ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Γεννήθηκα τον Ιούλιο του 1973 στην Αθήνα. Στην ίδια όμορφη πόλη τελείωσα το Λύκειο το 1991, ιδιωτική σχολή δημοσιογραφίας το 1994 και σχολή Πληροφορικής το 2004. Έχω αλλάξει πάρα πολλές διαφορετικές δουλειές... Συμμετείχα στην έκδοση πολιτικού fanzin την περίοδο 1990-1991 (Το Ρήγμα) και εξέδωσα το δικό μου το 1996-1997 (Στο Φαλιμέντο). Έγραφα στην εβδομαδιαία εφημερίδα Κόντρα για αρκετά χρόνια χρονογράφημα και ευθυμογραφικά κείμενα. Από το 2008 γράφω στο δικό μου blog επίσης χρονογραφήματα, κείμενα, σχόλια και ότι μου έρθει χωρίς περιορισμό... Παράλληλα γράφω που και που μικρές ιστορίες και «ποιήματα» (Short Stories και Λογάκια στη προσωπική μου ορολογία) που και αυτές τις εκδίδω σε άλλη προσωπική μου σελίδα. Σήμερα εργάζομαι σαν ιδιωτικός υπάλληλος σε εταιρεία πληροφορικής και ελπίζω κάποτε να εκδώσω μερικά δικά μου «πράγματα» σε χαρτί και να ασχοληθώ πιο επαγγελματικά με έντυπες και ηλεκτρονικές εκδόσεις. Και φυσικά περισσότερο με το γράψιμο…


Κύριο Μενού

 

 

Ντάνος

 

του Δημήτρη Ζαφείρη

 

Δεύτερη Θέση στο Διαγωνισμό Μικροδιηγήματος 

                       

      

Πήρα το Ντάνο με τη μηχανή.
Έξω από το Μαρινόπουλο ήτανε. Γερμένος πάνω στη διαφημιστική πινακίδα, στη στάση του λεωφορείου. Είπε ότι τον έστειλε η μάνα του –αυτό το γέρικο σκυλί– να αγοράσει πρόβειο γιαούρτι από το σούπερ μάρκετ. Εντάξει, συμβαίνουν αυτά στο Ντάνο. Υποχωρεί και χαλάει τα πρωινά του γιατί δε δουλεύει και έχει ανάγκη αυτό το γέρικο σκυλί.


Το σπίτι είναι κοντά, στα πεντακόσια μέτρα. Αλλά ο Ντάνος φαίνεται χάλια. Μοιάζει με ξεφουσκωμένη σαμπρέλα. Ε, τον λυπήθηκα. Τον πήρα μαζί με το γιαούρτι να τους πετάξω στη μονοκατοικία. Μυρίζει χημική ανάλυση και ξεραμένη μαλακία.
Το πρόβειο αντίθετα είναι μια χαρά, έχει και ένα πλαστικό κουτάλι μέσα στη σακούλα.


Κατάφερε να ανέβει με τη τρίτη προσπάθεια. Με πιάνει από τη μέση ρε γαμώτο. Σκύβει και το νυσταγμένο κεφάλι του στον ώμο μου και έτσι ξεκινάμε.
Φυσάει μια νότια καλοκαιρινή λάβα που γίνεται χειρότερη από την πυρακτωμένη άσφαλτο και τα καυσαέρια του μπροστινού λεωφορείου μας τυλίγουν σε ένα σύννεφο. Θέλω να λιποθυμήσω και εκείνος συνέρχεται. Τον αισθάνομαι να ορθώνει το κορμί του.


Σκέφτομαι ‘δε γαμιέται’. Έτσι πάει το πράγμα, αν δεν τον ήθελα να μην τον έπαιρνα τον Ντάνο με τη μηχανή. Στρίβουμε από τη λεωφόρο δεξιά και μπαίνουμε στη Σπύρου Λούη. Σε λίγο θα χωθώ στη δροσιά του κλιματιστικού…


Μια μέτρια γκόμενα στέκεται στο πεζοδρόμιο, στα πενήντα μέτρα. Θέλει να περάσει απέναντι. Ρίχνω ταχύτητα και κρατάω δεξιά για να σιγουρευτώ ότι είναι μέτρια. Την στιγμή που περνάμε δίπλα της, χασμουριέται. Ακούω τη ψιλή φωνή του Ντάνου πίσω μου: “μωρή κλείσε το στόμα κυκλοφορούν ιπτάμενες πούτσες χερ-χερ”. Ένιωσα τις τρίχες στο σβέρκο να σηκώνονται. Μόνο αυτές στο σβέρκο. Αλλόκοτο.


Κοίταξα κάτω και γκάζωσα για να εξαφανιστούμε. Από τη στιγμή που τον είδα είχε ξεστομίσει προηγουμένως μόνο “με έστειλε να πάρω πρόβειο” και “ναι πάμε” όταν τον ρώτησα αν θέλει να τον πετάξω σπίτι. 

 

Φτάσαμε.


Το γέρικο σκυλί κάθονταν στα σκαλοπάτια κοιτώντας τις αυλακώσεις στα μάρμαρα. Πετάχτηκε έξω, βούτηξε τη σακούλα με το γιαούρτι και εξαφανίστηκε τρέχοντας στο εσωτερικό του ετοιμόρροπου σπιτιού. Δεν είχε φύγει ποτέ από αυτό το σπίτι ο Ντάνος.  Σαράντα πέντε χρόνια. Το δωμάτιο του ήταν στο πίσω μέρος και ήταν δροσερό. Στο χολ είχαν ένα ψυγείο από την εποχή που ο πατέρας του  έχτισε την μονοκατοικία με μεροκάματα από την οικοδομή,  το 1965.


Το ψυγείο μούγκριζε χαλασμένο και όταν ερχόμουν καμιά μέρα να τον δω όταν ήμαστε μικροί, το κοίταγα εκστασιασμένος. Έλεγα θα ανοίξει και θα βγει από μέσα ο παππούς του Ποπάυ με τη μποτίλια  στο χέρι.


Από τότε που αυτοκτόνησε ο πατέρας του μένανε μόνοι ο Ντάνος και το γέρικο σκυλί. Είχα δεκαετίες πλάκα πλάκα να περάσω το κατώφλι. Δεν θα το έκανα ούτε σήμερα.  Κάποια στιγμή άκουσα ότι τους είχε δει μια λειτουργός. Μάλλον γιατί  τους κόπηκε η σύνταξη. Πέρασε  καιρός και ξέχασα να μάθω τη συνέχεια…


Κατέβηκε χαμογελαστός.  Χωρίς να γυρίσει άρχισε να σέρνεται μέχρι την ανοιχτή είσοδο. Δε με χαιρέτησε. Σκέφτομαι  ‘δε γαμιέται’. Έτσι πάει το πράγμα,  ο καθένας το δρόμο του. Έβαλα μπροστά για το σπίτι. Είναι δυο δρόμους παρακάτω.
Τότε που ερχόμουν, εμείς μέναμε πίσω από την εκκλησία, λίγο πιο μακριά.
Αυτή η ζέστη κάνει το μυαλό κουρκούτι, έτσι;  Κοιτάω μία το δρόμο που φλέγεται από τη ζέστη και μία τον μπλε ουρανό. Ούτε ένα σύννεφο. Είναι όμως καλές συνθήκες για ιπτάμενες πούτσες…


Τα λάστιχα θέλουν φούσκωμα.  Και να σταματήσω να πάρω τσιγάρα…

  

   

    Καλοκαίρι 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας