Μενού    Οδηγίες υποβολής    Στήλες    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Η οικοδέσποινα    Επικοινωνία       

 

 

 

 

Η Ευτυχισμένη Πριγκίπισσα

Άννα Αφεντουλίδου

 

 

 

        

Το κορδόνι χτύπησε πάνω στα γυάλινα λουλούδια. Γυαλίζουν στο φως με λαμπερά χρώματα και όταν φυσάει ο αέρας, βγάζουν αυτόν τον όμορφο ήχο. Ή όταν τα μαστιγώνει το κορδόνι της κουρτίνας. Όπως τώρα.

     Πρακτικά. Δεν θέλουν πότισμα. Η κουρτίνα ρομάν κοραλλένια είχε καρφιτσωμένη πάνω της μια πεταλούδα. Μαγνητισμένη από τα γυάλινα λουλούδια έστεκε εντελώς ακίνητη, όσο κι αν φυσούσε.

 Όλα απόλυτα φυσικά. Σαν αληθινά. Όλα. Αληθινά. Σαν.

      Όταν επέπρωτο να προδώσει, έκοψε χοντρές μαργαρίτες από τσόχα και τις κόλλησε πάνω στο άσπρο αμπαζούρ. Είχαν κουραστεί τα μάτια της από τόσο άσπρο. Τώρα το φως γκρίνιαζε γύρω γύρω σκοτεινιάζοντας τα ζωηρά τους χρώματα. Δεν μπορούσε όμως να τις βγάλει. Μόνο να τις κάψει, αν έμενε πολλή ώρα η λάμπα ανοιχτή. Μόλις ζεσταθεί, κλείνω τον διακόπτη. Θέλει να εκραγεί, αλλά δεν μπορεί. Απλά κρυώνει. Και περιμένει. Την επόμενη φορά.

Συσσωρευμένη η οργή. Έτσι κι αλλιώς.

 

     Τίναξε πίσω τα μαλλιά της μαζί με τα τελευταία υπολείμματα μνήμης.

     Τώρα, όλα ήταν διαφορετικά..

     Μια γλυκιά μέγγενη έσφιγγε την καρδιά της. Πώς να άντεχε τόση γαλήνη; Ξημέρωνε Αύγουστος. Η ζέστη έρποντας απειλούσε. Το ιδρωμένο σεντόνι ίσως και να δρόσιζε την ανάσα της νύχτας. Τράβηξε σουρώνοντας ψηλά το εσωτερικό φύλλο της κουρτίνας. Ήδη, εκτυφλωτικά χλωμός, ο κόκκινος πρωινός ήλιος την έκανε να σφίξει τα μάτια. Ακινητούσε εκεί. Να μην τα ανοίξει. Να μην ξυπνήσει. Να μην αρχίσει η μέρα. Στη σκιά του κρεβατιού αργός ρυθμικός ο ύπνος έστελνε τα κύματα του πόθου ηχολαλώντας.

 

ΣΣε θέλω

Σσσσς! Κοιμάται!

ΣΕγώ δεν θα σ αφήσω ποτέ!

 

     Γέμιζε η ατμόσφαιρα με την έλξη των λέξεων. Πυκνό το χάδι μούδιαζε τα άκρα, την κοιλιά, την καρδιά, τη γλώσσα. Η υπέρτατη στιγμή της μέθεξης, ο αέρας, η ζέστη, το αύριο που σταματούσε αρνούμενο.

     Η γεύση της ευτυχίας τής στέγνωνε τα χείλη. Ένα ποτήρι δροσερό νερό θα έδιωχνε την τελευταία ζάλη της νύχτας. Εκείνος ακροπατώντας βγήκε από το δωμάτιο. Το μωρό στριφογύρισε ανήσυχο. Λευκό απαλό δέρμα, μαλακό σαπούνι αφρίζει στα δάχτυλα, το στήθος ελαφρά ιδρωμένο σαγήνευε ασφυκτιώντας. Το πρώτο γάλα της μέρας θα πιτσιλούσε το μουτράκι του. Θα πνιγόταν και θα έπινε λαχανιασμένο. Ένα βλέμμα ολότελα αγκιστρωμένο στο βλέμμα της. Άνοιξε τα μάτια. Όλα ήταν απρόσμενα εκεί. Τίποτα δεν είχε γλιστρήσει στην υγρασία της νύχτας.

 

     Μια φορά κι έναν καιρό, σκέφτηκε και η γλώσσα γλίστρησε στη δίνη του χρόνου παρασύροντας σ εκείνον τον άγνωστο κόσμο και τον γιο της, ήταν μια ευτυχισμένη πριγκίπισσα. Τα λευκά νερά των λιμνών στο βασίλειό της ήταν γεμάτα μικρά πιράνχας. Βουτούσε τα λεπτά της δάχτυλα, μωβ τα νύχια της με μικρούς ροζ φιόγκους, και τα μάγευε. Κι αντί για λευκά κοφτερά δόντια είχαν κόκκινες μικρές βεντούζες για άπειρα γλυκά φιλιά.

     Όταν έβγαινε ο ήλιος, χαμογελούσε γαλήνια.

    -Τι όμορφος αυτός ο καινούριος ήλιος! έλεγε.

    -Μα, δεν είναι καινούριος, της λέγανε. Κάθε μέρα ο ίδιος βγαίνει.

     Κι αυτή απορούσε. Σαστισμένα τα τεράστια μάτια της, τους συγχωρούσαν. Την μικρόνοια και την μικροψυχία. Την σκληρότητα των σκέψεων και τον σπαραγμό των λέξεων. Κι έλεγε:

   -Ασφαλώς και είναι καινούριος ο ήλιος μας κάθε μέρα.

   Έβγαζε τα σανδάλια της, γαλάζια λεπτά ποδαράκια, μωβ δαχτυλάκια βουτούσαν στο ποτάμι κι έλεγε:

  - Τι δροσερό αυτό το καινούριο ποτάμι μας!

  -Μα δεν είναι καινούριο, έλεγαν. Και είναι πολύ παγωμένο!

    Κι αυτή δίσταζε για λίγο ανοίγοντας την ψυχή της πολύ-πολύ, μήπως και ένιωθε κάτι διαφορετικό.

 -Ασφαλώς και είναι καινούριο το ποτάμι, απαντούσε. Το νιώθουμε τόσο δροσερό!

   Και προχωρούσε

 

  - Το νερό βράζει στην κατσαρόλα, αγάπη μου, ακούστηκε η φωνή του.

     Καλημέρα

  


 

 

 Άννα Αφεντουλίδου:


        Γ
εννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Λογοτεχνία, με ειδίκευση στη Γενική Συγκριτική Γραμματολογία, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει ασχοληθεί, σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών, με την ποίηση του Α. Εμπειρίκου και με τη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία.

Σήμερα ζει στην Πρέβεζα και εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

 Έχει παρακολουθήσει Σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πρέβεζας. Συμμετείχε επίσης στον κύκλο σεμιναρίων Αφηγηματολογίας του Περιοδικού Πανδώρα. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή (Ελλείπον Σημείο Πανδώρα 2010), η οποία ήταν στη μικρή λίστα υποψήφιων βιβλίων για τα Λογοτεχνικά Βραβεία 2010 του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ.

 

copyright 2009-2011, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας