ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Η Κέλλυ Θεοδωρακοπούλου γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα, είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και εργάζεται σε τράπεζα. Γράφει από το 2007 και ένα της διήγημα έχει συμπεριληφθεί στη συλλογή "10 Ιστορίες του Φανταστικού" των εκδόσεων Αρχέτυπο.  


Κύριο Μενού

 

 

Post-Σεραφίνα

 

της Κέλλυ Θεοδωρακοπούλου

 

Τέταρτη Θέση στο Διαγωνισμό Μικροδιηγήματος 

 
 

                       

      Αποθετικά λέγονται τα ρήματα που κλίνονται σαν παθητικά και συντάσσονται σαν ενεργητικά. Το βιβλίο είχε ακόμα κάποια σημάδια σκόνης και οι σελίδες του, κίτρινες και διάφανες από το χρόνο, ήταν στριμμένες στις άκρες. Η γριά κατάφερε να το κλείσει με το ένα χέρι χωρίς να της πέσει. Αναστέναξε σιγανά και αναλογίστηκε την πιθανότητα να άρχιζε να συλλέγει άχρηστα πια αντικείμενα, αναζητώντας παρηγοριά στην ασχετοσύνη τους με την πραγματικότητα. Κοίταξε το άλλο της χέρι. Η έκρηξη που της το είχε κόψει είχε μισοσβήσει και το τατουάζ με το ψευδώνυμο της στο πρώτο διαδικτυακό φόρουμ όπου είχε γίνει μέλος.

Αναστέναξε πιο βαθιά. Σήμερα ο άνεμος στην έρημο φυσούσε πολύ καυτός, σαν να ερχόταν από την κόλαση, και η σκόνη που στροβίλιζε πάνω από τους αμμόλοφους ήταν κόκκινη. Σε κάποιον άλλο το χρώμα αυτό θα θύμιζε την αρχική κατάσταση της άμμου, όλα εκείνα τα αντικείμενα, τα μηχανήματα, τα κτίρια, που είχαν τριφτεί για να δημιουργηθεί αυτή η έρημος, και θα του χαλούσε τη διάθεση. Η γριά, βέβαια, είχε συνηθίσει πια, αλλά όχι ότι η θέα αυτή την έκανε αισιόδοξη.

Ίσιωσε ό,τι είχε μείνει από το άλλοτε ψηλό της ανάστημα, ξερόβηξε και ύψωσε βραχνή φωνή:

-Σεραφίνα!

Πίσω από τα χαλάσματα που σημάδευαν το υπόγειο καταφύγιο, ξεπρόβαλε η γάτα. Τα αυτιά της ήταν όρθια και το φως του ήλιου έκανε τη ράχη της να λάμπει. Aθόρυβη. Για τον ίδιο λόγο που ένα μωρό μένει μουγγό αν μεγαλώσει μακριά από ανθρώπους. Ούτε πριν από τον πόλεμο είχε καταφέρει η γριά να μάθει να νιαουρίζει πειστικά.

Έσυρε το κουτσό της πόδι ως τη Σεραφίνα, την κάρφωσε με το βλέμμα του μοναδικού της ματιού και, σουφρώνοντας ό,τι είχε απομείνει από τα χείλη της, μιμήθηκε το σκούξιμο ενός άλλου ζώου. Η γάτα πήρε την εντολή και εξαφανίστηκε πηδώντας πίσω από λόφους όχι ακόμα κονιορτοποιημένων συντριμμιών.

Η γριά έμεινε για λίγες στιγμές ακίνητη, με τον αέρα να προσπαθεί να της ταράξει τις κολλημένες τούφες. Σχεδόν ευχήθηκε να υπήρχε κάποιος να τη δει και να ερμηνεύσει αυτή της την ακινησία ως σύμπτωμα γεροντικής άνοιας. Αλλά όλοι της οι φίλοι των τελευταίων ετών ήταν είτε αρκετά μεγάλοι για να πεθάνουν από γηρατειά είτε αρκετά νέοι για να πάνε να πολεμήσουν...

Κούνησε το κεφάλι της πέρα δώθε, αλλά οι μαύρες σκέψεις δεν ξαγκιστρώθηκαν.

Βρήκε μια θέση σκιερή ανάμεσα στα χαλάσματα και κάθισε με προσοχή, να μη σκουντήσει κανένα πονεμένο σημείο. Ξέχωσε από τα μπάζα ένα άλλο βιβλίο και το άνοιξε στην τύχη: Η επικοινωνία προϋποθέτει την επαρκή γνώση ενός κοινού κώδικα και από τον πομπό και από το δέκτη του μηνύματος. Όσο πληρέστερη, δε, η κατοχή του κώδικα αυτού, τόσο πιο επιτυχημένη και ακριβής η επικοινωνία.

Με το αίσθημα ανθρώπου που ξεφυλλίζει παλιά του ημερολόγια, θυμήθηκε κάτι άλλο, θαμμένο και αδιάφορο τώρα πια: το παλαιότερο άγχος της ζωής της ήταν οι γνώμες των άλλων, το γνωστό «τι θα πει ο κόσμος». Τώρα μπορούσε να φωνάξει, να τραγουδήσει, να χορέψει (που λέει ο λόγος) χωρίς κανείς να τη δει ή να την ακούσει, χωρίς κανείς να διαμαρτυρηθεί σχολιάζοντας, κουτσομπολεύοντας, κόβοντάς της τα φτερά για να χωράει στην ιδέα που είχε εκείνος στο μυαλό του γι’ αυτήν. Αλλά... Αλλά και χωρίς να καταγραφούν και πουθενά οι κινήσεις της, η φωνή της, τα λόγια της. Για μια στιγμή κατάλαβε πώς νιώθουν τα φαντάσματα, όταν διαπιστώνουν ότι δεν έχουν είδωλο στον καθρέφτη...

Ένας μουντός πόνος στο στομάχι την επανέφερε στην πραγματικότητα. Θα άκουγε και τα γουργουρητά, αλλά τελευταία υποψιαζόταν ότι είχε αρχίσει να κουφαίνεται. Δεν την πείραζε. Την ελπίδα να βρει κάτι ωραίο να ακούσει την είχε εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό.

Σηκώθηκε ξανά όρθια και έψαξε με βλέμμα ανυπόμονο γύρω γύρω, αγνοώντας τον ήλιο και τον άνεμο που την τσουρούφλιζαν. Αν δεν είχε χρησιμοποιήσει όλες τις μπαταρίες που είχε βρει για να φορτίσει τη μία πιο σημαντική, θα έψαχνε για κανένα ρολόι, να χρονομετρήσει τη Σεραφίνα. Αναλογίστηκε την ειρωνεία του να έχει ξεμείνει μόνη της με μια γάτα, αυτή, που πάντα προτιμούσε τους σκύλους. Το πικρό χαμόγελο δεν έφτασε στα χείλη της.

Σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη της, η Σεραφίνα παρουσιάστηκε ξανά στην αρχική της θέση, με τα δόντια απασχολημένα. Το στόμα της γριάς γέμισε σάλια καθώς την πλησίαζε και της άρπαζε το μικρό πτώμα, ενώ οι χτύποι της καρδιάς της πολλαπλασιάζονταν από την αδρεναλίνη της ανυπομονησίας.

Για πότε βρέθηκε το ποντίκι γδαρμένο, σουβλισμένο, να ψήνεται στην πρόχειρη θράκα, σε ένα απάνεμο μέρος των ερειπίων, και η γάτα δίπλα όρθια, η γριά δεν το πήρε χαμπάρι, όσο κι αν της έφαγε πολλή ώρα. Η αντίληψή της ξανάρχισε να λειτουργεί μόλις πήγε κάτω η πρώτη μπουκιά.  

«Αχ, μπράβο, Σεραφίνα μου, παχύ παχύ! Τι βρίσκουν και τρώνε αυτά τα σιχαμένα!»

Σε μια χειρονομία ευγνωμοσύνης, η γριά άπλωσε το χέρι της προς τη γάτα και την αγκάλιασε απ’ τη ράχη. Όχι με πολλή δύναμη, βέβαια, γιατί ο ήλιος είχε πυρακτώσει το μέταλλο. Από τόσο κοντά μπορούσε να ακούσει το ελαφρύ βουητό των μηχανικών της μελών, όπως τα κινούσε η μία πιο σημαντική μπαταρία.

Η γριά ησύχασε: δεν είχε κουφαθεί.

     Κρατήθηκε μηχανικά. Αλλά ύστερα, καθώς θυμήθηκε ότι από πριν τον πόλεμο είχε ξηροφθαλμία, άφησε τα δάκρυα ελεύθερα...

 

   

    Φθινόπωρο 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας