Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Το Λουλουδόπαιδο

Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου

 

Τη λένε Ανθή. ΄Ομως η γιαγιά δεν τη φώναζε ποτέ με τ όνομά της, όταν ήταν μαζί τους. Την έλεγε πάντα λουλούδι μου. Η μαμά νομίζει πως ξέρει το λόγο: Τη γιαγιά την έλεγαν κι εκείνη Ανθή. Δεν ήθελε λοιπόν να φωνάζει το ίδιο της το όνομα, θα ήταν σαν να φώναζε τον εαυτό της.

Ο μπαμπάς έχει άλλη γνώμη. Ξέρει καλά πως η γιαγιά λάτρευε τα λουλούδια. ΄Ελεγε λοιπόν την εγγονή της λουλούδι μου, για να δείξει ότι την αγαπούσε πολύ.

Και η Ανθή την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά. Μα η γιαγιά έφυγε πριν από λίγο καιρό. Για πάντα είπαν οι μεγάλοι. 

Δεν της αρέσει της Ανθής αυτό το για πάντα. Νιώθει πολύ, μα πολύ λυπημένη. Και θέλει να βρει έναν τρόπο να φέρει πίσω ξανά τη γιαγιά, να μένει πάλι στο σπίτι τους.

Το βράδυ λοιπόν στο κρεβάτι, λίγο πριν αποκοιμηθεί, της έρχεται μια ιδέα. Αν γινόταν λουλούδι πραγματικό, λες η γιαγιά να χαιρόταν πολύ και να ξαναγύριζε; Μπορεί τότε να ήθελε να τη σφίξει και πάλι στην αγκαλιά της, να τη φιλήσει και να την ξαναπεί όπως πάντα λουλούδι μου. Αλλά τι λουλούδι πρέπει να γίνει άραγε η Ανθή; Ποιο απ όλα τα λουλούδια να εννοούσε η γιαγιά;

Μήπως τριαντάφυλλο; Ναι, σίγουρα τριαντάφυλλο! Πέρσι το καλοκαίρι που κάποιος έφερε στη γιαγιά ένα μεγάλο μπουκέτο, εκείνη το μύρισε και είπε:

Τα καλοκαιρινά τριαντάφυλλα έχουν την πιο δυνατή ευωδιά.

Κλείνει τα μάτια της λοιπόν η Ανθή, παρακαλεί μία μία τις καλές νεράιδες των παραμυθιών, κι εκείνες της κάνουν το χατίρι αμέσως.

Γίνε όποιο λουλούδι επιθυμείς αποκρίνονται όλες μαζί.

Και η Ανθή γίνεται στη στιγμή ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο.

Αχ, τι πανέμορφο λουλούδι! ξαφνιάζονται του κήπου τα δέντρα και τα φυτά.

Και πως μοσχοβολάει! πετιούνται και τα ζουζούνια. Απόψε κανένα μας δε θα πάει για ύπνο. Θα μείνουμε όλα ξύπνια κοντά του να το μυρίζουμε!.

            Είναι στ αλήθεια το ωραιότερο τριαντάφυλλο που έχουμε δει ποτέ! θαυμάζουν από ψηλά και τα αστέρια.

Και το πιο χαρωπό συμπληρώνει o γκιόνης από μακριά.

Δίκιο έχει. Νιώθει πολλή χαρά η Ανθή. Γιατί σε λίγο θα γυρίσει η γιαγιά, θα τη σφίξει στην αγκαλιά της και θα την πει τριανταφυλλάκι μου.

΄Αδικα περιμένει ωστόσο. Η γιαγιά δεν έρχεται. Δίχως άλλο δε θα είχε στο νου της ένα τριαντάφυλλο, κάθε φορά που φώναζε λουλούδι μου την Ανθή. ΄Αλλο λουλούδι θα φανταζόταν. Αλλά ποιο;

Μήπως κυκλάμινο; Αυτό, βέβαια! Πώς δεν το σκέφτηκε τόση ώρα; Η γιαγιά, πέρσι το φθινόπωρο που είχαν πάει εκδρομή στο βουνό, είχε πει:

Τα κυκλάμινα είναι τα ωραιότερα αγριολούλουδα του φθινοπώρου.

Αφού λοιπόν οι καλές νεράιδες  είπαν στην Ανθή γίνε όποιο λουλούδι επιθυμείς, θα γίνει κι εκείνη κυκλάμινο. Και μάλιστα τώρα αμέσως.

Αχ, τι μαγευτικό αυτό το κυκλάμινο! θαυμάζουν τώρα τα δέντρα και τα φυτά στην πλαγιά του βουνού.

Και τι γλυκό χρώμα που έχουν τα πέταλά του! συμφωνούν τα ζουζούνια Απόψε δε θα κοιμηθούμε καθόλου. Θα ξαγρυπνήσουμε πλάι του να το βλέπουμε, να το χορτάσουν τα μάτια μας!.

Είναι το πιο γοητευτικό κυκλάμινο που είδα ποτέ! βεβαιώνει και το φεγγάρι από ψηλά.

Και το πιο χαρούμενο συμπληρώνει από κάποιο κλαδί το τριζόνι.

Καλά το λέει. Η Ανθή είναι πολύ χαρούμενη.  Γιατί όπου να ναι θα γυρίσει η γιαγιά, θα την αγκαλιάσει, θα τη φιλήσει και θα την πει γλυκό μου κυκλάμινο.

΄Ομως άδικα περιμένει. Η γιαγιά δεν φαίνεται πουθενά. Δε θα σκεφτόταν ένα κυκλάμινο, φαίνεται, όταν έλεγε λουλούδι μου την Ανθή. ΄Αλλο  θα έβαζε με το νου της. Αλλά τι;

Μήπως μια ολάνθιστη μυγδαλιά; Φυσικά! Πώς το ξέχασε η Ανθή. Τον περασμένο χειμώνα που είχαν πάει στην εξοχή, είδαν μια μυγδαλιά γεμάτη άσπρα λουλούδια.

Να μια χειμωνιάτικη νυφούλα της φύσης! είχε πει η γιαγιά. Δείτε τι όμορφα στολισμένη που είναι!

Ανθισμένη μυγδαλιά θα γίνει λοιπόν η Ανθή.

Τι πανέμορφη νύφη! θαυμάζουν τώρα τη μυγδαλιά τα φυτά και τ άλλα δέντρα στον κάμπο.

Πώς φέγγει έτσι ντυμένη ολόκληρη στ άσπρα! παρατηρούν τα ζουζούνια. Ακόμα και να θέλαμε να κοιμηθούμε απόψε, δε θα τα καταφέρναμε, έτσι που διώχνει το σκοτάδι με το λευκό, λουλουδένιο της φόρεμα!.

Φωτίζει περισσότερο κι από μένα! φωνάζει από ψηλά ο Αυγερινός. Θαρρείς και θα χαράξει σε λίγο από το δικό της το φως!.

Φέγγει κι από τη μεγάλη χαρά της! τιτιβίζουν αγουροξυπνημένα τα πουλιά στα κλαδιά.

Σωστά μιλάνε. Η Ανθή νιώθει μεγάλη χαρά. Γιατί από στιγμή σε στιγμή θα φτάσει η γιαγιά, θα την αγκαλιάσει, θα τη φιλήσει και θα την πει μυγδαλιά μου.

Μα πάλι άδικα περιμένει. Η γιαγιά δε λέει να έρθει. Που σημαίνει ότι δε θα είχε στη σκέψη της μια μυγδαλιά, όταν φώναζε την εγγονή της λουλούδι μου. Με κάτι άλλο θα την παρομοίαζε. ΄Αλλά με τι;

Μήπως με μια μαργαρίτα; Ε, λοιπόν η Ανθή δε θ αργήσει. Θα γίνει αμέσως μαργαρίτα πραγματική. Γιατί κάθε άνοιξη η γιαγιά ήθελε να μαζεύουν μαργαρίτες στην εξοχή. Μαργαρίτα θα γίνει λοιπόν με ολόασπρα πέταλα, ένα κίτρινο κεφαλάκι κι ένα κοτσανάκι που να πηγαίνει πέρα δώθε με το φύσημα του αέρα.

Πεντάμορφη αυτή η μαργαρίτα λένε σε λίγο στην εξοχή τα δέντρα και τα φυτά.

Ναι, πεντάμορφη και ολόφρεσκη! χασμουριούνται τα ζουζούνια νυσταγμένα. Θα κοιμήθηκε καλά, φαίνεται, το βράδυ. ΄Οχι σαν εμάς που δεν κλείσαμε μάτι....

Είναι η ωραιότερη μαργαρίτα που έχω φωτίσει ποτέ παραδέχεται και ο ήλιος, που μόλις φάνηκε πίσω από την κορφή του βουνού.

Και δείχνει ολόχαρη συμπληρώνουν δυο συννεφάκια που ταξιδεύουν στον ανοιξιάτικο ουρανό παρέα με τα πουλιά.

Είναι ολόχαρη πραγματικά η Ανθή. Γιατί τώρα πια η γιαγιά δε θ αργήσει. Θα έρθει οπωσδήποτε, θα τη φιλήσει γλυκά και θα την πει μαργαρίτα μου.

΄Αδικα περιμένει κι αυτή τη φορά. Η γιαγιά δεν έρχεται ούτε τώρα. Πρέπει φαίνεται να δοκιμάσει πολλά λουλούδια ακόμα η εγγονή της, ώσπου να βρει ποιο ακριβώς εννοούσε όταν ήταν κοντά τους και τη φώναζε πάντα λουλούδι μου.

             Γίνεται λοιπόν η Ανθή, με τη σειρά, κάθε λουλούδι που της είχε μάθει η γιαγιά τ όνομά του: Ανεμώνα, αζαλέα, αμαρυλλίδα, ασφοδίλι, βιολέτα, βουκαμβίλια, γαζία, γαρδένια, γαρύφαλλο, γεράνι, γιασεμί, γιούλι, γλαδιόλα, δάφνη, εκατόφυλλο, εντελβάις, ζουμπούλι, ζαφορά, ηλιοτρόπιο, θυμάρι, ιβίσκος, ίριδα, καμέλια, καμπανούλα, κατιφές, κοράλλι, κρόκος, κρινάκι, λωτός, μανόλια, μανουσάκι, μενεξές, μιμόζα, μπιγκόνια, νάρκισσος, νούφαρο, ντάλια, νυχτολούλουδο, ορτανσία, πανσές, παπαρούνα, πασχαλιά, πετούνια, πυράκανθος, ρεζεντά, σκυλάκι, σπάρτο, τουλίπα, υάκινθος, υπερικό, φούλι, φούξια, φρέζια, χαμομήλι, χρυσάνθεμο, ωρολόγι...

Και στο τέλος όλα μαζί και λίγο απ όλα.

Θεέ μου, τι αριστούργημα είν αυτό, τι καταπληκτικό λουλουδόπαιδο βλέπουν τα μάτια μας! ψιθυρίζουν θαμπωμένα όλα τα δέντρα και τα φυτά.

Τέτοιο παιδί πολύχρωμο, καμωμένο από τόσων λογιών λουλούδια δεν έχουμε ξαναδεί, ούτε στον ύπνο μας, ούτε στο ξύπνιο μας! θαυμάζουν όλα τα ζουζούνια και τα πουλιά.

        Είναι ένα θαύμα της φύσης! γελάει ο ήλιος, που έχει φανεί ολόκληρος πια.

         Και χαίρεται η Ανθή, αχ πώς χαίρεται! Γιατί τώρα - ε, δεν μπορεί πια! - θα έρθει η γιαγιά επιτέλους!

Ο ήλιος χαϊδεύει με τις αχτίδες του της Ανθής τα μαλλιά. Της δίνει κι ένα φιλάκι στο μέτωπο. Μήπως δεν είναι ο ήλιος; Μήπως είναι η γιαγιά;

Ξύπνα, λουλούδι μου! ακούει μια φωνή σιγανή. Ξύπνα να ετοιμαστείς, ώρα για το σχολείο!

Είναι η μαμά.

Η Ανθή ανοίγει τα μάτια της...

Την κοιτάζουν χαμογελώντας τα δυο συννεφάκια που κατέβηκαν από τον ουρανό... ΄Οχι, δεν είναι τα συννεφάκια, είναι ο μπαμπάς κι η μαμά.

Ξύπνα, λουλούδι μου! λέει κι ο μπαμπάς.

Ποιο λουλούδι απ όλα εννοείτε; θέλει να τους ρωτήσει η Ανθή, μα νυστάζει ακόμα πολύ, δεν μπορεί να μιλήσει.

Μιλούν εκείνοι. Της λένε πως είναι το λουλούδι τους, το ανθάκι της οικογένειας. Κι όσο θα μεγαλώνει, τόσο πιο όμορφο λουλούδι θα γίνεται. Η γιαγιά θα τη βλέπει από ψηλά και θα χαίρεται. Θα της στέλνει την ευχή της με τ άστρα και το φεγγάρι κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί. Θα παρακαλεί τον ήλιο να της χαϊδεύει με τις αχτίδες του τα μαλλιά το πρωί. Θα παραγγέλνει στα συννεφάκια να τη χαιρετούν όταν φεύγει για το σχολείο. Και θα βάζει το αεράκι να της ψιθυρίζει στο δρόμο:

Λουλούδι μου, η γιαγιά σ αγαπάει και σε καμαρώνει.

΄Ενα φύλλο πέφτει μπροστά στο παράθυρο, ένα ζούδι πετάει ψηλά, ένα πουλάκι χτυπάει το τζάμι...

Σήκω, Ανθή! της γνέφουν ανήσυχα. Θ αργήσεις! Σε περιμένουν τα παιδιά στο σχολείο!

Σηκώνεται η Ανθή επιτέλους. Και σε λίγο είναι έτοιμη, με τη σάκα στο χέρι.

Στο καλό, λουλούδι μου! τη φιλάει η μαμά.

Στο καλό, λουλούδι μου! την αγκαλιάζει ο μπαμπάς.

Στο καλό, λουλούδι μας! την αποχαιρετούν τα φυτά και τα δέντρα, τα ζουζούνια και τα πουλιά, ο ήλιος και τα συννεφάκια.

Καλό δρόμο, λουλούδι μου! της ψιθυρίζει τελευταίο το αεράκι στ αυτί.

            Κι η φωνή του είναι ίδια με τη φωνή της γιαγιάς.  


Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου:

Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην καρδιά της Αθήνας, στα Εξάρχεια. Παίζοντας στο λόφο του Στρέφη και πριν ακόμα μάθει να γράφει, έπλαθε ιστορίες με το μυαλό της και ονειρευόταν να τις βάλει κάποτε σε βιβλία. Πολύ αργότερα άρχισε στ αλήθεια να γράφει παραμύθια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Τα βιβλία τής έφεραν τη χαρά της δημιουργίας, τρυφερά γράμματα από τα παιδιά και αναγνώριση από τους μεγάλους. Τιμήθηκε με τo Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας της Ακαδημίας Αθηνών, με δύο Κρατικά Βραβεία Παιδικού Βιβλίου, με τιμητικά διπλώματα από τo Πανεπιστήμιο της Padova και τη Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα, καθώς και με δέκα ακόμη πανελλήνια βραβεία. Έργα της έχουν μεταδοθεί από τo ραδιόφωνο και την τηλεόραση κι έχουν μεταφραστεί στα ιαπωνικά, στα αγγλικά, στα αλβανικά και στα κορεατικά.

Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο της υπάρχουν στην ιστοσελίδα: http://www.loty.gr

 
copyright 2009-2010, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας