρωση ή σαν κατάρα. Όπως και να χε, όπου κι αν πήγαινε ή απ όπου κι αν ερχόταν, το θύμα εκείνο το βράδυ συναντούσε το αναπάντεχο. Κι ο Πέτρος γινόταν για μια στιγμή ο Κύριος του, ο αστάθμητος παράγοντας, μια πεταλούδα του χάους.

    Έφυγε από το σπίτι του στις έντεκα και μισή. Περπάτησε δέκα λεπτά μέχρι να βγει στο κεντρικό δρόμο και χρειάστηκε άλλα πέντε μέχρι να βρει ταξί.

Φάληρο, στο σταθμό του ηλεκτρικού είπε και κούρνιασε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Έφτασε σιωπηλός στον προορισμό του, ακούγοντας μόνο το ραδιόφωνο του ταξιτζή και την προσφιλή φωνή που επαναλάμβανε σταθερά: πρέπει να το κάνεις, πρέπει να το κάνεις.

    Στις δώδεκα και πέντε στεκόταν στην αποβάθρα του σταθμού του Φαλήρου. Δεν υπήρχε κανείς. Έκανε μερικά βήματα, πολεμώντας την αόρατη μέγγενη του άγχους που έκλεινε γύρω του. Με λίγη τύχη γαμώτο, με λίγη τύχη ψιθύρισε και σταύρωσε τα δάχτυλα του σαν αδύναμο παιδί που φοβάται να ριχτεί στο παιχνίδι.

    Κι η τύχη έφερε κάποιον μέχρι τον σταθμό, τον έβαλε να ανέβει τις σκάλες και τον τοποθέτησε στην αποβάθρα στις δώδεκα και δέκα. Η αγωνία του Πέτρου κορυφώθηκε. Το τελευταίο τρένο θα έφευγε από τον Πειραιά σε πέντε λεπτά. Αν στο μεταξύ μαζευόταν κι άλλος κόσμος, το εγχείρημα δεν θα πετύχαινε.

   Ο Πέτρος πλησίασε τον άντρα ώστε να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. Το υποψήφιο θύμα του φορούσε ένα χαμηλό μαύρο καπέλο και περίμενε με το πρόσωπο στραμμένο στις γραμμές, σε μια στάση αφύσικα συμμετρική. Δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται την παρουσία του Πέτρου ή τον κίνδυνο που έφερνε αυτή μαζί της. Ευτυχώς είναι αδύνατος. Δεν θα δυσκολευτώ να τον σπρώξω, σκέφτηκε, κοιτάζοντας τον άντρα από την κορυφή μέχρι τα νύχια.

    Στις δώδεκα και τέταρτο, ήταν ακόμα μόνος με το θύμα του στην αποβάθρα ενώ το τρένο ξεκινούσε από τον Πειραιά. Λίγα λεπτά ή μια αιωνιότητα αργότερα το τρένο εμφανίστηκε στο σταθμό του Φαλήρου. Ο Πέτρος στεκόταν ήδη πίσω απ τον άντρα. Ετοιμαζόταν να τον σπρώξει προς το αναπάντεχο, όταν εκείνος γύρισε ξαφνικά. Στο πρόσωπο του υποψήφιου θύματος, ο Πέτρος αντίκρισε το καθαρό, ξεγυμνωμένο από κάθε μεταμφίεση, αντίγραφο του εαυτού του. Τώρα βρισκόταν αιχμάλωτος στα χέρια του τρόμου κι ήταν αδύνατο να ξεφύγει.

    Έμεινε να κοιτάζει τον σωσία του αποσβολωμένος. Τα άδεια μάτια που τον κάρφωναν, το λεπτό στόμα με το ειρωνικό χαμόγελο, ακόμα και τα λίγα μαλλιά που κρύβονταν κάτω από το μαύρο καπέλο, όλα ήταν δικά του. Σκέφτηκε πως θα υπάρχει μια λογική εξήγηση. Επιχείρησε να τη ζητήσει, σχηματίζοντας με τα χείλη του ένα πώς. Την ίδια στιγμή όμως που ο Πέτρος πρόφερε την ερώτηση, το πρόσωπο του διπλού του είχε μείνει χωρίς στόμα. Στη θέση του υπήρχε μια γραμμή από λεπτό κόκκινο δέρμα που έφραζε την έξοδο των σκέψεων και των ήχων.

    Ο Πέτρος γύρισε και άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένος μακριά απ το σταθμό. Δεν θυμόταν πώς έφτασε στο σπίτι του αλλά οι μικρές ώρες της νύχτας τον βρήκαν στην ίδια θέση απ όπου είχε ξεκινήσει. Στον μικρό καναπέ να διαβάζει τις υπόλοιπες εφημερίδες του σωρού:

Νεκρός ο δολοφόνος του ηλεκτρικού, Μια τραγική αυτοκτονία δίνει τέλος στον τρόμο

Πέτρος Αποστολίδης το όνομα του δράκου.

    Όταν ήρθε το ξημέρωμα ο Πέτρος ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Σκόπευε να κοιμηθεί μέχρι τις δέκα το βράδυ που θα χτύπαγε πάλι το ξυπνητήρι. Εκτός κι αν ερχόταν και για ‛κείνον το αναπάντεχο, να τον βγάλει απ τη ρουτίνα.   

 


 

  

Αγγελική Ράδου:


         Η Αγγελική Ράδου γεννήθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου του 1979. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάστηκε σε πολλά περιοδικά ενώ έχει δώσει κείμενα της στα συλλογικά έργα Αορατότητα (Εκδ. Αρχέτυπο) και Φαντάσματα (Εκδ. Άγνωστο). Αυτή την περίοδο ετοιμάζει το πρώτο της μυθιστόρημα.                    

 
copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας