Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι    Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...    Επικοινωνία     

 

 

 

 

Ο εξουσιαστής των κραυγών και των ψιθύρων

Χριστόφορος Παυλίδης

 

1

Τ' αλυχτίσματα των σκύλων ξεσήκωσαν τους χωρικούς από το μούδιασμα του ύπνου. Κόντευαν μεσάνυχτα κι' έξω το κρύο περόνιαζε τα κόκαλα. Αναθεματίζοντας εκείνον που τολμούσε να ταράξει τη μακάρια ανάπαψή του, ο Σαρμανδός, ο Δραγουμάνος των Γαλιανών, ντύθηκε βιαστικά, άρπαξε το όπλο του κι' ένα φακό κι' ανοίγοντας την πόρτα, μπήκε στην αγκαλιά του παγερού σκοταδιού.
Κατευθύνθηκε προς το πάρκο των ηρώων -στην ανατολική γωνιά του χωριού-, απ' όπου ακούγονταν τα νευρωτικά γαβγίσματα των ζώων.
Κοντοζυγώνοντας, στάθηκε κι' αφουγκράστηκε. Ο σαματάς δεν έρχονταν από κάποιο συγκεκριμένο σημείο, αλλά πλησίαζε κι' έφευγε ταχύτατα, πράγμα που σήμαινε ότι ο άγνωστος επισκέπτης βρισκόταν σε διαρκή κίνηση και μάλιστα τέτοια που δεν ταίριαζε σε ανθρώπινο ον. 
Ο Σαρμανδός δίστασε. Η συναίσθηση του καθήκοντος τον έσπρωχνε στην καταδίωξη του ταραξία, μα κάποιος φόβος απροσδιόριστος, κρατούσε τα πόδια του ριζωμένα στο χώμα! Συνειδητοποιώντας την ψυχική του κατάσταση, προσπάθησε να επιβληθεί στον εαυτό του, αλλά μάταια! Γιατί, προτού καλά - καλά προλάβει να τα καταφέρει, κάτι αόρατο -μα συμπαγές- πέρασε σαν σίφουνας από δίπλα του, ακολουθούμενο από μία αγέλη αγριεμένων σκυλιών. 
Κυριαρχούμενος από πανικό, έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε καθιστός χάμω, πασχίζοντας να ξεχωρίσει από το σκοτάδι, το ακόμα πιο μαύρο αντικείμενο του φόβου του. Κι' όταν κατάλαβε πως θα ταν αδύνατο να επιμείνει περισσότερο, πετάχτηκε σαν ελατήριο και όρμησε σαν παλαβός να κλειδωθεί στην ασφάλεια του πέτρινου σπιτιού του. Λίγα μόνο μέτρα απείχε από τη σωτηρία, όταν ένιωσε πίσω του το καυτό φύσημα της ανάσας. Δεν πρόκανε να στραφεί αντιμέτωπος σ' εκείνη την Οντότητα, που τόσο αθόρυβα τον είχε προσεγγίσει. Αισθάνθηκε το σούβλισμα των κοφτερών νυχιών στους ώμους, άκουσε τον βροντερό βρυχηθμό της και τέλος, -προτού σβηστεί ο αντίλαλος- κόπηκε και της δικής του ζωής το νήμα, μαζί με το αίμα που ξεπήδησε από την κομμένη του καρωτίδα. Κι' ύστερα, λες κι' όλα, όσα διαδραματίστηκαν, να πρόσμεναν αυτόν τον επίλογο, απόλυτη ησυχία απλώθηκε τριγύρω, σαν τίποτα να μην είχε συμβεί εκείνη τη νύχτα, που έκλεινε αργά και σταθερά τις φτερούγες της στον ερχομό του λυκόφωτου.

                                                                             2

Γύρω στο μεσημέρι της επόμενης μέρας ήρθε στους Γαλιανούς ο περιφερειακός αστυνομικός Διοικητής, για να πάρει καταθέσεις απ' όσους τυχόν είχαν μαρτυρήσει το συμβάν. Όμως, αλίμονο! Ένας κλοιός ένοχης σιωπής τον απομόνωσε σαν πάτησε το πόδι του στο χωριό, δείχνοντας του πρόωρα τον δρόμο της άπραγης επιστροφής.
Ήταν τόσο απογοητευτικό! Κανένας δεν είχε ακούσει, κανένας δεν είχε δει τίποτα, ούτ' ένας δεν είχε ξεμυτίσει από το σπίτι του!
Ο Μάρκος Καντζιέρης κατάλαβε πως από μόνος του θα έπρεπε να εξετάσει το πτώμα, να κάνει τις υποθέσεις και να βγάλει τα οποιαδήποτε συμπεράσματά του.
Έτσι, φυσώντας -με δικαιολογημένη τσαντίλα- τον καπνό της πίπας του, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στο σπίτι του Λευτέρη Καραθανάση, του μοναδικού γιατρού που είχε ριζώσει σ' εκείνη τη μικρή, ανθρώπινη κοινωνία.
Το κοντοπίθαρο πλάσμα με τα στρογγυλά γυαλάκια, σηκώθηκε από το γραφείο του και τον πλησίασε τριποδίζοντας.
Θα είστε σίγουρα ο αστυνομικός διοικητής, είπε, φτιασιδώνοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Ο Καντζιέρης καμώθηκε πως δεν είδε το χέρι που του έτεινε η γελοία καρικατούρα. Καθόλου δεν του είχε γεμίσει στο μάτι.
Μωρέ, δες τι μιζέρια! Και να περνιέται για επιστήμονας κιόλας τούτο το χάλι! σκέφτηκε.
Αλλά η συναίσθηση πως εκείνη τη στιγμή εκτελούσε λειτούργημα, τον έφερε πάλι στο σωστό του ρόλο.
Ναι, βέβαια! Καλά το καταλάβατε. Θα είχατε την ευγενή καλοσύνη να μ' ενημερώσετε με όσα παρατηρήσατε από την εξέταση του πτώματος;
Α! Ελάτε καλύτερα μαζί μου να διαπιστώσετε με τα ίδια σας τα μάτια, ότι σας πω. Δε θα ήθελα να φύγετε απ' εδώ, κρατώντας επιφυλάξεις για την εντιμότητά μου.
Προχώρησε στο επόμενο δωμάτιο, όπου, πάνω σε μια προχειροφτιαγμένη ξύλινη τάβλα, ήταν τοποθετημένο ό,τι αντιπροσώπευε τον Σαρμανδό. Με το σήκωμα του σεντονιού ο Αστυνόμος υποχώρησε άθελα του στη θέα των ματιών του θύματος, όπου, παρόλη τη γυαλάδα του θανάτου, είχε αποτυπωθεί ανεξίτηλα ο απόκοσμος τρόμος εκείνης της στιγμής. 
Είχε τα σημάδια του φόνου στο λαιμό και τους ώμους. Μονάχα που αυτά διέφεραν, ως προς το όργανο που τα είχε προξενήσει. Στους ώμους είχε οχτώ βαθιές νυχιές και στο λαιμό μια αποκρουστική χαρακιά, πηγμένη στο αίμα!
Ο γιατρός έσκυψε από πάνω του.
Τον βρήκαμε το πρωί, μόλις δυο βήματα έξω από την πόρτα του σπιτιού του. Φαίνεται πως η μοίρα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι, ακριβώς πάνω στη στιγμή που είχε πιστέψει, ο δύστυχος, στη σωτηρία του.
Χμ!, έκανε ο αστυνομικός. Δεν βρίσκεις πως υπάρχει κάποια αντίφαση στα τραύματα που έχει δεχτεί το θύμα; Από τη μια μεριά, οι νυχιές στους ώμους στρέφουν την υποψία σε θηρίο. Από την άλλη πάλι, η κοφτερή τομή στο λαιμό έγινε οπωσδήποτε από λάμα καλοακονισμένου μαχαιριού κι' αυτό το γεγονός δυσκολεύει την υπόθεση να μπει σε σωστό δρόμο.
Ο Καντζιέρης έπαιξε νευρικά την πίπα στα χέρια του.
Αν έχεις καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα, πες μου το!, είπε, μη περιμένοντας κάποια ουσιαστική απάντηση.
Και δεν έπεσε έξω!
Τα ποντικίσια μάτια του Καραθανάση πήραν μια έκφραση αδυναμίας, ολοφάνερα δηλωτικής της άγνοιάς του.
Τίποτα, μα τίποτα δεν έχω να προσθέσω, πέρα από ό,τι δηλώνω στην ιατρική μου έκθεση, υπογράμμισε.
Μα το πονηρό στραφτάλισμα του προσώπου του, δεν πέρασε απαρατήρητο από τον αστυνομικό.

                                                                          3

Στους Γαλιανούς ελάχιστοι επισκέπτες έρχονται το Καλοκαίρι και σχεδόν κανένας τον Χειμώνα.
Έτσι ο ερχομός του δωδεκαθέσιου τουριστικού λεωφορείου ήταν ένα απρόσμενο κι' ίσως ευχάριστο γεγονός για το χωριό. 
Οι κάτοικοι το περιτριγύρισαν αμέσως και βάλθηκαν να παρατηρούν τους επιβάτες που κατέβαιναν.
Καμιά ιδιαίτερη αίσθηση δεν προξένησαν οι εφτά πρώτοι ταξιδιώτες. Στην εμφάνιση όμως του όγδοου, υψώθηκε σούσουρο ανάμεσα στον κόσμο. 
Η χοντρή, μαύρη του μπέρτα, αναρριπιζόταν στο φύσημα του αέρα κι' έμοιαζε με φτεροκόπημα παγιδευμένης νυχτερίδας. 
Το στεγνό του πρόσωπο ήταν βλοσυρό κάτω από το παλιομοδίτικο, μαύρο, ημίψηλο καπέλο. Μα οι φωνές δυνάμωσαν ακόμα περισσότερο από την κατάπληξη, όταν τον ακολούθησαν άλλες τέσσερις ασπροντυμένες κοπέλες. 
Παράταιρα για την εποχή, φορούσαν λευκούς, αραχνοΰφαντους χιτώνες, στερεωμένους με μια χάλκινη καρφίδα στους ώμους.
Όλοι τους κατευθύνθηκαν στο μοναδικό Πανδοχείο, που οτιδήποτε άλλο θύμιζε παρά τον προορισμό του. Βέβαια, για ύπνο μιας βραδιάς καλό ήταν. Για περισσότερες, όμως, μέρες η παραμονή καταντούσε προβληματική, αφού δεν υπήρχε η δυνατότητα να εξυπηρετηθούν ούτε οι στοιχειώδεις ανάγκες.
Ο γέρο-Μασταμπάς δυσανασχέτησε όταν οι ταξιδιώτες του δήλωσαν πως θα έμεναν τουλάχιστον δέκα μέρες.
Ξέρετε, απολογήθηκε, Υπάρχουν μόνο δύο λουτρά για να εξυπηρετείστε και θέλω να προλάβω τα τυχόν παράπονα σας. Κι' ύστερα, ποτέ κανείς δεν έχει μείνει εδώ πάνω από δύο μέρες , για να τα χρησιμοποιήσει. Ούτε κι' εγώ γνωρίζω, αν λειτουργούν σωστά!
Πολύ λίγο μ' ενδιαφέρουν οι δικαιολογίες σου γέρο, του έκοψε τη φλυαρία ο βλοσυρός ξένος. Είναι δική σου υποχρέωση να συντηρείς τις εγκαταστάσεις. Φρόντισε, λοιπόν, ίσα με το βράδυ να είναι τακτοποιημένα τα πάντα, αλλιώς θ' απαιτήσω από τον πρόεδρο να σου πάρει την άδεια λειτουργίας!
Ο Μασταμπάς χαμήλωσε το κεφάλι, κάτι μουρμούρισε μέσ' απ' τα σφιγμένα του δόντια κι' ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου υποδοχής, εξαφανίστηκε!

                                                                             4

Το απόγευμα. τρεις μεγάλες αφίσες, θυροκολλημένες στα κτήρια της Κοινότητας, της Εκκλησίας και του Πανδοχείου, τράβηξαν την προσοχή των Γαλιανών. Απεικόνιζαν τον παράξενο επισκέπτη με τη μαύρη μπέρτα, τριγυρισμένο από τις τέσσερις ασπροντυμένες κοπέλες. Στο δεξί του χέρι κρατούσε υψωμένο ένα ραβδί, που έστελνε χρυσαφένιες αχτίδες προς τα κορίτσια, που τον κοιτούσαν με μάτια διασταλμένα, σαν να τα είχε δεσμευμένα κάτω από την απόλυτη εξουσίαση του. Στο απάνω μέρος της αφίσας, με γράμματα κεφαλαία, σε γραφή πλάγια και τρεμώδη, ήταν γραμμένο: Σαλαντίν, ο εξουσιαστής των κραυγών και των ψιθύρων.
Ο Στέφανος Σαρηγιάννης, ο φερετροποιός, τράβηξε το μανίκι του Μασταμπά, που είχε βγει από το Πανδοχείο και παρατηρούσε μ' έκπληξη την αφίσα. 
Είναι θεατρίνοι, έ;, έκανε επιδιώκοντας να βγάλει είδηση. Σου είπαν πόσες μέρες σκοπεύουν να μείνουν στο χωριό;
Ο γέρος γύρισε και του έριξε μια ενοχλημένη ματιά.
Δε με παρατάς ήσυχο; απάντησε. Ούτε ξέρω ποιοι είναι, ούτε με τι καταγίνονται. Εκείνο που μ' ενδιαφέρει είναι να φύγουν όσο γίνεται γρηγορότερα απ' εδώ. Δεν ανέχομαι να μου υποδείχνουν, πώς πρέπει να δουλεύω!
Μα, δίχως να σε ρωτήσουν, -έτσι, στα καλά καθούμενα- θα χρησιμοποιήσουν την τραπεζαρία του ξενοδοχείου σου, για την παράσταση που θα δώσουν το βράδυ;
Στα μάτια του Μασταμπά, άστραψαν σπίθες.
Έννοια σου! Κανένας δεν πρόκειται να γίνει αφεντικό στην ιδιοκτησία μου και σύντομα θα το διαπιστώσεις αυτό!
Δηλαδή, υποστηρίζεις πως θα του χαλάσεις τα σχέδια; τον ειρωνεύτηκε ο Φερετροποιός.
Ναι, σωστά το λες! συμφώνησε πεισματικά ο ξενοδόχος.
Δεν είχε προλάβει ν' αποσώσει τα λόγια του, όταν μπροστά του ξεφύτρωσε, επιβλητικός μέσα στη μαύρη του μπέρτα, ο Σαλαντίν.
Μπα! τι έπιασαν τ' αυτιά μου; έκανε δήθεν απορημένος. Σκοπεύεις να εμποδίσεις την παράσταση που θα δώσω;
Ο γέρο-Μασταμπάς κοκκίνισε, καθώς -έτσι απρόοπτα- βρέθηκε στριμωγμένος στη γωνιά. Κυριολεκτικά έπαθε γλωσσοδέτη και, πασχίζοντας να διορθώσει τ' αδιόρθωτα, έπεφτε από γκάφα σε γκάφα. Έφταιγαν κι' εκείνα τα φλογερά μάτια του ξένου, που του κάρφωναν τόσο εξουθενωτικά το μυαλό!
'Όχι! ... Δηλαδή ναι! ... Όχι, όπως ακριβώς το εννοείς, αλλά δεν έπρεπε προηγούμενα να ρωτηθώ εγώ, πριν από οτιδήποτε;, κλαψούρισε με παράπονο.
Χα! κάγχασε ο Σαλαντίν. Μα και βέβαια θα σε ρωτούσα! Μόλις τώρα, αυτό σκόπευα να κάνω, αλλά εσύ πρόλαβες να ξεφουρνίσεις τα παράπονά σου. Έλα τώρα! Δεν κατέβηκα από άλλον πλανήτη! Επαγγελματίας είμαι και γνωρίζω τις υποχρεώσεις μου.
Ο ξενοδόχος αναθάρρεψε κι' άφησε το εμπορικό του δαιμόνιο να εκδηλωθεί.
Βέβαια, απ' ότι χρήματα εισπράξεις, θα έχω ποσοστά, πάνω από το νοίκι της αίθουσας.
Σωστά... σωστά! συγκατάνευσε ο θεατρίνος. Τι ποσοστό επιθυμείς; Να πούμε σαρανταπέντε στα εκατό; 
Το πρόσωπο του μάγου σκλήρυνε.
Στα σοβαρά, τόσα θέλεις; σφύριξε απειλητικά, μέσ' απ' τα δόντια του.
Δέχομαι και τριανταπέντε.
Τριάντα και πολλά σου έρχονται. Άλλο παζάρι δε σηκώνω!
Ο Μασταμπάς, με πρόσωπο λουσμένο στον ιδρώτα, ούτε που άκουσε τον περίγελο του Σαρηγγιάνη. Ο διάλογος που διαμείφτηκε με τον ξένο, τον είχε συντρίψει. Ποτέ, απ' όσο μπορούσε να θυμηθεί, δεν είχε νιώσει τόσο άσχημα. Αυτός, ο σκληρός διαπραγματευτής, είχε λιώσει σαν βούτυρο κάτω από το καυτό λεπίδι των ματιών του ξένου!
Θα μου το πληρώσεις αυτό. Δεν πρόκειται να χωνέψω την προσβολή, δίχως ανταπόδοση! φώναξε.
Αλλά μάταια. Κανένας δε βρισκόταν εκεί να τον ακούσει!

                                                                               5

Χμμ... Θαρρώ πως θα ξεπαγιάσω απόψε! μονολόγησε ο Αστυνόμος, χουχουλιάζοντας στις χούφτες του. Και βέβαια, κανένας δε θα ευθύνεται γι' αυτό. Δική μου ήταν η ιδέα να περιπολήσω έξω τη νύχτα. 'Ας όψεται η διαβολεμένη διαίσθηση, που συνέχεια μου στέλνει παράξενα μηνύματα. Θα είμαι ασυγχώρητος αν προκύψει κάτι από δική μου αμέλεια, παρόλη την προειδοποίηση που κρούει τις πύλες του ασυνείδητού μου!
Από το πόστο του έλεγχε όλη την κίνηση του κεντρικού δρόμου του χωριού. Η συρροή του κόσμου στο πανδοχείο ήταν μεγάλη. Δεν ήταν δα και τόσο συχνό φαινόμενο ο ερχομός θιάσου! Μάλιστα το ενδιαφέρον τούτη τη φορά ήταν περισσότερο οξυμένο, εξαιτίας του διαφορετικού είδους της παράστασης, που προβλεπόταν ότι θα παρουσίαζε ο ιδιόρρυθμος Μάγος με τις τέσσερις ασπροντυμένες κοπέλες.
Ακούς εκεί, εξουσιαστής των κραυγών και των ψιθύρων! θαύμασε ο Καντζιέρης. Τι σοφίζεται ο άνθρωπος για να τραβάει την προσοχή του κοινού! Αλλά, αφού ο κόσμος αρέσκεται στο να τρώει κουτόχορτο, καλά του κάνουν! κατέληξε.
Παρόλο που φυσούσε αέρας, ο καιρός μαλάκωσε κι' οι πρώτες χιονονιφάδες εμφανίστηκαν, στροβιλίζοντας ανάλαφρα.
Εσείς μου λείπατε τώρα! μούγκρισε και σήκωσε την κουκούλα του πανωφοριού του.
Τέντωσε τα μάτια, πασχίζοντας να εντείνει την προσοχή του στις σκιές που γλιστρούσαν στη νύχτα. Το αποτέλεσμα αποδείχτηκε πενιχρό, αφού κουράστηκε γρήγορα και σχεδόν αποκοιμήθηκε. Πόσο; Του ήταν δύσκολο να υπολογίσει. Το γεγονός πάντως ήταν, πως, όταν συνήλθε, είχε σταματήσει κάθε θόρυβος στους Γαλιανούς. 
Κάτω από τον αστροπλουμιστό ουρανό η ασπράδα του χιονιού, απλωμένη στις στέγες, τους δρόμους, τα δέντρα ... παντού, φέγγιζε αφύσικα, καθώς συμπλεκόταν με τη φλογάτη αναλαμπή του ορίζοντα. Τα σπίτια, τυλιγμένα στην αγκαλιά του ύπνου, ησύχαζαν. Μοναδική παραφωνία ήταν το πανδοχείο, όπου στο σαλόνι του κυριαρχούσε άπλετα ο τεχνητός φωτισμός.
Χασμουρήθηκε και κίνησε προς τα εκεί.
Ένας δυνατός καφές θα με συνεφέρει, σκέφτηκε.
Ξαφνικά, σκοντάφτοντας σε κάτι μαλακό, που ήταν σκεπασμένο από το χιόνι, βρέθηκε σωριασμένος χάμω. Γύρισε αρκουδίζοντας και με τα χέρια του αρχίνησε να ξεσκεπάζει τον ακίνητο όγκο. 
Όταν τελείωσε το έργο του, γύρισε ανάσκελα το ανθρώπινο κουφάρι. Στα χείλη του, μόλις και μετά βίας, πνίγηκε μια κραυγή έκπληξης, αφού, στο χαραγμένο από την αγωνία του θανάτου πρόσωπό του, αναγνώρισε τον Στέφανο Σαρηγιάννη, τον φερετροποιό των Γαλιανών. Και δεν ήταν τόσο η έκφραση του προσώπου, εκείνο που είχε προξενήσει την έκπληξή του, όσο η πηγμένη στο αίμα χαρακιά του λαιμού μαζί με τα άγρια σημάδια των νυχιών στους ώμους του θύματος!
Θεέ μου! βόγκηξε μ' απόγνωση. Σε ποια ουράνια βασίλεια ταξίδευα, όταν δολοφονήθηκε τούτος ο φουκαράς;
Έτρεξε κι' έσπρωξε με βιασύνη την πόρτα του Πανδοχείου.
Στο χαμηλοφωτισμένο σαλόνι, τον υποδέχτηκε ένα πλήθος σιωπηλών ανθρώπων, που -υπακούγοντας στις μαγικές κινήσεις του ραβδιού του θαυματοποιού-, εκτελούσε ένα τραγικά άφωνο συμφωνικό ποίημα.
Στο Διάβολο, συνέλθετε! ούρλιαξε ο αστυνομικός. Και μη τολμήσει κανένας να φύγει απ' εδώ μέσα, γιατί θ' ανακριθείτε όλοι για φόνο! υπογράμμισε με έμφαση.

                                                                                  6

Στις δέκα και κάτι, σηκώθηκε η αυλαία. Λουσμένα στο μπλε φως του προβολέα που τ' ακολουθούσε, τα τέσσερα κορίτσια έμοιαζαν με γαλάζιο όνειρο. Έκαμαν μια χαριτωμένη υπόκλιση στο κοινό, παραταγμένα σε σειρά στην άκρη της σκηνής. Ο φωτισμός χαμήλωσε. Ο Ντράμερ ανέβασε το ρυθμό της κρούσης στο τύμπανο κι' όταν, μέσα από στο μισόφωτο, αρχίνησαν ν' ανεβαίνουν χρωματιστοί καπνοί, χτύπησε με δύναμη την μπρούτζινη πιατέλα της γκραν-κάσα. Ο εκκωφαντικός ήχος έπεσε σαν κεραυνός στην αίθουσα, αποσπώντας την προσοχή των θεατών. Όταν η δόνηση έσβησε μαζί με το ξεδιάλυμα των καπνών, στη σκηνή, μόνη κυρίαρχη φιγούρα, τυλιγμένος στη μαύρη του μπέρτα, στεκόταν ο Σαλαντίν.
Στο ξέσπασμα των χειροκροτημάτων, τίναξε κατά πάνω τα χέρια, αποκαλύπτοντας το τυπικό, θεατρινίστικο χαμόγελο των χειλιών, κάτω από τη θριαμβική έπαρση των μαύρων ματιών του. 
Κυρίες και Κύριοι! φώναξε. Σίγουρα, όλοι σας έχετε την ικανότητα να εκδηλώνεστε φωναχτά. Λοιπόν, εγώ θα σας συμβούλευα να το διαπιστώσετε τούτη τη στιγμή, γιατί σε λίγο αμφιβάλω πως θα έχει απομείνει -έστω κι' ένας- μ' αυτό το χάρισμα. Εμπρός, πείτε μου φωναχτά να τ' ακούσω! Επιθυμείτε να νιώσετε τη δυσάρεστη εμπειρία του κλεψίματος της φωνής σας;
Ναι!!! συμφώνησε το πλήθος.
Εντάξει,... εντάξει,... σύμφωνοι,... προχωράμε!
Ο Μάγος ακούμπησε τις παλάμες πάνω στα μάτια του και τις κράτησε αυτού, κοντά στα πέντε λεπτά, για ν' αυτοσυγκεντρωθεί. Όταν τα λευτέρωσε, όλοι διαπίστωσαν πως ήταν απλανή, καρφωμένα παντού και πουθενά. Όμως, κατά παράξενο τρόπο, όσο τα κοιτούσαν, όλο και περισσότερο ήθελαν να τα κοιτάζουν, έτσι που -σ' ένα δεκάλεπτο- ολονών τα βλέμματα είχαν μαγνητιστεί από την κορακάτη γητειά των ματιών του Σαλαντίν. Τότε, στο δεξί του χέρι, εμφανίστηκε, σαν από θαύμα, ένα μαύρο ραβδάκι που αρχίνησε να το κινεί, όπως οι αρχιμουσικοί την μπαγκέτα τους.
Αυτόματα, το κοινό έστρεψε την προσοχή του σ' Αυτό κι' ακολουθώντας τη μεταβαλλόμενη τροχιά Του (Πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά) έκανε ομαδικά τις ίδιες κινήσεις.
Το θέαμα άγγιζε τα όρια του κωμικού, αφού κάποιος που θα το παρακολουθούσε, ανεπηρέαστος από τα μαγικά δεσμά, ίσως να λύνονταν στα γέλια!
Αλλά, ακριβώς, αυτός ο ψυχωτικός συγχρονισμός των θεατών έχτισε το δίαυλο, απ' όπου διοχετεύτηκε καταλυτικά το πανίσχυρο διάταγμα, που έστελνε ο Σαλαντίν στα υποσυνείδητα ολονών.
Τα μάτια του μάγου, τώρα, ξαναγύρισαν στη φυσιολογική τους κατάσταση, ενώ το ραβδί εξακολουθούσε να διαγράφει τις μεταβαλλόμενες τροχιές του. 
Φωνάξτε τώρα, αν το μπορείτε! Για δοκιμάστε! πρόσταξε.
Κι' όμως, απίστευτο! Διακόσιοι άνθρωποι, καθισμένοι σε σειρές στο σαλόνι του Πανδοχείου, κρατούσαν ορθάνοιχτα τα στόματα, ενώ στα νεύρα του λαιμού τους διαγράφονταν ανάγλυφα οι προσπάθειες των φωνητικών χορδών τους, που απέβαιναν μάταιες!
Ούτε μια κραυγή δεν ακούστηκε, παρόλο που ο Μάγος, με περιγελαστική διάθεση, έδινε ξανά και ξανά το πρόσταγμα.
Αλλά -σε αντίθεση με τ' ακουστικά- ήρθαν στη θέση τους κινητικά φαινόμενα, όπως το σπάσιμο του ποτηριού πάνω στο τραπεζάκι, που ήταν στη σκηνή ή το κούνημα των κουρτινών της αίθουσας, ενώ κανένα παράθυρο ή πόρτα δεν ήταν ανοιχτό!
Αχά! Βλέπω πως δεν μπορείτε. Ούτε κι' έχετε ελπίδα να το καταφέρετε αν δεν το θελήσω εγώ, που έχω συγκεντρώσει και ελέγχω τη φωνητική σας εκτόνωση!
Στα τρομαγμένα από την προσπάθεια μάτια των θεατών διάκρινε ίχνη αμφιβολίας κι' η διαπίστωση αυτή τον πείσμωσε.
Καλά, πολύ καλά! Αφού δεν το πιστεύετε, θα σας δώσω μια ρεαλιστική απόδειξη του ισχυρισμού μου και να δω αν θα επιμένετε και μετά στην αμφιβολία σας.
Τα χέρια του Σαλαντίν ήρθαν πάλι και χούφτωσαν τους βολβούς των ματιών του. Ακολούθησαν πέντε ατέλειωτα λεπτά αυτοσυγκέντρωσης κι' ότι προέκυψε κατοπινά, ξεπερνούσε τη δυνατότητα κατανόησης που είχε ο κοινός ανθρώπινος νους.
Ένα συντριπτικό ηχητικό ντοκουμέντο, ένα συγκλονιστικά διαπεραστικό Άαα!!! που τραβούσε σε διάρκεια, έσπασε σαν κεραυνός τη θανάσιμη σιωπή της αίθουσας. Όμως, παρόλο το δέος που σκόρπισε στους θεατές, κανένας απ' αυτούς δεν μπόρεσε να σηκωθεί και να τραπεί σε άτακτο φευγιό από το θέατρο του τρόμου. Δεμένοι στα πανίσχυρα δεσμά της θέλησης του μάγου, απόμειναν ριζωμένοι αυτού, αυτήκοοι μάρτυρες των κραυγών, που -κατά παράδοξο τρόπο- δεν έβγαιναν από τα στόματά τους, αλλά επέστρεφαν ύστερα από την πρόσκρουσή τους σε κάποιο θεόρατο κι' αθέατο τείχος!
Χα! κάγχασε ο Σαλαντίν. Είδατε πως δεν αστειευόμουν; Και βέβαια, εσείς θα εξα-κολουθήσετε να φωνάζετε για πολύ ακόμα, μέχρι να αποθηκέψω και πάλι τις χαμένες φωνίδες σας. Έτσι μπράβο! Υπομονή και τελειώνουμε για σήμερα.
Τούτη τη διαδρομή είχε πάρει η κατάσταση στο σαλόνι του πανδοχείου, όταν ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και μπήκε θορυβώδικα ο Αστυνόμος.
Δίχως πολλά λόγια, έδωσε εντολή στο Μάγο να συνεφέρει τους αλλοπαρμένους κι' αμέσως μετά να τον ακολουθήσει για ανάκριση στο θυρωρείο υποδοχής. Ωσότου γίνει αυτό, έριξε στα γρήγορα μια προσεχτική ματιά στο άβουλο ακροατήριο. Όλοι τους -πέρα από την υπνωτική τους κατάσταση- έδειχναν υγιείς. Μόνο στη δεξιά άκρη της πέμπτης σειράς, -σχεδόν κρυμμένος πίσω από την κολώνα- κάποιος δεν φαίνονταν ολωσδιόλου φυσιολογικός.
Έτρεξε κοντά και του ανασήκωσε το κεφάλι από την κολόνα. Το πρόσωπο του ήταν χλομό κι' από την άκρη των χειλιών του ανάβλυζε άφθονο, παχύρρευστο σάλιο. Όμως δεν ήταν νεκρός, όπως είχε φοβηθεί. Απλά, ζώντας ζωηρότερα από τους άλλους το πείραμα, δεν είχε αντέξει στις έντονες συγκινήσεις και οι αισθήσεις του τον εγκατέλειψαν.
Ο Καντζιέρης του έλυσε τη γραβάτα, άνοιξε το πουκάμισό του και δίνοντάς του δυο δυνατά χαστούκια, τον έφερε σ' επαφή με την πραγματικότητα.
Ζαλισμένος ακόμα ο ανθρωπάκος, κοίταξε με απορία τριγύρω του, σαν να μην αναγνώριζε το περιβάλλον.
Θεέ μου! πώς βρέθηκα εδώ; ψέλλισε. Κι' ύστερα, σαν κάτι να θυμήθηκε, ρώτησε μ' έκδηλη αγωνία: Η αρκούδα; Τι έγινε η αρκούδα;.
Το ενδιαφέρον του αστυνόμου κεντρίστηκε.
Μα είσαι καλά, άνθρωπέ μου; Για ποια αρκούδα μιλάς; Υπήρχε κάποιο ζώο εδώ μέσα;
Όχι εδώ ... Έξω, στο χιόνι! Ήταν πελώρια, σηκωμένη στα πισινά της ποδάρια κι' έτρεχε... έτρεχε σαν τον άνεμο!
Στάσου να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους, γιατί θα με τρελάνεις. Ήσουν από την αρχή της παράστασης στο σαλόνι ή ήρθες μετά απέξω, όπου είχες δει προηγούμενα την αρκούδα;
Ο άνθρωπος μπερδεύτηκε.
Εδώ ήμουν από την αρχή, μα κατοπινά -δεν μπορώ να εξηγήσω πώς- βρέθηκα έξω, κυκλωμένος από τις χιονονιφάδες, όταν -στα ξαφνικά- είδα να εμφανίζεται και να περνά δίπλα μου, σαν τον άνεμο, το θηρίο. Μου κόπηκαν τα πόδια από το φόβο κι' ωσότου προκάνω ν' αντιληφθώ κατά πούθε είχε προορισμό, λιποθύμησα. Αληθινά, δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς βρέθηκα ξανά εδώ μέσα, αφού -στ' ορκίζομαι- ήταν τόσο ζωντανά όσα είδα, που απορρίπτω δίχως συζήτηση την περίπτωση να μην ήταν αληθινά!
Ο Καντζιέρης πήρε μια βαθιά ρουφηξιά καπνού.
Φαντασιοπληξίες! Σίγουρα, γεροντίστικες φαντασιοπληξίες σκέφτηκε.
Πέρα από το θηρίο, δεν αντιλήφθηκες τίποτα άλλο, όσο ήσουν έξω; ρώτησε, περισσότερο από ρουτίνα παρά περιμένοντας ν' ακούσει κάτι ουσιαστικό.
Τώρα που το καλοσκέφτομαι, πραγματικά, κάτι είχε πέσει αμυδρά στην αντίληψή μου. Αρκετά μέτρα μακριά, εκεί όπου κατευθυνόταν το θηρίο, κινούνταν μια σκιά που, ίσως -δεν μπορώ να πάρω όρκο γι' αυτό- να ήταν άνθρωπος! Άλλο τίποτα δεν έχω να προσθέσω.
Ο γκρίζος καπνός έστελνε δαχτυλίδια στο ταβάνι, καθώς ο Αστυνόμος τον λευτέρωνε υπολογισμένα από τα χείλη του.
Ξαφνικά αισθάνθηκε κουρασμένος.
Μπορείς να πηγαίνεις, είπε νυσταγμένα στον ανθρωπάκο. Όχι όμως και να εξαφανιστείς!

                                                                              7

Ο Λευτέρης Καραθανάσης μόρφασε περιφρονητικά. 
Χα! έκανε. Μου μιλάς για τον Γιώργο Μανιάτη, τον επιληπτικό. Οι περισσότεροι τουλάχιστον Γαλιανοί, τον θεωρούν αναξιόπιστο. Βλέπεις, υποστηρίζει πως ζει προφητι-κά οράματα, ότι πέφτει σε καταληψία και καταγίνεται μ' ένα σωρό άλλα περίεργα πράγ-ματα, που -μεταξύ μας- στερούνται σοβαρότητας.
Ο Αστυνόμος κούνησε με συγκατάβαση το κεφάλι.
Περίπου στο ίδιο συμπέρασμα έχω καταλήξει κι' εγώ, αλλά δεν μπορώ να μη σταθώ στη σύμπτωση όσων υποστηρίζει πως είδε, με ό,τι πραγματικά συνέβη.
Κατευθύνθηκε στο φορείο και σήκωσε το σεντόνι που σκέπαζε τον νεκρό Σαρηγιάννη.
Βλέπεις τούτα τα σημάδια στους ώμους, όμοια μ' εκείνα που είχε ο Σαρμανδός; Με ποιανού θηρίου νυχιές θα έλεγες, ότι ταιριάζουν καλύτερα;
Ο γιατρός συμφώνησε.
Δε διαφωνώ, ότι προέρχονται από νύχια Αρκούδας. Όμως, ποιος μπορεί να μας βεβαιώσει ότι ο Μανιάτης βγήκε από την αίθουσα κι' έγινε μάρτυρας του φονικού; Ο Σαλαντίν, που έλεγχε απόλυτα την κατάσταση, όπως εσύ μου είπες, κατέθεσε πως κανένας -μα κανένας- δεν κουνήθηκε από το κάθισμά του, όσο βαστούσε η παράσταση!
Επομένως, -θεωρητικά- πρέπει να αποκλείσουμε όσους βρίσκονταν στην αίθουσα και ν' αναζητήσουμε τον ένοχο ανάμεσα σ' εκείνους που δεν παρακολούθησαν την παράσταση, τόνισε ο Καντζιέρης.
Κι' έπειτα, σάμπως να του 'ρθε στο μυαλό η υποψία, στράφηκε και ρώτησε τον γιατρό.
Αλήθεια, εσείς που ήσασταν κύριε Καραθανάση;
Ο κοντοπίθαρος πετάχτηκε ξαφνιασμένος από το κάθισμά του.
Ελάτε τώρα! έκανε μ' αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο. Μη μου πείτε πως βάζετε κι' εμένα στον κατάλογο των ύποπτων;
Και γιατί να σας εξαιρέσω; Υπάρχουν πολλά πρόσωπα σ' αυτό το χωριουδάκι, που να έχουν την ικανότητα ν' ανοίγουν τόσο καλά υπολογισμένες τομές στο λαιμό; Αν ο ένας είναι ο χασάπης, ο άλλος είσαστε εσείς, αγαπητέ μου!
Ο Καραθανάσης έπεσε βαριά στο κάθισμα.
Συχωρέστε την αντίδρασή μου, απολογήθηκε. Όμως, αληθινά, αιφνιδιάστηκα! Τώρα, -όσον αφορά την υποψία σας- δεν έχω μάρτυρες να το επιβεβαιώσουν, αλλά όλοι τουλάχιστον οι Γαλιανοί γνωρίζουν πως ποτέ δεν κυκλοφορώ τη νύχτα, αφού συνηθίζω να κοιμάμαι νωρίς, πριν από τις δέκα.
Στην εξώπορτα του Ιατρείου, ακούστηκαν τρία συνθηματικά χτυπήματα.
Ο γιατρός έτρεξε, τριποδίζοντας, και την άνοιξε.
Η γυναίκα, που έκανε την εμφάνισή της, ανήκε σ' εκείνη την ειδική κατηγορία, που όλοι οι άντρες εκτιμούσαν. Τα πλούσια καστανά μαλλιά, πλαισίωναν το αδρό πρόσωπο, που - παρόλη τη μέτρια εμφάνισή του- είχε κάτι το τραβηχτικό, χάρη στα πονηρά, όλο σπιρτάδα μάτια της. Το κορμί της, χυμώδες και κραυγαλέο στα σημεία που έπρεπε, φώναζε από μόνο του την πρόσκληση, για ιδιαίτερα ευχάριστες στιγμές σ' όσους το επιθυμούσαν.
Ώ! έχετε επισκέπτη. έκανε με προσποιητή έκπληξη. Μην ενοχλείστε! Θα περάσω αργότερα, είπε και κατευθύνθηκε για της έξοδο.
Ο Καραθανάσης βιάστηκε να την προλάβει.
Φένια, απ' εδώ ο Αστυνόμος Μάρκος Καντζιέρης. Ήρθε να ερευνήσει, κάτω από ποιες συνθήκες τελέστηκε το πρώτο έγκλημα και βρέθηκε, στα καλά καθούμενα, μπροστά και σε δεύτερο.
Η γυναίκα έτεινε με χάρη το φίνο, λεπτό της χεράκι.
Χαίρομαι για τη γνωριμία. Σύντομα θα μάθετε, τι αντιπροσωπεύει η Φένια σ' αυτή τη μικρή κοινωνία, είπε, με φωνή που ξεχείλιζε από πικρή ειρωνεία.
Είναι το παρήγορο βάλσαμο ολονών των ανδρών εδωπέρα η Φένια, απολογήθηκε ο γιατρός, μόλις έφυγε η γυναίκα.
Μπορείς κι' εσύ να τη χρησιμοποιήσεις, όποτε το θελήσεις!, συμπλήρωσε, κλείνοντας πονηρά το μάτι.
Βλέπω τη γνωρίζεις καλά. Πες μου... τι γύρευε, τι ήθελε από σένα;, ρώτησε -δίχως περιστροφές- ο Αστυνόμος.
Τίποτα το ιδιαίτερο! Τις συνηθισμένες γυναικολογικές εξετάσεις που κάνουν οι γυναίκες του είδους της. Να, ξέρεις... βλεννόρροια, σύφιλη κι' άλλα παρόμοια Αφροδίσια. Είναι τακτική και καθαρή στη δουλειά της η Φένια.
Ο Καντζιέρης σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην πόρτα.
Μέχρι το απόγευμα θέλω να έχεις έτοιμη την ιατροδικαστική σου έκθεση για το θύμα. Καλό θα ήταν να κάνεις κι' ένα συσχετισμό των δυο περιπτώσεων είπε, γυρίζοντας το πόμολο.

                                                                        8

Ακολούθησαν δυο ήσυχες μέρες που αποδείχτηκαν χρήσιμες στο συμμάζεμα της θρυμματισμένης γαλήνης των Γαλιανών. Η κατάσταση πήγαινε να ξαναρθεί στον καθημερινό, αργό, γνώριμο ρυθμό της, που τόσο ταίριαζε με τη νοοτροπία τους. Το χιόνι, που συνέχιζε να πέφτει με μικρά διαλείμματα ανάπαψης, είχε σκεπάσει το χωριό με μια μπαμπακένια χλαμύδα, αφομοιώνοντάς το με το περιβάλλον. Τα ζωντανά του δάσους είχαν προσαρμοστεί κι αυτά, έτσι που οι λαγοί, οι αλεπούδες, ακόμα και οι κουκουβάγιες, μετάλλαξαν το τρίχωμα και το φτέρωμά τους από καφετί σε λευκένιο!
Ο θίασος του Σαλαντίν παρέμεινε αναγκαστικά εκεί, αποκλεισμένος από τον χιονιά. Υπήρχε βέβαια και η απαγόρευση του Αστυνόμου, αλλά ο τραχύς θεατρίνος δεν τη λογάριαζε. Καμιά δύναμη δε θα ήταν ικανή να τον σταματήσει, αν αποφάσιζε να φύγει. Αρκούσε να το ήθελε! 
Μια μέρα πριν, είχε ανακριθεί τόσο αυτός, όσο κι άλλα έντεκα μέλη της ομάδας του. Δεν είχαν προκύψει στοιχεία εναντίον τους. Πώς, άλλωστε, να προέκυπταν, αφού στον πρώτο φόνο δεν είχαν φτάσει ακόμα στο χωριό, ενώ στο δεύτερο έδιναν παράσταση;
Οι χωρικοί, ενθουσιασμένοι από την επίδειξη των ικανοτήτων τους, είχαν ζητήσει επανάληψη και ο θίασος ετοιμάζονταν για το βραδινό θέαμα.
Την προηγούμενη μέρα, λίγο μετά την ανάκριση από τον Αστυνόμο, επισκέφτηκε τον Σαλαντίν μια εντυπωσιακή κυρία. Είπε πως την έλεγαν Φένια και τον είχε παρακαλέσει να τη βάλει σε κάποιο μικρό ρόλο, γιατί -απαυδισμένη από τον τρόπο που ζούσε εκεί- ήθελε ν αναζητήσει καλύτερη τύχη. Έμεινε μαζί του μέχρι τα ξημερώματα, πίνοντας, τρώγοντας και κάνοντας έρωτα Εκτιμώντας τις αστείρευτες εμπνεύσεις της στην τρίτη απαριθμούμενη πράξη, τη δέχτηκε γιατί βρήκε πως τον είχε βοηθήσει να ξεθάψει μια πεθαμένη από χρόνια απόλαυση.
Κάτω, στο θυρωρείο υποδοχής του Πανδοχείου, ο γέρο-Μασταμπάς έτριβε με ικανοποίηση τα χέρια του, μια και το τριάντα στα εκατό των εισπράξεων, θα του έφερε ένα ικανοποιητικό χρηματικό ποσό, τέτοιο, που σκέφτονταν να προτείνει, όχι μόνο δεύτερη, αλλά και τρίτη παράσταση στον Σαλαντίν. Οπωσδήποτε, κρατούσε κακία στον Θιασάρχη για την περιφρονητική συμπεριφορά που του είχε δείξει, όμως, η ένταση της οργής του μετριάζονταν στη σκέψη, πως ο μοναδικός μάρτυρας του ξεφτελισμού του -ο Φερετροποιός- δε ζούσε πια!
Ήταν στενός φίλος του ο Στέφανος Σαρηγιάννης κι ο φρικτός του θάνατος, τον είχε συγκλονίσει. Μάλιστα, ανάμεσα στις πολλές σκέψεις, που είχαν διαβεί -περαστικά- στο μυαλό του, ήταν κι εκείνη να κλείσει το μαγαζί του και να κατεβεί να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του σε κάποια μεγάλη πολιτεία, μακριά από τους φόβους και τις μικρότητες της επαρχίας. Βέβαια, τελικά ήρθε στα συγκαλά του κι αποκήρυξε με βδελυγμία όλους τους απαισιόδοξους συνειρμούς των ιδεών, που του εμβόλισε ο φόβος του θανάτου. Όμως, και μόνη η σκέψη που έκανε να τα μαζέψει και να εγκαταλείψει το σίγουρο κέρδος των χρημάτων, που του προσπόριζε η δουλειά του, ήταν μεγάλη τιμή για τον αδικοχαμένο φίλο! 
Σε εκατό μέτρα απόσταση από το Πανδοχείο, -σχεδόν στην άκρη του χωριού- ήταν το σπιτάκι της Φένιας. Η γοητευτική κυρία, που καταπράυνε τις ερωτικές ανησυχίες των συγχωριανών της, απολάμβανε την παράξενη αίσθηση της ευτυχίας που την εμπότιζε μέχρι το μεδούλι! Είχε βρεθεί ανέτοιμη σε τέτοια δόση χαράς, όταν ο Σαλαντίν, μαγεμένος από την ερωτική της επιτηδειότητα, είχε δεχτεί να τον ακολουθήσει σαν συνοδός του. Και τώρα, φτιασιδώνοντας το πρόσωπό της, -ομορφότερα από ποτέ- ετοιμαζόταν να πάει και να παίξει τον πρώτο πραγματικά αξιόλογο θεατρικό ρόλο στο άχαρο διάβα της ζωής της. 
Ήταν μικρός ρόλος. Ντυμένη ελάχιστα -γυμνή σχεδόν- θα εμφανίζονταν, χορεύοντας στη σκηνή και θ απάγγελλε δυο στίχους: 
Τον ύπνο φέρνω
τη ζωή σας παίρνω!
κι έπειτα θα έδινε, με χαμόγελο, το ραβδί στον Μάγο για ν αρχίσει την παράστασή του.
Ήταν μικρός ρόλος, όμως γι αυτήν ήταν η μεγαλύτερη πρεμιέρα, αφού η ιστορία της ζωής της μεταπηδούσε σε σελίδες αλλουνού, σπουδαιότερου βιβλίου, όπου αυτή -μ εντελώς διαφορετική κι ανανεωμένη προσωπικότητα- θ άνοιγε τα φτερά της να κατακτήσει πρωτόγνωρους ορίζοντες. Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και σηκώθηκε.
Χαμογέλασε αυτάρεσκα.
Πραγματικά, ήταν στις ομορφιές της σήμερα κι ήθελε να το χαρεί στα μάτια των άξεστων συγχωριανών της, που με τόση χυδαιότητα αγόραζαν και γλεντούσαν τη ροδαλή σάρκα της. Σαν ύστατο χαιρετισμό, θα ξεδίπλωνε μπροστά τους όλες τις χαρισματικές ικανότητες του αισθησιακού κορμιού της κι εκεί, κοντά στο τέλος της παράστασης, όταν τα σωθικά τους θα φλέγονταν από επιθυμία να την υποτάξουν, θα δήλωνε με σκληρότητα πως τους εγκαταλείπει.
Τυλίχτηκε στο ζεστό πανωφόρι της κι ανοίγοντας την πόρτα, δέχτηκε το λυσσομάνι του χιονιά. Ίσα μ εκατό μέτρα τη χώριζαν μέχρι το Πανδοχείο, όπου την πρόσμενε η επιτυχία. Το ρολόι της έδειχνε δέκα και δέκα. Είχε καθυστερήσει κι έπρεπε να βιαστεί. Τάχυνε το βηματισμό της, αλλά γρήγορα κουράστηκε από την αντίσταση του στρωμένου χιονιού. 
Τότε, μια απρόσμενη ταραχή την κατέλαβε στην αίσθηση μιας τραχιάς και ζεστής ανάσας ξοπίσω της. Ο φόβος της απειλής, που ίσως την ακολουθούσε, την απότρεψε από το να γυρίσει και ν αντιμετωπίσει θαρρετά τον διώχτη της. Αντίθετα, τα πόδια της οπλίστηκαν με φτερά, που την έτρεψαν σ ένα φευγιό αλόγιστο, σε κατεύθυνση τυφλή. Θα είχε διανύσει κοντά στα σαράντα μέτρα, αλλά η κατάσταση πίσω της δεν έλεγε να διαφορέψει. Και τότε, -πάνω στην κορύφωση της απελπισίας της- ένιωσε τα γαμψά νύχια να γραπώνονται στους ώμους της. Όλος ο τρόμος κι η ψυχική της αγωνία, μετουσιώθηκαν σ ένα ανατριχιαστικό ουρλιαχτό, που όμως -κατά παράδοξο τρόπο- πνίγηκε στον αέρα, παρόλο που το απεγνωσμένα ολάνοιχτο στόμα, φώναζε την προσπάθεια που κατέβαλε. Μια βαθιά, κάθετη χαρακιά στο λαρύγγι, που γρήγορα πήχτηκε στο αίμα, φανέρωσε την αιτία της αδυναμίας της. Έπειτα η Φένια, είδε την άλλη Φένια να φεύγει, τυλιγμένη σ ένα λαμπερό, άσπρο φως, για το όνειρο, που ποτέ Αυτή δε θα ζούσε και μ ένα χαμόγελο λύπης, αφέθηκε στις σπείρες της δίνης, που τη ρούφηξε στην ανυπαρξία!

                                                                            9

Στο διάβολο! Μ' έστησε η αλανιάρα, ξέσπασε την αγανάχτησή του ο Σαλαντίν. Γελάστηκα από την ηδονική πλημμυρίδα και τη φορτώθηκα. Αλλά καλά την έπαθα, αφού πίστεψα στο λόγο μιας πόρνης. Ακούστηκε μωρέ να έχουν μπέσα γυναίκες της κατηγορίας της;
Η κλάκα των χωρικών στο σαλόνι, χτυπούσε ρυθμικά παλαμάκια, απαιτώντας ν' αρχίσει η παράσταση κι' ο Θιασάρχης έκρινε, πως δεν πήγαινε άλλη αναβολή. Έτσι, -όπως συνέβαινε από πάντα- ο ρόλος της Φένιας παίχτηκε φυσιολογικά από τη Ράνια κι' ο Σαλαντίν -μέσα στην ατμόσφαιρα της απόλυτης κυριαρχίας που επέβαλε- διεύθυνε και πάλι τους υπνωτισμένους θεατές σ' ένα συμφωνικό ποίημα, απελπιστικά άφωνων κραυγών!
Όπως και την προηγούμενη φορά, το θέατρο του παράλογου διακόπηκε από την αιφνιδιαστική εμφάνιση του Μάρκου Καντζιέρη.
Το πρόσωπο του Αστυνομικού ήταν κατακόκκινο απ' την οργή, που του προξένησε η δεύτερη στη σειρά προσβολή της προσωπικότητάς του. Δυο φόνοι μέσα σε τρεις νύχτες, φόρτωναν βαριά ευθύνη στις πλάτες του και δεν το 'χε καθόλου σκοπό να την ανεχτεί.
Στη θέση σας όλοι! ξέσπασε σαν κεραυνός η προσταγή του. Κι' εσύ Θεατρίνε, ξύπνα τον κόσμο από το λήθαργο, όπου τους ταξιδεύεις. Θέλω να καταμετρήσω, όσους υπάρχουν στην αίθουσα.
Γιατί τόση φούρια Αστυνόμε; του απεύθυνε με ειρωνική διάθεση ο Σαλαντίν.
Γιατί είμαι η εξουσία κι' έχω δικαίωμα να το απαιτήσω. Δολοφονήθηκε κι' άλλο πρόσωπο διάβολε και θες να καθίσω με δεμένα χέρια; βρυχήθηκε ο Καντζιέρης.
Ο Μάγος ανησύχησε.
Η Φένια... υποθέτω!, έκανε διστακτικά.
Ναι, Αυτή! Πώς σου 'ρθε στο μυαλό;
Ήταν να παίξει κάποιο μικρό ρόλο στην αποψινή παράσταση και... δεν εμφανίστηκε, απολογήθηκε ο Σαλαντίν, που το ράγισμα της φωνής του φανέρωνε τον συγκλονισμό των αισθημάτων, που του προξένησε η είδηση.
Μπορώ να σας μιλήσω;
Ο Γιώργος Μανιάτης, ο επιληπτικός, είχε πλησιάσει αθόρυβα.
Ο Καντζιέρης τον κοίταξε ενοχλημένος.
Λέγε, αλλά γρήγορα, γιατί έχω πολύ δουλειά!
Βρέθηκα πάλι έξω στη διάρκεια της παράστασης, αρχίνησε με στοχαστικό ύφος, όταν, σε λίγες δεκάδες μέτρα από το Πανδοχείο, ξανάδα την αρκούδα. Έτρεχε γρήγορα, μα μ' ένα ασυνήθιστο τρόπο για ζώο. Το ένα από τα μπροστινά του πόδια, έτεινε ν' αγγίξει το χιόνι σε κάθε βηματισμό. Σαν να τριπόδιζε! Μπροστά της έφευγε, καταδιωγμένη, μια γυναικεία μορφή, που όμως στάθηκε αδύνατο ν' αποφύγει το μοιραίο άρπαγμα των νυχιών του ζώου. Στο σημείο αυτό χάθηκε η εικόνα κι' ήρθε ο ήχος. Ένας ήχος που σύντριβε τις αισθήσεις, αφού, ούτε λίγο ούτε πολύ, έμοιαζε με τρομαγμένη φωνή παγιδεμένου ζώου! Έπειτα... έπειτα, δεν κατάφερα να 'χω αντίληψη του τι ακολούθησε, γιατί συνήλθα, με ζαλισμένο ακόμα κεφάλι, σ' αυτή την αίθουσα!
Ακολούθησε παύση.
Δυσπιστείτε σ ότι λέγω. Έτσι δεν είναι; τόλμησε να ρωτήσει ο ανθρωπάκος.
Η όψη του Αστυνόμου ζωήρεψε.
Όχι! Πραγματικά όχι! Όσα λέτε είναι πολύ ενδιαφέροντα, παρόλο που μου φαίνεται δύσκολο να πιστέψω τον τρόπο με τον οποίο τα μαρτυρέψατε
Δεν σας το λέω για να παινευτώ, αλλά παλιότερα ήμουν καλό Μέντιουμ, είπε ντροπαλά ο Μανιάτης.
Γιατί δεν συνεχίσατε;
Ξέρετε..., κόμπιασε ο ανθρωπάκος, ο Υπνωτιστής που συνεργαζόμουν μαζί του, με χρησιμοποιούσε σαν διάμεσο για να επιβάλλει τη θέλησή του σ άλλους και -χωρίς να το θέλω- γινόμουν πρόξενος συμφορών σ αυτούς. Όταν το κακό παράγινε, συγκλονίστηκα και διέκοψα το επάγγελμα. Αλλά το καταραμένο χάρισμα μου έμεινε και συχνά-πυκνά μου έρχονται εφιάλτες από βάρβαρα μελλούμενα!....
Ναι, το διαπίστωσα! Έχετε φοβερή διαίσθηση και ζείτε τα γεγονότα, σχεδόν ταυτόχρονα με την πραγμάτωσή τους, συμφώνησε ο Αστυνόμος.


                                                                          10

Σχεδόν με τον ερχομό της νύχτας, σταμάτησε το χιόνι. Όχι όμως κι ο άνεμος, που δεν έπαψε να λυσσομανά, κρουσταλλιάζοντας την επιφανειακή στρώση του χιονιού σε γλιστερό πάγο.
Γύρω στις εννιά, η εξώπορτα του Πανδοχείου άνοιξε. Η μαύρη σιλουέτα που διαγράφηκε μπροστά από το φωτεινό άνοιγμα, ήταν -δίχως αμφιβολία- ο Σαλαντίν. Όπως προσπαθούσε να συμμαζέψει την μπέρτα που του αναρρίπιζε ο άνεμος, έμοιαζε μ εξώκοσμη νυχτερίδα, που πάσχιζε να ξεφύγει από το βαρυτικό πεδίο της Γης.
Ήταν βαθιά προβληματισμένος ο Μάγος κι έλπιζε πως με μια βόλτα έξω στην παγερή νύχτα, θα έστρωνε την ακαταστασία των λογισμών του. Βέβαια, δεν του περνούσε -ούτε καν σαν σκέψη- από το μυαλό ό,τι είχε την παραμικρή ευθύνη για τον φόνο της Φένιας. Όμως, όσα συνέβαιναν, κατά διαβολική σύμπτωση είχαν αρχίσει με τον ερχομό του Θίασου στο χωριό. Δυστυχώς, -παρόλες τις απίστευτες ικανότητες που κατείχε- στερούνταν το αστυνομικό δαιμόνιο, που θα του επέτρεπε να οδηγηθεί στη λύση του μυστηρίου των τριών εγκλημάτων. 
Αμέσως, με την έξοδο από το Πανδοχείο, δυο ζευγάρια μάτια -από διαφορετική κατεύθυνση το καθένα- καρφώθηκαν απάνω του.
Το ένα ζευγάρι ανήκε στον Καντζιέρη που, παθιασμένος από την αποτυχία, είχε στηθεί στο πιο επίκαιρο σημείο του χωριού, για να παρακολουθήσεις την κίνηση της νύχτας. Κάτι του έλεγε πως θ ανταμειβόταν απόψε το υπομονετικό του ξεπάγιασμα απάνω στο ψηλό καμπαναριό της εκκλησίας. Μ ένα άγριο χαμόγελο, ετοιμάστηκε να κατεβεί από το παρατηρητήριο του, όταν ξαφνικά είδε να ξεπετάγεται -μέσα από το χιονισμένο δάσος που κύκλωνε το χωριό- το φονικό κτήνος. 
Έτρεχε τριποδίζοντας παράξενα -ίδια κι απαράλλαχτα, όπως του είχε περιγράψει ο Μανιάτης- και στόχο του είχε ολοφάνερα τον Σαλαντίν.
Μαρμάρωσε από τρόμο κι ανήμπορη λύσσα! Από τη θέση που βρίσκονταν, το μόνο που του έμενε να κάνει για ν αποτρέψει το κακό, ήταν να φωνάξει. Έτσι, μ όση δύναμη επέτρεπαν οι φωνητικές του χορδές, η κραυγή του έστειλε την προειδοποίηση στο ανύποπτο θύμα.
Σαλαντίιιιν... φύγεεε!...
Στο άκουσμα της κραυγής, ο Μάγος αιφνιδιάστηκε. Γύρισε για να εντοπίσει αυτόν που του φώναζε και είδε να έρχεται κατά πάνω του το αγριεμένο θηρίο. Στο πρόσωπό του απλώθηκε ο φόβος του θανάτου κι αισθάνθηκε τα γόνατά του να λύνονται. Όταν συνειδητοποίησε τη δύσκολη θέση του, ήταν αργά για να σωθεί με τη φυγή.
Στάθηκε ακίνητος να κοιτάζει την επέλαση του ολέθρου κι ολόκληρη η ιστορία της ταραχώδικης ζωής που πέρασε, αναδρομίστηκε στη μνήμη του, στα δέκατα του δευτερολέπτου που έτρεξαν, μέχρι να αισθανθεί το σούβλισμα στους ώμους από τα νύχια της αρκούδας. Σαν από όνειρο, άκουσε το ουρλιαχτό της απόγνωσης του και -μέσα από τη θολή κουρτίνα που τον τύλιξε, πρόλαβε να δει την ανθρώπινη μορφή, που έμπαινε τρέχοντας στο σκηνικό του θανάτου.
Ο Αστυνόμος κόντεψε να γκρεμοτσακιστεί, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια του καμπαναριού, στην προσπάθειά του να προλάβει τη συμφορά. Παρόλο που αντιλαμβανόταν πως οι ελπίδες ήταν ελάχιστες, η συναίσθηση του καθήκοντος και το πείσμα να περατώσει την αποστολή του, εξολοθρεύοντας τον εφιάλτη που μαστίγωνε την ήρεμη ζωή του χωριού, τον φτεροποδάριασαν. Γλίστρησε τουλάχιστον τρεις φορές πάνω στο κρουσταλλιασμένο χιόνι, αλλά κατάφερε να σταθεί όρθιος και να συνεχίσει, έχοντας σταθερά καρφωμένα τα μάτια στο σκηνικό που διαδραματίζονταν λίγες δεκάδες μέτρα μπροστά του. Είχε ήδη πλησιάσει αρκετά, ώστε να μπορέσει να πυροβολήσει αποτελεσματικά το κτήνος. Το οπλισμένο του χέρι σηκώθηκε, σημαδεύοντάς το, ταυτόχρονα με το κραυγαλέο ξέσπασμα της απόγνωσης του Σαλαντίν. Πίεσε τη σκανδάλη, είδε την αρκούδα να τραντάζεται βίαια κι εγκαταλείποντας το θύμα της, να τρέπεται σε άτακτη φυγή.
Ανάθεμα!, βλαστήμησε και ξαναπυροβόλησε. Όμως το πληγωμένο ζώο ήταν πλέον μακριά 
Ο Σαλαντίν ήταν πεσμένος μπρούμυτα και το αίμα που έτρεχε από τους ώμους του, πορφύρωνε κι έλιωνε το χιόνι. Ο Καντζιέρης γονάτισε δίπλα του, τον γύρισε ανάσκελα κι αφουγκράστηκε το σφυγμό του. 
Ανάσανε μ ανακούφιση. 
Ευτυχώς, ήταν ζωντανός! Δε θ άντεχε να φορτωθεί κι άλλο θύμα στις πλάτες του. 
Κουβάλησε τον αναίσθητο Μάγο μέχρι το σπίτι του Καραθανάση και, σωριάζοντας τον στο κατώφλι, χτύπησε επίμονα την πόρτα. Ο γιατρός άνοιξε, ύστερα από αρκετή καθυστέρηση, παρουσιάζοντας ένα χλομό πρόσωπο με μαβιούς κύκλους γύρω από τα μάτια. Έδειχνε ξενυχτισμένος κι ανήσυχος. 
Μη μου πεις πως έχουμε κι άλλο θύμα; εκδήλωσε την έκπληξή του, καθώς βοηθούσε τον Αστυνόμο να μεταφέρει τον θεατρίνο πάνω στο χειρουργικό κρεβάτι. 
Ο φίλος χρωστάει τη ζωή του σ εμένα. Απλά, η μοναδική σου δουλειά είναι να περιποιηθείς τις πληγές του. 
Καλύτερα να πέθαινε! μουρμούρισε με κακία ο Καραθανάσης. Δεν είμαι προληπτικός, αλλά νομίζω πως έχουν κάποια σχέση τα μαγικά του με τους φόνους. Το χωριό στοιχειώθηκε με τον ερχομό του διαβολικού θιάσου του! 
Ξαφνικά ο Καντζιέρης πρόσεξε πως ο γιατρός απόφευγε να χρησιμοποιεί τ αριστερό του χέρι, που, κρεμασμένο από το ύψος του ώμου τρεμούλιαζε ελαφρά. 
Τί έπαθε το χέρι σου; τον ρώτησε.
Ά! το προσέξατε; έκανε πικρόχολα εκείνος. 
Είναι ένα από τα πολλά κουσούρια, που μου άφησε η καταραμένη πολυμυελίτιδα, όταν ήμουν μικρό παιδί.. 
Χμμ! έκανε ο Αστυνόμος με αμφιβολία.
Κι ύστερα, σαν κάτι να πέρασε από το μυαλό του, πετάχτηκε όρθιος και κατευθύνθηκε για την πόρτα. 
Θα τα ξαναπούμε, όταν επιστρέψω γιατρέ! φώναξε, γυρίζοντας το πόμολο. 
Ακολουθώντας τα ίχνη του αίματος, χώθηκε βαθιά στο ελατόδασος, επιδιώκοντας να διασταυρώσει την υποψία, που του είχε εμβοληθεί επίμονα. Σε πεντακόσια μέτρα απόσταση από το σημείο της επίθεσης, βρέθηκε μπροστά στο σκοτεινό στόμιο μιας σπηλιάς. Με το πιστόλι προτεταμένο κι έχοντας τις αισθήσεις του σε συναγερμό, άναψε το φακό και χώθηκε μέσα. 
Δεν ήταν άντρο κάποιου, ναρκωμένου από τον Χειμώνα ζώου. Εκεί, στο βάθος της σπηλιάς, πεταγμένο χάμω και μουσκεμένο στο αίμα, κείτονταν το τομάρι της αρκούδας, που είχε λαβώσει! Ένα θριαμβικό χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του. Επιτέλους, κρατούσε την άκρη του νήματος, που θα τον οδηγούσε στη λύση του μυστηρίου.
Την επόμενη μέρα, ο Σαλαντίν, τριγυρισμένος στο σαλόνι του Πανδοχείου από τα κορίτσια του, ήταν το επίκεντρο της προσοχής των χωρικών. Όλοι μακάριζαν την τύχη του κι επαινούσαν την προνοητικότητα και το θάρρος του Αστυνόμου, που αντιμετώπισε το θηρίο με κίνδυνο της ζωής του. 
Ο ίδιος ο Αστυνόμος, καθισμένος παράμερα, παρακολουθούσε κι άκουγε τους πάντες και τα πάντα! 
Που και που, άνοιγε το στόμα του σ ένα βαθύ χασμουρητό. Απ όλους εκεί μέσα, ήταν ο μοναδικός που είχε περάσει την πιο εφιαλτική κι άγρυπνη νύχτα. Έτσι, νωθρός κι αμίλητος όπως ήταν, έμοιαζε μ αινιγματική Σφίγγα που μηχανεύονταν τον τρόπο που θ ανάγκαζε τον ένοχο των εγκλημάτων ν αποκαλυφθεί! 
Ο ξενοδόχος απουσίαζε. Κατά πως είχε πει ο βοηθός του, είχε σηκωθεί από τα χαράματα και, σαμαρώνοντας το μουλάρι του, κίνησε για το κοντινό κεφαλοχώρι να κάνει προμήθειες, μια και οι ανάγκες της αυξημένης πελατείας του το απαιτούσαν. Θα επέστρεφε πριν πέσει το σκοτάδι, αν δε χειροτέρευε ο καιρός.
Την προηγούμενη νύχτα, -ύστερα από την ανακάλυψή του- ο Καντζιέρης είχε επιστρέψει στο σπίτι του γιατρού. Δεν του είπε τίποτα για το εύρημά του. Εκείνος, -από μόνος του, απάνω στη συζήτηση- είχε εξομολογηθεί το ιδιόρρυθμο χόμπι του και, οδηγώντας τον στο διπλανό δωμάτιο, του έδειξε την ποικιλία των τομαριών από αγρίμια, που κοσμούσαν τους τοίχους, το πάτωμα, ακόμα και το ταβάνι!
Αυτό είναι τομάρι τσακαλιού, εκείνο λύκου, το άλλο αλεπούς, του εξηγούσε με καμάρι, καθώς τα έδειχνε. Η συλλογή μου καλύπτει όλα τα ζωντανά που υπάρχουν στην περιοχή. Το μόνο που μου λείπει κι αυτό γιατί μου το ΄κλεψαν, είναι το τομάρι της αρκούδας, κατέληξε, σκυθρωπιάζοντας.
Ο Αστυνόμος ανατρίχιασε, όμως, -ευθύς αμέσως- αυτοκυριαρχήθηκε.
Πότε συνέβη αυτό; ρώτησε αθώα. 
Στα σίγουρα, πριν από έξη μέρες. Λατρεύω υπερβολικά τη συλλογή μου και την καταμετρώ κάθε βράδυ, προτού πέσω για ύπνο! 
Στ αλήθεια, παράξενο χούι έχει ο άνθρωπος! σκέφτηκε ο Αστυνόμος. Λίγο απέχει, από το να του στρίψει η βίδα! 
Δεν σου περνά απ το νου, ποιος μπορεί να στο χει κλέψει; ξαναρώτησε. 
Ιδέα δεν έχω! Πολλοί μ αντιπαθούν, αλλά όλοι έχουν την ανάγκη μου, γι αυτό και μ ανέχονται. Κι ύστερα, τί να το κάνουν το τομάρι κι ιδιαίτερα της αρκούδας; Εκτός κι αν το θέλουν για στρωσίδι στο πάτωμα ή ... 
Ή, τί;, επέμενε ο Αστυνόμος.
Ή για να μασκαρευτούν! Ξέρω κι εγώ, τι άλλο να υποθέσω;, ξέσπασε την αγανάχτησή του ο γιατρός. 
Νάτο που το πες! Αυτό υποψιαζόμουν κι εγώ. Αλλά, ποια είναι η βαθύτερη αιτία, που οδηγεί κάποιον στο να μεταμφιέζεται σε ζώο για να διαπράξει έγκλημα; 
Το ρώτημα του Αστυνόμου, πετυχημένο στην εντέλεια, ανέσυρε στην επιφάνεια τις καταπληκτικές φιλοσοφικές και ψυχολογικές γνώσεις του Καραθανάση. 
Έτσι ο γιατρός, παίρνοντας στοχαστικό ύφος, του εξήγησε πως η διαρκής συμμόρφωση σ ένα κοινωνικό πρότυπο, (που θεσμοθετεί το Κράτος - Εξουσία) παράγει καταπιεσμένους πολίτες. Μια κοινωνία, όμως, για να δρα ανεμπόδιστα και φυσιολογικά, θα πρέπει να βοηθά τα μέλη της ν αποβάλλουν οτιδήποτε απωθημένο έχουν. Στην αρχαία Ελλάδα, η δυνατότητα αυτή δίνονταν στον πολίτη με το έθιμο της Αποκριάς, όπου, αυτός, φορώντας το προσωπείο, έπαυε να είναι και να δρα σαν ο συγκεκριμένος άνθρωπος εκείνης της στιγμής και μεταβάλλονταν σ εκείνον που αντιπροσώπευε το προσωπείο. Μ αυτόν τον τρόπο, ζούσε μια διαπροσωπική εμπειρία!
Η παραπάνω θεωρεία είναι η υγιής, η ιδανική αντίληψη του μασκαρέματος.
Στον αντίποδά της, συναντάμε την αρρωστημένη αντίληψη, που εκδηλώνεται -περιστασιακά και μεμονωμένα- από άτομα με ανώριμες, καταπιεσμένες κι απαγορευμένες επιθυμίες. 
Φορώντας τη μάσκα του ζώου, ένα τέτοιο κομπλεξικό άτομο, μειώνει την όραση, την ακοή, την όσφρηση κι έτσι μπορεί και τροποποιεί τη συνείδησή του, ώστε να έρθει σ επαφή με το πνεύμα του ζώου και ν αποκτήσει την προσωπικότητά του, την ανώτερη δύναμή του! Τελικό συμπέρασμα; Η Μάσκα δρα σαν μεσοπρόσωπο στοιχείο, ανάμεσα στο συνειδητό και το υποσυνείδητο!
Ο Καντζιέρης έμεινε κατάπληκτος από τη διάλεξη που ακροάστηκε. Ήταν μια θαυμάσια ανάλυση της αιτίας. Απόμενε η ανακάλυψη Αυτουνού που, μέσα απ αυτήν την αιτία, εκδήλωνε τα δολοφονικά του ένστικτα.
Λίγο, προτού φύγει από το σπίτι του γιατρού, έριξε μια τελευταία επίμονη ματιά στο κρεμασμένο, αριστερό του χέρι και του φάνηκε πως, εκείνη τη στιγμή, τρεμούλιαζε περισσότερο. Η αμφιβολία του παρέμενε, παρόλη τη λογικοφανή εξήγηση που του είχε δοθεί!

                                                                             11

Περασμένα μεσάνυχτα κι ο γέρο-Μασταμπάς δεν είχε ακόμα εμφανιστεί. Η ένταση και η αγρύπνια τόσων ημερών, κατέβαλαν τον Αστυνόμο. 
Θα κόψω έναν υπνάκο για μια - δυο ώρες, σκέφτηκε κι αποσύρθηκε στο δωμάτιό του. 
Παρόλο που τα μάτια του ασφαλίστηκαν από μόνα τους, το υποσυνείδητο εμπόδιζε το μυαλό του να ησυχάσει, προβάλλοντας εφιαλτικές εικόνες, τόσο ζωντανές, που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ανήκαν σε όνειρο ή στην πραγματικότητα. Οι εικόνες τον έδειχναν να καταφεύγει, καταδιωγμένος από αρκούδες, σε μια σπηλιά που, στο εσωτερικό της, ήταν στρωμένη με τομάρια διάφορων ζώων. Μόλις μπήκε, ο χώρος φωτίστηκε με ηλεκτρικό φωτισμό κι η σπηλιά μεταμορφώθηκε σε δωμάτιο πολύ γνώριμό του. Και, πραγματικά, έτσι αποδείχτηκε, αφού -πίσω του- άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η κοντοπίθαρη καρικατούρα του γιατρού, κρατώντας στο υψωμένο της χέρι ένα αμφίστομο, καλοακονισμένο μαχαίρι. 
Γύρισε ασυναίσθητα και βρέθηκε αντιμέτωπός του, τη στιγμή που κατέβαζε ορμητικά τ οπλισμένο του χέρι μ ένα μοχθηρό, όλο κακία χαμόγελο, απλωμένο στο πρόσωπό του. 
Ούρλιαξε μ απόγνωση και βρέθηκε καθιστός στο κρεβάτι του δωματίου του. 
Η αντίδρασή του υπήρξε σωτήρια, αφού το μαχαίρι, που είχε προορισμό την καρδιά του, καρφώθηκε με λύσσα στο αδειανό στρώμα. 
Ο Αστυνόμος, κάθιδρος, συνειδητοποίησε την αληθινότητα του εφιάλτη και, συστρέφοντας σαν αίλουρος το κορμί του, γύρισε κι αιχμαλωτίζοντας με το ένα χέρι τον πεσμένο μπρούμυτα φονιά, τον εξουδετέρωσε με τ άλλο, δίνοντάς του ένα γερό χτύπημα πίσω από τ αυτί! Βαριανασαίνοντας ακόμα από την προσπάθεια, άναψε το λαμπατέρ πάνω στο κομοδίνο και γύρισε ανάσκελα τον αναίσθητο άνθρωπο.
Του έφυγε αθέλητα μια φωνή έκπληξης, μ ότι είδε. 
Γιατί, εκεί μπροστά του, με μπανταρισμένο στο ύψος του ώμου τ αριστερό του χέρι, κείτονταν ο γέρο-Μασταμπάς, ο Ξενοδόχος!

                                                                           12

Ο Καντζιέρης απολάμβανε με ήρεμες ρουφηξιές την πίπα του, καθισμένος σ έναν αναπαυτικό καναπέ του σαλονιού. Γύρω του, ο Μάγος με τα μέλη του θιάσου κι άλλα σημαίνοντα πρόσωπα του χωριού, παρακολουθούσαν -κυριολεχτικά κρεμασμένοι από τα χείλη του- τις παράδοξες εξηγήσεις που έδινε για τα αίτια που οδήγησαν τον γέρο-Μασταμπά στη διάπραξη των εγκλημάτων, καθώς και την ιστόρηση της μοιραίας επίθεσης, που επιχείρησε εναντίον του με αποτέλεσμα τη σύλληψή του.
Αποδείχτηκε πως ο γέρος διακατέχονταν από απωθημένες μνησικακίες, σχεδόν για τον οποιονδήποτε. Καθένας που θα τολμούσε να τον προσβάλλει, είτε με λόγια είτε με έργα, καταχωνιάζονταν στον αβυσσαλέο κόσμο του εχθρικού του υποσυνείδητου κι έπαιρνε σειρά αναμονής, για την εκδήλωση της εκδικητικότητάς του. Βέβαια, από μόνος του ήταν ανίκανος να προξενήσει κακό, ακόμα και σε κουνούπι! Όμως, φορώντας το αρκουδοτόμαρο, ενσαρκωνόταν την προσωπικότητα του ζώου κι αποχτούσε τη δύναμη που του λειπε, ώστε να πραγματώνει τις κακόβουλες προθέσεις του. Τόσο οι δολοφονημένοι, όσο και τα παραλίγο θύματά του, τον είχαν προσβάλλει κατά καιρούς.
Ναι, αλλά πώς εξηγείται η τομή στην καρωτίδα; απόρεσε ο Μάγος. Μήπως ο ξενοδόχος είχε και συνένοχο στα εγκλήματά του; 
Ο Αστυνόμος χαμογέλασε με συγκατάβαση.
Εδώ τα βρήκα κι εγώ σκούρα. Σχεδόν μου στάθηκε ακατόρθωτο να βγάλω κάποιο κατανοητό συμπέρασμα. Κι όλα αυτά, μέχρι τη συνομιλία που έκανα με τον Γιώργο Μανιάτη, αυτόν που αποκαλείτε επιληπτικό. Συνδυάζοντας την ομολογία του, ότι παλιότερα δούλευε σαν Μέντιουμ, με το γεγονός ότι αποσύρθηκε από το επάγγελμα επειδή χρησιμοποιούνταν από τον συνεργάτη του, για να προξενεί δεινά σ άλλα, ανύποπτα πρόσωπα, έβαλα κάτω τα πράγματα κι έκανα υποθέσεις για το πώς θα επενεργούσε στην προσωπικότητά του η επιβολή της θέλησης κάποιου άλλου υπνωτιστή. Συγκεκριμένα, της δικής σου θέλησης Σαλαντίν! Ανάμεσα σ εκείνους που υπνώτισες, ο Μανιάτης ήταν ο μοναδικός που αντιδρούσε απεγνωσμένα στην επιβολή σου, αποσπώντας το νου του στην παρακολούθηση άλλων γεγονότων, που διαδραματίζονταν έξω από την αίθουσα. Έτσι, άθελά του, έγινε μάρτυρας των δύο φόνων -του νεκροθάφτη και της πόρνης- που, κατά σύμπτωση, συνέβησαν στη διάρκεια της παράστασης. Επειδή -κατά κάποιο τρόπο- εν μέρει ήταν στην εξουσίασή σου και εν μέρει όχι, δεν μπορούσε να φωνάξει και να ειδοποιήσει τα θύματα για τον κίνδυνο που τα παραμόνευε. Διατηρούσε, όμως, τη δυνατότητα να το κάνει μέσα από το λευτερωμένο υποσυνείδητό του. Αλλά, μέσα σ αυτό υπήρχε κάποιος ανοιχτός δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα σ Εσένα και σ Αυτόν, απ όπου πραγματώθηκε η διαρροή των φωνίδων, που έκλεβες από το υπνωτισμένο ακροατήριο. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό, όσο και μοιραίο για τη ζωή των καταδιωγμένων από τον ξενοδόχο - αρκούδα. Γιατί, τα εκκωφαντικά ντεσιμπέλ των ακροατών περνούσαν -μέσα από το υποσυνείδητο του Μανιάτη- στο υποσυνείδητο των θυμάτων, όπου η συντριπτική εκτόνωση των υποήχων στις φωνητικές τους χορδές, είχε σαν αποτέλεσμα τις τέλειες τομές στις καρωτίδες τους, απ όπου αυτοί διέφευγαν! 
Ο Καντζιέρης σταμάτησε και πήρε βαθιά ανάσα. 
Δίχως να το θέλετε, συνεργήσατε κι οι δυο σας στον ακαριαίο θάνατο του Νεκροθάφτη, της Πόρνης και του Δραγουμάνου, είπε, απευθυνόμενος στον Μανιάτη και τον Σαλαντίν. 
Γιατί και στον Δραγουμάνο; ύψωσαν φωνή διαμαρτυρίας εκείνοι. 
Επειδή, όπως το διασταύρωσα τυχαία, την ώρα του θανάτού του κι ενώ ο θίασος απείχε λίγα χιλιόμετρα από τους Γαλιανούς, ο Σαλαντίν δοκίμαζε την υπνωτική του δεινότητα στα μέλη του θιάσου. Κι εσύ Μανιάτη, συνέχισε ο Αστυνόμος στρεφόμενος στον ανθρωπάκο, ήσουν πολύ ευαίσθητος δέκτης, ακόμα κι από εξαιρετικά μακρινές αποστάσεις. Ή κάνω λάθος; 
Ναι, έτσι είναι! ομολόγησε ντροπαλά ο ανθρωπάκος. 
Λοιπόν, ο Δραγουμάνος, όπως έμαθα ρωτώντας διακριτικά, ήταν ένα από τα πρόσωπα που μισούσε ιδιαίτερα ο Μασταμπάς, αφού τον εκβίαζε πως θ αποκάλυπτε τις μαυραγορίτικες δραστηριότητές του με το γειτονικό κεφαλοχώρι, αν δεν τον χρημάτιζε για τη σιωπή του. Με την υπερβολική του, όμως, φορτικότητα, εξασφάλισε μια θέση στη λίστα των υποψηφίων θυμάτων του γέρου κι έφαγε το κεφάλι του! 
Μια καταθλιπτική βουβαμάρα έπεσε στο σαλόνι του Πανδοχείου, όταν ο Αστυνόμος σταμάτησε τις φοβερές του αποκαλύψεις. Όλοι αναλογίζονταν το που θα τραβούσε η αλυσίδα των θυμάτων του παρανοϊκού ξενοδόχου, αν δεν είχαν την τύχη να πάρει την υπόθεση στα χέρια του εκείνος ο εξαίρετος υπηρέτης του Νόμου! 
Και ξαφνικά, ο βροντερός ήχος που ήρθε από την κρούση του κύμβαλου, έστρεψε την προσοχή ολονών στη σκηνή, όπου είχε παραταχθεί -έτοιμος για παράσταση- ο θίασος. 
Ο Σαλαντίν προχώρησε καμαρωτός δυο βήματα μπροστά. 
Αγαπητοί Γαλιανοί! απευθύνθηκε στο ακροατήριο. Προτού φύγω από το χωριό σας, θεώρησα υποχρέωσή μου να σας διασκεδάσω με μια τελευταία επίδειξη. Είστε έτοιμοι να ξανακλέψω τις φωνές σας; 
Η αναγγελία του, ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τα τσακισμένα νεύρα των χωρικών, που αντέδρασαν το ίδιο ακριβώς με τα πρόβατα, στο όρμημα του πεινασμένου λύκου. 
Σκορπίστηκαν σαν διαλυμένο κοπάδι!


Χριστόφορος Παυλίδης:

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. 
Σπούδασα Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Εργάζομαι σαν Δικαστικός Υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Το συγγραφικό μου έργο απαρτίζεται από 6 Μυθιστορήματα Νουβέλες και 30 Διηγήματα, που όλα περιλαμβάνουν αφηγήσεις από τον χώρο του Φανταστικού, του Αστυνομικού Θρίλερ και του Παράδοξου. Ο χώρος της ποίησης δεν μου είναι αδιάφορος και έχω γράψει και γράφω ποιήματα κάθε είδους.
Έχω εκδώσει μόνο μια σειρά διηγημάτων μου με τον τίτλο Ντεβά το 1989, από τις εκδόσεις Νέα Ακρόπολη. 
Κατά καιρούς συμμετείχα σε διαγωνισμούς Διηγήματος και Μυθιστορήματος με επαίνους για τα έργα μου.
Η επεξεργασία Ταξιδιωτικών, μουσικών βίντεο είναι η άλλη μεγάλη μου αγάπη.

copyright 2009-2010, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας