ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Ο Χριστόφορος Παυλίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη

Σπούδασε Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Εργάζεται σαν Δικαστικός Υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Το συγγραφικό του έργο απαρτίζεται από 6 Μυθιστορήματα –Νουβέλες και 30 Διηγήματα, που όλα περιλαμβάνουν αφηγήσεις από τον χώρο του Φανταστικού, του Αστυνομικού Θρίλερ και του Παράδοξου. Ο χώρος της ποίησης δεν του είναι αδιάφορος και έχει γράψει και γράφει ποιήματα κάθε είδους.

Έχει εκδώσει μια σειρά διηγημάτων με τον τίτλο «Ντεβά» το 1989, από τις εκδόσεις «Νέα Ακρόπολη».

Κατά καιρούς συμμετείχε σε διαγωνισμούς Διηγήματος και Μυθιστορήματος με επαίνους για τα έργα του.

Η επεξεργασία Ταξιδιωτικών, μουσικών βίντεο είναι η άλλη μεγάλη του αγάπη.

   


Κύριο Μενού

 

Το επίορκο ξωτικό

 

του Χριστόφορου Παυλίδη

 

  

     Ήταν σούρουπο.  Όμως, όχι όμοιο με τα συνηθισμένα! Ο ουρανός, σκεπασμένος από μια αχνή, γκρίζα κουρτίνα, μόλις που ρόδιζε από το φωτοκρύψιμο του ήλιου στη δύση.  Στο κανάλι, που έζωνε την πόλη περιμετρικά, οι πάπιες έφερναν τις τελευταίες τους βόλτες για το βραδινό φαγητό.  

     Ο δρόμος στη δεξιά πλευρά,  όπου  βάδιζα, ήταν νοτισμένος από το πούσι που έπεφτε ανεξήγητα εδώ και μία ώρα, κάνοντας γλιστερά τα καλντερίμια.  

     Η απουσία των ανθρώπων και των ήχων,  ήταν κάτι περισσότερο από ενοχλητική για τα συνηθισμένα  στο θόρυβο της πόλης αυτιά μου. Μια ένταση  ανυπόφορη κρατούσε  τις  αισθήσεις μου σε  συναγερμό. Κι  η διαίσθησή μου, σπάνια με ξεγελούσε για το απρόοπτο που  -από στιγμή σε στιγμή- θα έκανε  την εμφάνισή του!    

     Και να,  που δεν άργησε!  Μόνο που δεν ήρθε σαν εικόνα από την κατεύθυνση όπου κοίταζα,  μήτε σαν ήχος συριστικός, όπως μου ήταν συνηθισμένο.  

     Η απαλή,  σαν χάδι,  πνοή πίσω από τ' αυτιά μου μ' αιφνιδίασε, ενώ -σύγχρονα- οι τρίχες των χεριών μου ανασηκώθηκαν, καθώς το πέρασμα του φόβου μπήκε ορμητικά στις φλέβες μου.

     Προσπάθησα ν' αποδιώξω τον πανικό, επιβάλλοντας στον  εαυτό μου την πεποίθηση πως είχε αρχίσει  να φυσά  κάποιο αέρινο ρεύμα από το κανάλι,  όμως  τα γερμένα,  ακίνητα  κλωνάρια των ιτιών πάνω από  τα νερά, απόδιωξαν την προσπάθεια εφησυχασμού μου.  

     «Ποιος είναι;» φώναξα αγριεμένος,  αποφεύγοντας να στρέψω το πρόσωπό μου κατά τη μεριά,  απ'  όπου δέχτηκα τ' αέρινο άγγιγμα.   

     Αντί γι' απάντηση, η απαλή πνοή με χάιδεψε πάλι στ'  αυτιά,   λες  και  το  άγνωστο  ον,  που  την προξενούσε,  να ήθελε να διασκεδάσει με την  αγωνία που με συνέπαιρνε.  

     Εξοργισμένος με   το παιχνίδισμα του, περιστράφηκα  ν' αντιμετωπίσω τον αόρατο  παιδευτή μου, αλλά μάταια!  

     Τ'  αυτιά μου, δέχτηκαν ξανά το περιπαιχτικό χάιδεμα του.  

     Δεν  ήμουν  από τους ανθρώπους  που  σκιάζονται εύκολα  από τα φαινόμενα που προξενιόνται από  τις προσπάθειες των στοιχειακών όντων για  επικοινωνία με  τον  υλικό  κόσμο.  Όμως,  τούτη  τη  φορά,  η κοροϊδευτική  διάθεση  του ξωτικού ξεπερνούσε τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μου.  Μ'  έκανε, έξω φρενών!  

     Έτσι,   σηκώνοντας τα  χέρια κατά πάνω, μ' ολάνοιχτες παλάμες και κλειστά   μάτια, συγκεντρώθηκα και του απεύθυνα το φοβερό  αφορισμό που θα το ξαπόστελνε στ' Ακασικά πεδία,  όπου ήταν η θέση του.  

     «Ουμραχίν,  Μενραξίν!»  υψώθηκε  επιβλητικά  η επιταγή μου.          

     Καμιά απάντηση,  κανένα φαινόμενο, δεν ήρθε σαν ακολούθημα των τρομερών λόγων που ξεστόμισα.  Ίδια κι  απαράλλαχτη, η  εξουθενωτική  σιωπή  απόμενε, σάμπως  ένα  μονωτικό διάφραγμα  να 'χε αποξενώσει εκείνο  το  κομμάτι της όχθης,  όπου  κυλούσαν  τα καφετιά νερά του καναλιού.  

     Μ' έπιασε μελαγχολία.  

     «Η  απραξία!  Για  όλα  ευθύνεται  η  απραξία!» μούγκρισα,  μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου.  «Να, που    κατέληξα,    ύστερα   από    τόσα   χρόνια περισπούδαστης  διατριβής  των  παραψυχολογικών φαινομένων.  Δεν  έχω  την  ικανότητα,  ούτε  ένα στοιχειό να εξοβελίσω!»  

     Τότε,  ένα κλάμα σιγανό,  γεμάτο παράπονο,  με απόσπασε από το πικρόχολο παραμιλητό. 

     Από φυσικού μου συμπονετικός,  στράφηκα,  έτοιμος να  προσφέρω τις  καλές μου υπηρεσίες και ν' απαλύνω  τον  πόνο που  κατέτρεχε,  εκείνο το  μεμψίμοιρο,  ανθρώπινο πλάσμα.  

     Μια κοπελιά,  στον ανθό της εφηβείας,  σκυμμένη κούκουρδα,  με το πρόσωπο βυθισμένο στις παλάμες, ήταν ο πρόξενος του λυγμικού κλαψουρίσματος.  

     Την πλησίασα και γονάτισα δίπλα της.  

     «Έλα,  ηρέμησε!» τη νουθέτησα,  αγγίζοντάς  την απαλά στον ώμο.  

     Σάμπως τ' ακούμπισμά μου να 'ταν άγγιγμα φιδιού, εκείνη αποτραβήχτηκε απότομα κι έσφιξε  δυνατότερα τις  παλάμες στο πρόσωπό της,  σαν να 'θελε  να  το κρύψει στη θωριά μου.  

     Χάνοντας  την  υπομονή,  την  έπιασα  από  τους καρπούς και με βία την ανάγκασα ν' αποκαλυφτεί.  

     Ό,τι  αντίκρισα,  ήταν πέρα από τις  προσδοκίες μου  κι’ αποτραβήχτηκα   από   κοντά    της, συγκλονισμένος.  Δεν ήταν τόσο οι ζαρωμένες πτυχές του δέρματος,  ούτε το ξεδοντιάρικο, στραβό στόμα που μου  προξένησαν  αποστροφή,  όσο  εκείνα  τα θεότρελα,  κιτρινωπά  μάτια, που με κάρφωσαν με  τη γελαστική  τους  γυαλάδα, κόντρα στη θλίψη που έπρεπε ν' απεικονίζουν,  αφού, ολοφάνερα, εκείνη η Μέγαιρα εκδήλωνε τον ψυχικό της πόνο με το κλάμα!  

     Οπισθοχώρησα, ακόμα περισσότερο.  

     «Δεν είναι δυνατόν!» ψέλλισα αδύναμα.  «Σίγουρα με  γελούν τα μάτια μου. Είναι ανόσιο,  τούτο  το πάντρεμα  των αποκρουστικών γερατειών του  προσώπου με τ' ολόδροσο, νεανικό σου σώμα!»  

     Η απαλή,  πονεμένη της φωνή, συγκλόνισε μ' έναν απαίσιο μορφασμό τη ζαρωμένη προσωπίδα.  

     «Δεν είναι οφθαλμαπάτη,  ότι θωρείς. Αλίμονο! Αυτή είναι η αληθινή μου μορφή. Ομορφιά κι ασκήμια αντάμα, που προξενεί αποστροφή τη μέρα και πόθο τη νύχτα σ' ότι οι άλλες γυναίκες χαίρονται νυχθημερόν από τους άντρες!»  

     «Μα,  πώς;  Ποια  είναι  η  αιτία  της  φριχτής υπόστασής σου;» εναντιώθηκα.  

     Η  αμφιλεγόμενη γυναίκα,  γέλασε  σιγανά, πικραμένα.    

     «Φαίνεται  πως  σήμερα,  η  ευκαιρία  να  γευτώ αντρική συντροφιά πάει χαμένη.  Αλλά,  ανάθεμά με! είχα την ατυχία να πέσω πάνω σ’ εσένα που  κατέχεις τη γνωστική των στοιχειών κι έτσι, με την επίκλησή σου,  με υποχρέωσες να φανερωθώ, προτού η νύχτα να φτιάξει το κατάλληλο σκηνικό. Γιατί, άνθρωπέ μου, βιάστηκες να με ξεφορτωθείς; Είμαι μαστόρισσα στην ερωτική  τέχνη  και θ' απολάμβανες  μια  αξέχαστη, ηδονική νύχτα».  

     Μ' ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.  

     «Εσύ   ευθύνεσαι   γι'   αυτό!» της πέταξα, οργισμένος. Ήταν ανάγκη να μ'  εκνευρίσεις  τόσο νωρίς, χαϊδεύοντάς μου τ' αυτιά;»  

     «Αλίμονο!  Ήμουν τόσο πεινασμένη για έρωτα και τ'  αυτιά σου τόσο χαριτωμένα που δεν άντεξα  στον πειρασμό.  Δέκα νύχτες ψοφολυσσάω να βρω άντρα  σ' αυτή  την  έρημη  κωμόπολη που   -λες  και  παίρνει υπνωτικό- αποκοιμιέται από το σουρούπωμα!»  

     Έβαλα  τα  χέρια  στη  μέση  και  πέρασα   στην επίθεση.       

     «Το έχεις σκοπό να με αποπροσανατολίσεις; Γιατί, επιτέλους, δεν απαντάς σ' ότι σε ρώτησα;»  

     Σαν  παιδί που το μάλωσαν,  πήρε  μισοκακόμοιρο ύφος.  

     «Έε...   τώρα,   ότι  και  να  σου  πω  θα  το πιστέψεις;» έκανε.  «Πρέπει να ξέρεις τους  νόμους που  διοικούν  το  στοιχειακό  κόσμο  για  να   με κατανοήσεις.  Κι’  ύστερα,  αν  μάθεις όλα  όσα  με αφορούν, δε θα έχω καμία πιθανότητα να σε κερδίσω!»  

     «Τότε να φύγεις!  Κι αν δεν το  κάνεις,  αμέσως τώρα,  θα φροντίσω εγώ γι αυτό.  Γνωρίζω καλά  τον τρόπο, όπως θα το διαπίστωσες», την απείλησα.  

     «Δεν έχω,  λοιπόν,  άλλη επιλογή!»  κλαψούρισε μεμψίμοιρα  η  γυναίκα  κι  αναστενάζοντας  βαθιά, άρχισε   την  αφήγηση  μιας  παράξενης,   όσο   κι’ απίστευτης ιστορίας.  

     «Περνούσα όμορφα, σαν Νύμφη του καναλιού που βρίσκεται  δίπλα σου. Τα νερά του -αρκετά  χρόνια πριν- ήταν τόσο καθαρά,  που μπορούσες να  βλέπεις το παιχνίδισμα των ψαριών στο βυθό!  Φρόντιζα εγώ γι αυτό, αφού, κάνοντας σουρωτήρι το κορμί μου, τα φιλτράριζα στην εντέλεια.  Αυτός ήταν ο προορισμός μου,  άπω  τότε  που  θυμάμαι  πως  υπάρχω.  Αλλά, κάποτε,   ήρθε   ο   καιρός  που  η   γαλήνη   μου ταρακουνήθηκε επικίνδυνα από ένα,  εντελώς  ασήμαντο γεγονός! 

     Έκανε ασυνήθιστη ζέστη,  εκείνο το καλοκαιριάτικο σούρουπο κι εγώ, βυθισμένη ολότελα μέσα στο νερό, απολάμβανα τη δροσιά του. Κάποια στιγμή, η ήρεμη  επιφάνεια έσπασε από δυο  ρωμαλέα  χέρια που,  αποσπώντας δροσιά απ' αυτήν, την περιέλουσαν σ'  ένα πρόσωπο.  Όταν καλμάρισε ο κυματισμός  του νερού,  έμεινα άφωνη.  Γιατί,  από πάνω μου,  είδα σκυμμένο  το  θεσπέσιο κεφάλι ενός  νεαρού  άντρα. Επιρρεπής  στον  έρωτα,   δεν  είχα  την  τύχη  να συναντήσω,  άλλη φορά,  τόσο όμορφο παλικάρι κι  η καρδιά μου γιόμισε ευθύς από την επιθυμία του!  Κι’  ίσα μ' εδώ,  τα πράγματα έδειχναν εύκολα,  αφού  -ασυζήτητα-   θα  τον  παγίδευα  στη   σαγήνη   της ακατανίκητης  γοητείας  μου.     

     Ήμουνα  έτοιμη  να υλοποιηθώ και  να  ξενεριστώ στην  επιφάνεια,  όταν -ακριβώς δίπλα στο  αντρικό κεφάλι-   συνταιριάστηκε  ένα   άλλο,   γυναικείο. Δαγκώθηκα από ανήμπορη λύσσα κι από καλοπροαίρετο, μεταστράφηκα σ' όλο κακία ξωτικό,  γιατί, μέσα στα μάτια  του  ζευγαριού,  είδα να λάμπει  η  ερωτική φλόγα.  Μια μεθυστική ζάλη με συνεπήρε,  στη σκέψη πως  θα 'πρεπε να χρησιμοποιήσω όλες  τις  ζηλευτές ικανότητές μου για να τον αποσπάσω απ' εκείνη.  

     Αθέατη,  όπως ήμουν,  παρακολούθησα με φθόνο τα χαριεντίσματά τους κι υστερότερα, τα ευχαριστημένα γουργουρητά  τους,  μέσα  στη  χορταρένια  καλύβα που 'χαν στήσει στην όχθη του καναλιού.  

     Για να μη στα πολυλογώ, γρήγορα βρήκα τον τρόπο ν'   απολάψω τον Αντίνοο (όπως ονομάζονταν ο νεαρός),  παίρνοντας  τη θέση  της  Αργιθέας,  τις φορές  που  αυτή  πήγαινε να  λουστεί  κι’  άλλοτε, μπαίνοντας  στο κοιμισμένο της σώμα,  τις  στιγμές που  το  «αστρικό  της» ταξίδευε  σ'   ονειρικές περιπλανήσεις.  

     Θα  με ρωτήσεις:  «Ήσουνα ευχαριστημένη με  τον τρόπο που χαιρόσουν τον έρωτα του Αντίνοου;»  

     Όχι, δεν ήμουνα! Γι αυτό, τις στιγμές που ζούσα μαζί του (μορφοποιημένη σε Αργιθέα), φρόντιζα να δημιουργώ έντονες εριστικές καταστάσεις που, σιγά-σιγά,  κλόνιζαν  τον τρυφερό δεσμό του  ζευγαριού. Όταν έκρινα, πως η κατάσταση είχε  φτάσει  στ' απροχώρητο, δέθηκα έρμα στα πόδια της Αργιθέας και τη δέσμεψα παντοτινά στην υγρή αφάνεια!  

     Πίστεψα  πως,   απ'  εδώ  και  μπρος,   θα  μου ανοίγονταν  εύκολα ο δρόμος για την κατάκτηση  του Αντίνοου. Όμως, αλίμονο! Είχα λησμονήσει πως, με το πνίξιμο  της  ερωμένης  του,  παραβίαζα το βασικότερο κανόνα των ξωτικών, ότι,  δηλαδή,  δεν έπρεπε  να κερδίζουμε  παιχνίδια,  προξενώντας  το θάνατο των αντιπάλων μας!  Έτσι, όταν παρουσιάστηκα μπροστά του (σίγουρη για το θρίαμβό μου), τον είδα -κατάπληχτη- να κρύβει τα μάτια του με τις παλάμες και να τρέπεται σε πανικόβλητο φευγιό!             

     Αγαλμάτωσα,  αδυνατώντας  να υποθέσω την  αιτία της  αντίδρασής του.  Ασυναίσθητα,  τα  χέρια  μου σύρθηκαν  στις χυμώδεις καμπύλες των γοφών ,  της κοιλιάς  και του στήθους,  δίχως  ν'  ανακαλύπτουν κάποιο ψεγάδι. Όμως,  όταν τα δάχτυλα άρχισαν  να ψηλαφίζουν  τις  γραμμές του  προσώπου,  ένα  φίδι φαρμακερό μου δάγκασε την καρδιά και μ' έστειλε να τρέξω στην όχθη του καναλιού.  

     Έσκυψα   αλαφιασμένη,   κι   εκεί,   πάνω   στο κρυστάλλινο   καθρέφτη   του   νερού,   είδα   την αδιάψευστη  αλήθεια που -κι εσύ- έχεις την  ατυχία να θωρείς!  Ούρλιαξα με  απόγνωση,  διαπιστώνοντας πως,  η τερατόμορφη μέγαιρα που κυμάτιζε στο νερό, ήμουν  εγώ και μου πήρε πολύ χρόνο να συνέλθω  και να    μηχανευτώ   κάποιο    ικανοποιητικό    τρόπο προσέγγισης και παραπλάνησης των αρσενικών.  

     «Αυτή  είναι  όλη η αλήθεια  για  το  κατάντημά μου», συμπλήρωσε η Νύμφη με συντριβή.  

     Αθέλητα,  ο  οίκτος  ύγρανε  τα  μάτια  μου.  Η θλιβερή  ιστορία της κυρίας  των  νερών,  μαλάκωσε συμπονετικά την καρδιά μου, σε τέτοιο σημείο, που, τώρα,  αισθανόμουν υπόχρεος να τη συνδράμω! Η νύχτα, αναστέρωτη κι’  αφέγγαρη,  φτιασίδωνε  ένα απρόσμενα  σκοτεινό  σκηνικό,   κατάλληλο  για  να παιχτούν τα πιο πανούργα σενάρια που θα συλλάμβανε κάποιος δαιμονικός νους!    

     Πλησίασα τη Νύμφη και την  άγγιξα  διστακτικά στον ώμο. 

     Η  αίσθηση  της τρυφερής,   κοριτσίστικης  σάρκας  μ'  ανατρίχιασε απωθητικά στην αρχή,  όμως,  από κάποια  ανεξήγητη αιτία,  το χέρι μου δεν έλεγε ν' αποτραβηχτεί  από πάνω  της,   καθώς  η  γλυκιά  ζεστασιά  που   το διαπερνούσε  μετάδινε  στο σώμα  μου  μια  αίσθηση πρωτόγνωρη, που 'μοιαζε με χαυνωτικό μούδιασμα.  

     Μ'  όσες  δυνάμεις  διατηρούσα,  προσπάθησα  ν' αυτοελεγχθώ και να κρατηθώ στην πραγματικότητα.  

     «Είναι  ξωτικό.  Μην  το  πιστεύεις!»  ούρλιαζε απεγνωσμένα  μια  εσωτερική  φωνή.   «Στοχεύει  το γητεμό  σου κι αν τον πετύχει, θα σε σύρει στον αφανισμό, μέσα από   παραισθησιογόνα,   ηδονικά όνειρα!»  

     Τα  λόγια  που βγήκαν τρεμάμενα από  το  στόμα μου, δεν τα επιδίωξα:  

     «Με ποιο τρόπο, μπορώ να σε βοηθήσω;»  

     Το  πυκνό  σκοτάδι δεν μπόρεσε  να  κρύψει  τις γυάλινες ανταύγειες των ματιών της που με θωρούσαν καταπρόσωπο,  λες  κι ήθελαν να διεισδύσουν  στους άδυτους  μηχανισμούς  της σκέψης μου και  να  τους αποσυναρμολογήσουν.  

     «Επιθυμώ  τον εξαγνισμό,  μέσα από τον  έρωτα!» απάντησε με φωνή απαλή.  «Αγάπησέ με ανθρώπινα και δώσε  μου  τη δυνατότητα ν' ανθρωποποιηθώ  και  ν' αποχτήσω την αίσθηση της ζωής και του θανάτου, που ποτέ δε γνώρισα.  Σ' αντάλλαγμα,  θα σου χαρίσω την Αθανασία!»  

     Η  πρόταση ήταν δελεαστική.  Η  Αιωνιότητα,  τ' άπιαστο  ανθρώπινο όνειρο,  ήταν στη διάθεσή  μου. Αρκούσε μια συναισθηματική,  ερωτική εκφόρτιση από μέρους μου και θα την αποχτούσα!  

     Κατά  παράδοξο τρόπο,  όσο περνούσε  η  ώρα,  η αποστροφή  μου  γι'  αυτήν λιγόστευε  κι  όλο  και περισσότερο  εισχωρούσε  μέσα  μου  το   χαυνωτικό μούδιασμα από την επαφή της.  

     Έκανα μια ύστατη προσπάθεια  ν' αποτραβηχτώ, αλλά απέτυχα.  

     «Μείνε,  μη  φεύγεις!»  με ικέτευε. Κι εγώ, αφέθηκα ολοκληρωτικά στη διάθεσή της.  

     Εκείνη τη νύχτα,  περιπλανήθηκα εξουθενωτικά σ' έναν κόσμο ολότελα  απρόσιτο  στις   ανθρώπινες δυνατότητες,  αφού, απαλλαγμένος από τις αδυναμίες μου (χάρη στη Νύμφη), πέρασα στο υγρό στοιχείο του καναλιού κι απ' εκεί (μέσα από ποτάμια, λίμνες και υπόγεια,   σκοτεινά  ρέματα),   ξεναγήθηκα   στους αλλόκοτους  πολιτισμούς  που 'χαν  δημιουργήσει  οι αθέατες κοινωνίες των ξωτικών.  

     Όσο κυκλοφορούσα ανάμεσα τους, οι Σειρήνες, οι Νηρηίδες, οι  Βρυσηϊδες  κι οι  άλλες  Νύμφες  με τριγύριζαν  και μ' άγγιζαν,  εκδηλώνοντας με κάθε τρόπο την παιχνιδιάρικη ερωτική τους διάθεση,  ενώ -σύγχρονα-  μακάριζαν το ξωτικό που μ'  είχε  στην κατοχή του.  

     «Δεν είναι όμορφος ο κόσμος μου;» περηφανεύτηκε η Νύμφη.         

     «Ομολογώ, ότι μένω κατάπληκτος! Όμως, δε θα μ' ενθουσίαζε  και τόσο η ιδέα να ζήσω παντοτινά  σ' αυτόν. Το ανάλαφρο, αέρινο πέταγμά σας με φοβίζει. Προτιμώ τη σίγουρη αίσθηση της γης από κάτω μου!»  

     «Κι η Αθανασία; Κι' Αυτηνής η ιδέα σε φοβίζει;»  

     «Ά,  όχι!  Αυτήν  μου την υποσχέθηκες  και  δεν το 'χω σκοπό να την απεμπολήσω.  Εννοείται,  βέβαια, πως  θα 'χω  την εμπειρία της μέσα  στη  δική  μου, ανθρώπινη κοινωνία. Ή έχω λάθος εντύπωση;»  

     Στην τρελή γυαλάδα των ματιών της,  δεν μπόρεσα να διακρίνω την αλήθεια.  

     «Σωστά!  Ά,  ναι σωστά!», περιγέλασε την αγωνία μου  και με παρέσυρε σ' ένα  ατελεύτητο  χορευτικό στροβίλισμα στους κύκλους του χρόνου.  

     Οι   εναλλαγές   των   εικόνων   έδειχναν   ένα εντυπωσιακό  πανόραμα,   όπου,   (σε  διαφορετικές χρονικά τοποθεσίες) ανθρώπινα  ζευγάρια,  (ντυμένα άλλοτε   με  τομάρια  κι  άλλοτε  με   πανέμορφες, δαντελένιες   φορεσιές)   χόρευαν  στον    ίδιο εξουθενωτικό  ρυθμό   που,  όσο δυνάμωνε  το στροβίλισμά του,  τόσο και μάραινε η φρεσκάδα  του προσώπου  τους,   μέχρι  που, (στις διαχρονικές πίστες)  απόμειναν να χορεύουν   σπασμωδικά, μουμιοποιημένα ανδρείκελα!  

     «Επιτέλους, σταμάτα!»  ούρλιαξα  συγχυσμένος. «Δεν αντέχω άλλο, τα μακάβρια παιχνίδια σου».  

     Η Νύμφη σταμάτησε απότομα, κάθε κίνηση.  

     «Μακάβρια  παιχνίδια;»,   απόρεσε  μ'  ειρωνική διάθεση. «Μα, χρυσέ μου, δεν κάνω τίποτ' άλλο, από το  να σου δείχνω τον δικό σου υπέροχο  κόσμο  που αρνιέσαι  να  εγκαταλείψεις!  

     Ζωή-Θάνατος!   Ζωή-Θάνατος!  Τούτος  είναι  ο αέναος κύκλος  που  τον διακρίνει.  Θες να κρατήσεις αυτό το βίωμα; Χαλάλι σου!  Μα, τότε, απαρνήσου την Αθανασία! Το κράτημα στη γη, ανήκει στους Θνητούς. Το ταξίδεμα στο νερό και τον αέρα,  στους Αιώνιους.  Διάλεξε και  πάρε, ότι προτιμάς.  Αλλά,  κάνε το τώρα.  Σαν μετανιώσεις και με διώξεις, δε θα 'χεις άλλη ευκαιρία!»  

     Τα   λόγια  της  έδρασαν  σαν   καταλύτης   στο ταραγμένο  μυαλό  μου  κι’  αναλογιζόμενος,  πόσα περισσότερα θα κέρδιζα με την αφθαρσία, υποχώρησα.  

     «Δέχομαι, έστω και μ' αυτό το τίμημα!» δήλωσα.  

     «Χα!»,  κάγχασε θριαμβευτικά η Νύμφη.  «Απ' εδώ κι’ εμπρός,  δεν έχεις το δικαίωμα να  υποχωρήσεις. Μπαίνεις σε μια πορεία, ολωσδιόλου διαφορετική απ' εκείνη π' ακολουθούν οι άνθρωποι. Το σώμα σου, όσο αυτή θα διαρκεί,  θα συγκλονίζεται από τις χημικές μεταβολές της μετουσίωσης.  Αλλά,  μη φοβάσαι!  Οι πόνοι θ' απαλύνονται από τις ηδονικές παραισθήσεις της συνουσίας μας, που θα 'ναι άπειρα δυνατότερες!»  

     Τα νυχθήμερα που ακολούθησαν, βυθίστηκα σ' έναν ωκεανό  ατέρμονων  ερωτικών  απολαύσεων.  Η  Κυρία αποδείχτηκε  τεχνήτρα  και γνώριζε  να  διοχετεύει σοφά  την ηδονική ανατριχίλα σε κάθε  κύτταρο  του κορμιού  μου,  στον κατάλληλο χρόνο,  έτσι  που  η ευχαρίστηση,  ξεκινώντας από απαλούς κυματισμούς, ξεσπούσε -μετέπειτα- σε συγκλονιστικές, οργασμικές τρικυμίες!  Όσο βαστούσε η πανδαισία,  ένα αιχμηρό αλέτρι όργωνε αλύπητα τα σωθικά  μου,  προξενώντας παροξυσμικά   άλγη   που  ξεθύμαιναν   σε   βίαιες συσπάσεις  των  μυώνων,  κάτω  από  το  δέρμα.  Τα ξεσπάσματα  ήταν ιδιαίτερα αισθητά  στις  περιοχές των   γοφών  και  του  στήθους  που   εξογκώνονταν επικίνδυνα, τόσο, που νόμιζα πως θα 'σκαζε το πετσί μου!  

     Σ'   ένα   μικρό  διάλειμμα  που   κάναμε   για ξεκούραση, της εξομολογήθηκα τους φόβους μου:  

     «Τί  συμβαίνει  με το σώμα  μου;  Το  νιώθω  να μεταμορφώνεται και να καμπυλώνεται αφύσικα».  

     «Ά, μη σ' απασχολεί και τόσο!» δήλωσε αδιάφορα. «Η  ύλη  αντιστέκεται στην αντιύλη που  τείνει  να επικρατήσει   κι’ η  πάλη των δυο στοιχείων εκδηλώνεται σε βίαια ξεσπάσματα των μυώνων. Όταν η μεταβολή ολοκληρωθεί, το σώμα σου θα επανέλθει στη φυσιολογική του μορφή».  

     Ηρέμησα κι’ έστρεψα τη συζήτηση σε ανθρώπινα ενδιαφέροντα.        «Είμαστε  τόσες μέρες μαζί κι ούτε  γνωρίζω  τ' όνομά σου!»     

     «Ονομάζομαι Αχερουσία και προορισμός μου  είναι να συντηρώ τα υπόγεια νερά.  Αλλά,  ποτέ  δε  θ' αποχτήσω  αυτό το  προνόμιο,  αφού,  πιο μπροστά, έπρεπε  να περάσω επιτυχημένα τη θητεία  μου,  σαν στοιχειό  αυτουνού του καναλιού.  Κι όπως σου  έχω εξηγήσει,  έπεσα  σε τραγικό παράπτωμα που  θα  με κρατήσει  εδώ,   σαν  παντοτινό  φύλακα!   Εκτός, εάν...»  

     «Εκτός, εάν τί;» την εκβίασα να συνεχίσει.  

     «Αν  εξαγνιστώ και κάποιος άλλος πάρει τη  θέση μου,  τότε  θ' αποχτήσω το τιμητικό προνόμιο!» ολοκλήρωσε η Αχερουσία.             

     Η αποκάλυψη με προβλημάτισε.                                               

     «Κι' είμαι εγώ εκείνος που προορίζεις γι' αυτόν το ρόλο;» θέλησα να μάθω.           

     «Ναι, εσύ! Μήπως δε θα σου άρεζε;»                                                  

     «Με περιορίζει τοπικά!» διαμαρτυρήθηκα. «Αλλιώς φανταζόμουν πως ζουν τα ξωτικά.  Ονειρευόμουν να ταξιδεύω αδιάκοπα και να γνωρίζω -διαχρονικά- τους άγνωστους πλανήτες των γαλαξιών με τις οργανωμένες κι  ανοργάνωτες  κοινωνίες τους.  Όχι  να  δέχομαι κατακέφαλα το πέρασμα των αιώνων,  καθηλωμένος στο βρωμοκάναλό σου!»  

     «Έλα τώρα!» με καλόπιασε η Νύμφη.  «Σ' αρέσει ο έρωτας. Έτσι δεν είναι;» 

     «Και τί μ' αυτό;» έκανα θυμωμένος. «Θα χορταίνω τις φιλοδοξίες μου, κάνοντας έρωτα;»                                                         

     «Κουτέ!  Μα είναι τόσο απλό!  Σαν βαρεθείς, δεν έχεις  παρά να βρεις κάποια από τις  ερωμένες  σου και να την πείσεις ν' αλλάξετε  ρόλους.  Μιλιούνια είναι   οι   άνθρωποι  που   θα   δεχόντουσαν   μ' ευχαρίστηση το Θεϊκό δώρο της Αθανασίας».         

     Δέχτηκα  σαν  λογικό το επιχείρημά της  κι  από τότε, υποταγμένος ολοκληρωτικά στην εξουσίασή της, δεν ξανατόλμησα να της εναντιωθώ.  

     Τις αφέγγαρες νύχτες,  που τα νερά του καναλιού φωτοβολούσαν  από  τη μαγική  συνάθροιση  άπειρου πλήθους Νοκτιλούκας,  με παρέσερνε μέσα στην υγρή φωτόλουση,  όπου, εκστασιασμένη από το εξαίσιο περιβάλλον, υπερέβαλε   τον  εαυτό   της   σ' ευρηματικότητα ερωτικών φαντασιώσεων.         

     Αλλά,  όσο  περνούσαν οι μέρες και πλησίαζε  το γέμισμα  της  Σελήνης,  οι πόνοι  μου  ολοένα  και δυνάμωναν. Το κρέας μου τεντώνονταν και μαζεύονταν συχνότερα τώρα και, κάτω από το δέρμα μου που είχε αποχτήσει  μια αφύσικα  εύθραυστη   απαλότητα, συσσωρεύονταν  στρώματα  λίπους που  αλλοίωναν  την αρρενωπή εμφάνισή μου.  

     Η Αχερουσία, βρήκε εύκολη εξήγηση.                                       

     «Η αγυμνασία και το πολύ φαΐ σε μαλθάκωσαν!» με περιγέλασε.  «Άντε,   ασκήσου  λιγάκι …  να  ομορφαίνει ξανά το κορμί σου!»                 

     Τη  νύχτα  της  πανσέληνου,  ο  παροξυσμός  της Νύμφης  δυνάμωσε και με οδήγησε  σε  ανομολόγητους παράδεισους λαγνείας, έτσι που έφτασα σε σημείο να μην  ελέγχω  το  σώμα  μου,   αφού  οι  μεσούρανες εκτινάξεις της ηδονής πλάνευαν τα λογικά μου τόσο, που, στιγμές-στιγμές, νόμιζα πως Εκείνη ήμουν Εγώ!       

     Τότε, σαν να βρισκόμουν κάτω από επιρροή παραισθησιογόνων, αισθάνθηκα να με διεμβολίζει ένα πλούσιο  πέος και να παλινδρομεί μέσα στα  σπλάχνα μου.  Με  μάτια κλεισμένα,  αφέθηκα σ' εκείνη  την πρωτόγνωρη  κι'  απίστευτα  αισθαντική  δοκιμασία, παρακαλώντας   να   μη   σταματήσει   η    εξαίσια ονειροφαντασία, όπως το πίστευα.

     «Είναι υπέροχο να νιώθεις το σεξ,  σαν γυναίκα!» σκέφτηκα μέσα  στην παραζάλη των αλλεπάλληλων κυμάτων των οργασμών που με  συγκλόνιζαν. Τα χέρια μου πήραν  την  ηδονική φωτιά  από  την  κοιλιά και την  έσυραν  μέχρι  το γεμάτο στήθος, φουχτώνοντάς το!        

     Αυτό  ήταν!  Η  μαγεία διαλύθηκε  μεμιάς  κι  η διαπίστωση  της πραγματικότητας, ανέβασε από το λαρύγγι την φρικιαστική απόγνωσή μου.      

     Ουρλιάζοντας  και κλαίγοντας,  τράπηκα  σ'  ένα δίχως  προορισμό  φευγιό  και, κάνοντας κύκλο, βρέθηκα μπροστά στο πιστό, υλοποιημένο αντίγραφό μου!           

     Κόντεψα να τρελαθώ!                                                     

     «Ποιος είσαι εσύ;» ξέσπασα,  μη πιστεύοντας στα μάτια μου.            

     «Είμαι αυτός που βλέπεις!»  απάντησε  εκείνος, μορφάζοντας κοροϊδευτικά.          

     «Κι εγώ;... Εγώ, ποιος είμαι;»

     Ο Άλλος, το πλαστό αντίγραφο, σοβάρεψε.                          

     «Μα... η Αχερουσία!» δήλωσε με φυσικότητα και, παίρνοντάς  με από το χέρι,  με οδήγησε μέχρι  την άκρη  του καναλιού και μ' υποχρέωσε να σκύψω  πάνω από το νερό.             

     Αλίμονο!   Έλεγε  την  αλήθεια. Πάνω   στον ασημόφωτο  καθρέφτη που κορνιζάριζε τ' ολόγιομο φεγγάρι, μ'  αντιγελούσαν τα θεότρελα μάτια  της μέγαιρας.                             

     Μην  αντέχοντας  την  αποκρουστική  θέαση  μου, αποτραβήχτηκα  και  σωριάστηκα  με  συντριβή  στην πράσινη χλόη.  

     «Μα  γιατί;» ψέλλισα πικραμένα.  «Γι'  αυτά  τα κατάντια με προετοίμαζες, δόλια;»                                                             

     «Ήθελες την Αθανασία ή κατάλαβα λάθος;»  θύμωσε το ξωτικό. «Έ, λοιπόν, φίλε μου είσαι Αθάνατος! Σε τί διαφέρει που τώρα είσαι γυναίκα,  αντί  άντρας; Το αποτέλεσμα μετράει. Χώνεψέ το! Μ' αυτή τη μορφή -στοιχειό  πιά- θα βιώνεις το πέρασμα των  αιώνων, σαν  φύλακας του καναλιού.  Μέσα από  την ερωτική πανδαισία, που χαρήκαμε κι’ οι δυο,  ανταλλάχτηκε η ύλη σου με την αντιύλη μου, απαράλλαχτα. Εσύ έγινες Αθάνατη Νύμφη,  κληρονομώντας και την ασκήμια  μου κι'  εγώ ενανθρωπίστηκα,  μπαίνοντας μ' αυτόν  τον τρόπο στα μυστήρια της ζωής και του  θανάτου,  που τόσο επιθυμούσα να γνωρίσω!»  

     Τον έβλεπα ν' απομακρύνεται, βαδίζοντας με πόδι βαρύ στο λιθόστρωτο κι η καρδιά μου πονούσε για το κατάντημα,  όπου είχα σπρωχτεί, παρακινούμενος από την άμετρη φιλοδοξία.            

     Μα,  τι  μπορούσα να κάνω καλύτερο,  από το  να προσαρμοστώ στον καινούργιο μου ρόλο;  Κι’  ύστερα, γιατί ν' απελπίζομαι; Ο χρόνος κυκλοφέρνει. Κάποια φορά που οι συνθήκες θα το ευνοήσουν,  ίσως  φέρει μπροστά  μου  τον  Αινεία  Σκαρλάτο.   Και,  τότε, κρύβοντας   την  ασκήμια  μου  στο  μισόφωτο   του σούρουπου, σίγουρα θα καταφέρω να τον αποπλανήσω!                                             

 

   

    Άνοιξη 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    Σχόλια

 

Μέσα από ένα μαγευτικό ταξίδι στο "όνειρο", στη "φαντασία", στις εικόνες συμβολικές και πραγματικές, εικόνες εσωτερικού εαυτού και εικόνες της φύσης, του γαλάζιου και του πράσινου, του ουρανού και της γης, αναδύονται βαθιά πανανθρώπινα ερωτήματα και διλλήματα, σχετικά με την φθαρτή μας υπόσταση, αλλά και την ανάγκη μας για το άφθαρτο του εαυτού και της ζωής... Ανάγκες και ερωτηματικά που αγγίζουν όλους μας... Το όνειρο, μέσα από την τέχνη και τη φαντασία αποτελεί τη βασιλική οδό προς το ασυνείδητο, εκεί που κατοικοεδρεύουν επιθυμίες, ένσιγκτα και ανάγκες πέρα από τα κουτάκια της λογικής της κοινωνίας όπου φτιάξαμε και ζούμε... Ο έρωτας στην ενστιγκώδη μορφή του, η ανάγκη για αιωνιότητα, η ομορφιά και η αποδοχή, αγγίζονται μέσα από το συγκεκριμένο διήγημα με τρόπο ιδιαίτερο προσφέροντας ένα πολύτιμο χωροχρόνο για σκέψη... Σας ευχαριστώ που με συμπεριλάβατε σε αυτό το ταξίδι...

ΕΛΛΗ

 

"Αγάπησε με ανθρώπινα" -συγκονιστικό! "Μιλιούνια είναι οι άνθρωποι που θα δεχόντουσαν μ' ευχαρίστηση το Θεϊκό δώρο..."
Πράγματι, όλοι αυτό αναζητούν. Την αγάπη με οποιοδήποτε αντάλλαγμα, αρκεί να μεταμορφωθούν σε κάτι απτό. Με έντονο ερωτισμό η γραφή σας Χριστόφορε, πείθει για το νόημα της ύπαρξης

ξύστρου μαρία
http://profile.to/xystroumaria/

 

Απίστευτο πώς οι αισθήσεις μεταφέρουν τον τρόμο αλλά και τη λαγνεία μέσα από την πέννα του Χριστόφορου. Γλυκό παραμύθι που καταλήγει σε τρόμο, απόγνωση μα και προσδοκία, ίσως απελπισμένη προσδοκία μετά από τις απαιτήσεις της σάρκας. Για μια ακόμη φορά ο Χριστόφορος παντρεύει το αρχέγονο, τον φόβο και τις επιθυμίες μας σε μία εξαίσια αφήγηση

Τσιάμης Γιώργος

 

χαθηκα στον κοσμο της φαντασιας και του παραμυθιου. η αισθηση του μεταφυσικου με ταξιδεψε...

naki maria

 

μαγευτικό...σε ξεσηκώνει την ώρα που το διαβάζεις κ σε μεταφέρει σε κόσμους όπου κυριαρχεί το υγρό στοιχείο....καταδεικνύει την ματαιοδοξία...την ατέρμονη πάλη συναισθήματος και λογικής, που δε ξέρεις ποτέ το νικητή και το χαμένο...

παναγώτα

 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας