ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Ο Χριστόφορος Παυλίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη

Σπούδασε Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Εργάζεται σαν Δικαστικός Υπάλληλος στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Το συγγραφικό του έργο απαρτίζεται από 6 Μυθιστορήματα –Νουβέλες και 30 Διηγήματα, που όλα περιλαμβάνουν αφηγήσεις από τον χώρο του Φανταστικού, του Αστυνομικού Θρίλερ και του Παράδοξου. Ο χώρος της ποίησης δεν του είναι αδιάφορος και έχει γράψει και γράφει ποιήματα κάθε είδους.

Έχει εκδώσει μια σειρά διηγημάτων με τον τίτλο «Ντεβά» το 1989, από τις εκδόσεις «Νέα Ακρόπολη».

Κατά καιρούς συμμετείχε σε διαγωνισμούς Διηγήματος και Μυθιστορήματος με επαίνους για τα έργα του.

Η επεξεργασία Ταξιδιωτικών, μουσικών βίντεο είναι η άλλη μεγάλη του αγάπη.

   


Κύριο Μενού

 

Παράφορη Ψυχή

 

του Χριστόφορου Παυλίδη

 

                                                             I.                    

Κάτω από τη σκέπη τ’ ουρανού, το δάσος με τα κυπαρίσσια υψώνει τις λόγχες του σαν απειλή θανάτου ενάντια στο χλομό φωτισμό, που περνά αδιάκριτα το φεγγάρι μέσα από τα σκοτεινά φυλλώματα των δέντρων.

Η σιγή που αγκαλιάζει το ουράνιο στερέωμα, απλώνεται φαινομενικά και στο σιωπηλό βασίλειο του δάσους που, όμως, στην πραγματικότητα σφύζει από βουβή ζωντάνια, καθώς στον πανάρχαιο αγώνα της επιβίωσης η ζωή παλεύει με τον θάνατο!

Από καιρό, έχω δεθεί συντροφιά με τη μοναξιά και περιπλανιέμαι σ’ αυτή την υπέροχη φυτική θάλασσα, που απλώνεται ανάμεσα στους ορεινούς όγκους του Τιτάνα και του Προμηθέα.

Στις ατέλειωτες ώρες των αναζητήσεων, ψάχνω επίμονα να βρεθώ στους ονειρότοπους των νυχτερινών μου φαντασιώσεων και μέσα σ’ αυτούς να πραγματώσω το ακαθόριστο όραμα, που σκιάζει μελαγχολικά την καρδιά μου.

Παράξενο που είναι, αληθινά,  το όραμα τούτο των αραχνοΰφαντων πέπλων, καθώς στέλνουν ανεμόδαρτους κυματισμούς πάνω στους μεταξωτούς θυσάνους των μαλλιών, που είναι απλωμένοι σ’ όλο το μήκος της αμμουδερής ακτής. Μα ότι περισσότερο τρομάζει και γοητεύει συνάμα την φαντασία μου είναι τ’ ολοπόρφυρο χρώμα, που λούζει μακάβρια τις ρίζες των μαλλιών!

Πάει καιρός που έπαψα να μετρώ τις ώρες και μόνο το ξημέρωμα και το νύχτωμα της μέρας έχω σαν οδηγό του χρόνου, που έρχεται και φεύγει καθημερινά. Έτσι, λευτερωμένο από τις περιττές συνήθειες του πολιτισμού, το μυαλό δένεται πιο στενά με τη φύση και οι έννοιες προβάλλουν πιο απλές και ξεκάθαρες.

Η περιπλάνηση του κορμιού κάτω από τα υγρά φυλλώματα των δέντρων μοιάζει με χαλαρωμένο ελαφοπάτημα, αφού πραγματώνεται δίχως τον πιεστικό έλεγχο του μυαλού, που αφήνεται ολοκληρωτικά στην αισθαντική φυτική μαγγανεία!

Έρχονται τότε στιγμές, που η όραση μαγνητίζεται από το παρακολούθημα της φανταχτερής πεταλούδας,  καθώς αυτή ρουφά επιδέξια το νέκταρ των λουλουδιών κι’ άλλες πάλι που το χέρι, ξεχασμένο απάνω στη βελουδένια στρώση των βρύων, ανατριχιάζει γλυκά σε θύμησες, που λιμνάζουν μυστηριακά στο υποσυνείδητο.

Δοσμένος στα ονειροπλανήματα μου, διαισθάνθηκα πως κάποιος με κατασκόπευε. Περιέφερα ανήσυχα το βλέμμα, μα στάθηκε αδύνατο να εντοπίσω εκείνον που -μέρες ολόκληρες- παρακολουθούσε αθέατος τα βήματα μου. Κάποιο επίμονο θρόισμα μ’ έκανε να στραφώ πίσω, αλλά ευθύς ηρέμησα, όταν αντίκρισα τον χαριτωμένο σκίουρο που έπαιζε με τα πεσμένα κυπαρισσόμηλα.

Λίγο πιο κάτω τα νερά των ρυακιών σχημάτιζαν μια μικρή, καθάρια λίμνη, που με καλούσε να δροσιστώ μέσα της. Ήμουν έτοιμος να βυθιστώ στα δροσερά νερά, όταν αντιλήφθηκα κάποια κίνηση στην αντίπερα όχθη. Προχώρησα προσεχτικά ανάμεσα στις καλαμιές για να προσεγγίσω το αντικείμενο που τράβηξε την προσοχή μου, αλλά φαίνεται πως έγινα αντιληπτός, αφού η σκιά κινήθηκε σαν αστραπή και χάθηκε στο πυκνό χορτάρι. Η μόνη εικόνα που πρόφτασα να κρατήσω ήταν το ανέμισμα των ροζ πέπλων!


                                                               II.                 

 

Η τροπική καταιγίδα ξέσπασε απρόσμενα! Μέσα στην κολασμένη ατμόσφαιρα, που έφτιαχναν οι αστραπές και οι κρότοι των κεραυνών, το νερό έπεφτε με απίστευτη ορμή και τσάκιζε τους γιγάντιους κλώνους των πλατύφυλλων δέντρων, που έδειχναν ανήμποροι να βαστάξουν το υδάτινο φορτίο.

Αλαφιασμένος, αρχίνησα να τρέχω, ψάχνοντας καταφύγιο για προφύλαξη και ανάσα, αφού η πυκνότητα του νερού μου έπνιγε την αναπνοή. Έτσι, σαν είδα μπροστά μου το άνοιγμα της σπηλιάς, ευχαρίστησα την καλή μου τύχη κι’ έπεσα βαριανασαίνοντας στο χορταρένιο πάτωμα.

Έμεινα κειδά ξαπλωμένος να θαυμάζω με γλυκιά ταραχή το μεγαλείο των κατακλυσμικών νερών, που ξερίζωναν και παράσερναν στο διάβα τους φυτά και πέτρες αδιάκριτα, ενώ πλήθος μικρών ζώων πάλευε απελπισμένα να βαστηχτεί στην επιφάνεια τους.

Η νεροποντή κράτησε πολλές ώρες κι’ όταν σταμάτησε -το ίδιο απότομα όπως άρχισε- μια βαριά μυρουδιά από βρεγμένο χόρτο και χώμα απλώθηκε παντού, καθώς η χορτασμένη από νερό γη άχνιζε από το πυρπολητό του ήλιου, που ξεπρόβαλε από τα σύννεφα.

Τότε μόνο στράφηκα να εξερευνήσω τη σπηλιά που μου ‘δωσε καταφύγιο όλες τούτες τις δύσκολες ώρες. Όμως ποια ήταν η έκπληξη μου, όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με τις απειλητικές αιχμές των δοράτων, που έστρεφαν κατά πάνω μου δυο φοβισμένα ανθρώπινα πλάσματα!

Το ένα απ’ αυτά ήταν ένας ηλικιωμένος ασπρομάλλης με γενειάδα, που τα αδύναμα πόδια του έτρεμαν ελαφρά και το άλλο μια νεαρή γυναίκα με παιδικό πρόσωπο που, όμως, το έκαμαν τραχύ τα σκληρά, μαύρα της μάτια. Γύρω στη μέση τους φορούσαν φούστες, φτιαγμένες από ίνες φύλλων μπανάνας, ενώ μπροστά από το στήθος της γυναίκας περνούσαν δυο λωρίδες κουρελιασμένου, ροζ πέπλου που έδενε πίσω στο λαιμό της, αφήνοντας τις φαρδιές άκρες του να πέφτουν μεγαλόπρεπα σ’ όλο το μήκος της πλάτης και των μηρών.

Γέλασα αμήχανα και άπλωσα τα χέρια με ανοιχτές τις παλάμες, για να δείξω τις ειρηνικές μου προθέσεις.

«Άδικα φοβάστε! Δεν είχα πρόθεση να σας ενοχλήσω. Τυχαία βρέθηκα εδώ, προσπαθώντας να προφυλαχτώ από την καταιγίδα. Είμαι ένας μοναχικός άνθρωπος του δάσους κι’ αν σας ενοχλεί η παρουσία μου, φεύγω, τώρα κιόλας!»

Με παρακολουθούσαν δύσπιστα όσο έδινα εξηγήσεις κι’ έπειτα, αναθαρρεύοντας, η γυναίκα μίλησε:

«Ονομάζομαι Μάρθα κι’ ο πατέρας μου Μάρκος. Το αεροπλάνο, που μας μετέφερε στη Ζήρα για γεωλογικές έρευνες -πριν πέντε χρόνια- έπεσε και καταστράφηκε. Προλάβαμε να χρησιμοποιήσουμε τα αλεξίπτωτα και σωθήκαμε, ενώ η μητέρα μου με τον πιλότο, που έμειναν παγιδευμένοι στο αεροπλάνο, σκοτώθηκαν. Περάσαμε δύσκολες στιγμές μέχρι να προσαρμοστούμε στο αφιλόξενο περιβάλλον, μα τελικά τα καταφέραμε. Είσαι ο πρώτος άνθρωπος που συναντάμε και δικαιολογημένα είμαστε επιφυλακτικοί, αφού, τόσο καιρό, μάθαμε να ζούμε και να ενεργούμε με το ένστικτο, όπως τα ζώα! Αν η μοναξιά σε προβληματίζει και επιθυμείς να ζήσεις κοντά μας, θα πρέπει να προσαρμοστείς στο δικό μας τρόπο ζωής και να σέβεσαι οποιαδήποτε παραξενιά μας, όσο κι’ αν σου φαίνεται ασύμβατη με τη λογική.»

Το σκέφτηκα για λίγο. Η αλήθεια ήταν πως λάτρευα την αδέσμευτη ζωή που περνούσα και για τίποτα στο κόσμο δεν θα ‘θελα να την εγκαταλείψω. Από την άλλη, η μοναξιά μ’ είχε κουράσει κι’ αποζητούσα -έστω για λίγο- την ανθρώπινη επικοινωνία, που κόντευα να λησμονήσω.  Έπειτα ήταν κι’ εκείνος ο παράξενος μαγνητισμός που ασκούσε πάνω μου η παρουσία της γυναίκας, καθώς μου ξυπνούσε ξεχασμένες οργανικές ανάγκες, Έτσι δήλωσα πως θα ‘μενα και θα τηρούσα τους όρους που μου έθεσαν, με την υστερόβουλη σκέψη πως -αν με κούραζε η κατάσταση- θα έφευγα με την πρώτη ευκαιρία!

Ύστερα με οδήγησαν στο εσωτερικό της σπηλιάς, όπου είχα την ευκαιρία να θαυμάσω την τάξη και τη νοικοκυροσύνη, που είχε πραγματώσει η γυναικεία φροντίδα. Λίγα μέτρα από την είσοδο, ένας τοίχος, φτιαγμένος από λεπτούς κορμούς, ασφάλιζε την κατοικία από τους ανεπιθύμητους επισκέπτες του δάσους. H γεροδεμένη πόρτα άνοιγε στο εσωτερικό ενός απλόχωρου σαλονιού που φωτιζόταν με λάμπες αερίου. Τέσσερα καθίσματα, μεταφερμένα από το αεροπλάνο και μια χοντρή φέτα από κορμό δέντρου, έφτιαχναν την τραπεζαρία. Από το μεταξωτό ύφασμα του αλεξίπτωτου έγιναν σεντόνια, που ομόρφαιναν τα δυο ξύλινα κρεβάτια. Η γυναικεία φαντασία δούλεψε δημιουργικά και αξιοποίησε -κατά τον καλύτερο τρόπο- ότι είχε διασωθεί από το καταστραμμένο αεροπλάνο. Η αίσθηση του ζεστού σπιτικού περιβάλλοντος βρισκόταν διάχυτη παντού!

Η συνεχόμενη αίθουσα της σπηλιάς είχε μετατραπεί σε εργαστήριο, όπου ο γέρο -επιστήμονας, αφού μετέφερε ότι είχε απομείνει άθικτο από τα μηχανικά μέρη, έφτιαξε κατασκευές θαύματα τεχνικής με τις γνώσεις -μ’ όλη την φτώχεια του εργαλειακού εξοπλισμού- που κατείχε. Με τη μακρόχρονη πείρα του ερευνητή, ανακάλυψε πως -κάτω από τη σπηλιά- υπήρχαν παγιδευμένες τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου.

Αφού μετέφερε με κάνιστρα το πετρέλαιο από το ντεπόζιτο του αεροπλάνου -που από θαύμα είχε μείνε ανέπαφο- κατάφερε να βάλει σε λειτουργία τον κινητήρα του. Την περιστροφική του ενέργεια την μετέδωσε με λαστιχένιους ιμάντες στο γεωτρύπανο, που ήταν καλά στερεωμένο στο έδαφος. Μ’ αυτό τον τρόπο δουλεύοντας, το τρυπάνι -κοντά στα δεκαπέντε μέτρα- συνάντησε το αέριο που ξεπήδησε ορμητικά στην επιφάνεια.

Προφυλαγμένος με αντιασφυξιογόνο μάσκα και βοηθούμενος από την κόρη του, κατάφερε να τιθασέψει και να ελέγχει τη ροή του με την τοποθέτηση μιας στρόφιγγας. Έπειτα το μετέφερε με σωληνώσεις μέχρι τον κινητήρα -που μ’ αυτό τον τρόπο απόκτησε καύσιμο- και τους άλλους χώρους της σπηλιάς, που φωταγωγήθηκαν. Με τη λειτουργία του κινητήρα οι μπαταρίες ήταν πάντα φορτισμένες και το ρεύμα τους χρησιμοποιούνταν σε διάφορες συσκευές, όπως τον ανιχνευτή μετάλλων ή τον ασύρματο, που, βέβαια, μπορεί να μην είχε δυνατότητα εκπομπής μηνυμάτων, αλλά δούλευε μια χαρά σαν ραδιόφωνο, που τους ψυχαγωγούσε με τα μουσικά προγράμματα του ή τους ενημέρωνε με τις ειδήσεις.

Η ανυπόκριτη εκδήλωση του θαυμασμού μου φαίνεται ότι ικανοποίησε τον Μάρκο, σε σημείο, που μου υποσχέθηκε πως θα μου ετοίμαζε ένα αναπαυτικό κρεβάτι την επόμενη μέρα. Εκείνη τη νύχτα ξάπλωσα πάνω σε μια στρώση ξερών χόρτων και για πρώτη φορά -ύστερα από εφτά χρόνια περιπλάνησης- κοιμήθηκα ήρεμα, κατεχόμενος από αίσθηση ασφαλείας.


                                                          III.               

 

Πέρασαν πολλές όμορφες μέρες από τότε. Κάθε μια τους, όλο και κάποια διαφορετική εμπειρία μου πρόσφερε, έτσι που -στο τελείωμα της- περίμενα ανυπόμονα τον ερχομό της επόμενης, για να χαρώ νέες εκπλήξεις.

Ένα πρωινό ξεκινήσαμε για τον Προμηθέα.

Η Μάρθα είχε υποσχεθεί πως θ’ απολάμβανα μια εξαίρετη θέα από την κορυφή του. Μέσα στην οργιαστική βλάστηση, η πορεία γινόταν δύσκολα και η πνιγερή ζέστη της ημέρας έκαμε την ανάβαση εξουθενωτική. Κάποια εσωτερική δύναμη μας έσπρωχνε πιεστικά σ’ αυτή την παράλογη κακουχία. Κάτι ανεξήγητο, έξω από τον έλεγχο του μυαλού!

Ύστερα από πέντε ώρες αναρρίχησης, διασκελίσαμε τον τελευταίο γρανιτένιο όγκο, πατώντας την κορφή και η άρθρωση της φωνής μου χάθηκε από τη μαγευτική θέα που άπλωνε τη μεγαλόπρεπη απεραντοσύνη της μπροστά μου.

Τα θαμπωμένα μου μάτια πληρώθηκαν από το αυθεντικό γαλάζιο των νερών της λίμνης, που φώλιαζε στα χείλη του κρατήρα, όπου κορύφωνε ο Προμηθέας.

Με φωνές παιδιάστικης χαράς, η Μάρθα προσπάθησε να με τραβήξει στα παγωμένα νερά, που η ξαφνική τους επαφή προξενούσε ανατριχιαστικά ρίγη. Κατάφερα να  ξεφύγω και, καθισμένος στην ακτή, συμμετείχα χαμογελώντας στα τρελά παιχνιδίσματα της με το νερό.

Στο πρόσωπο της, που λούζονταν από το θεσπέσιο φως, κυλούσαν δακρυόσχημα νερένια κρύσταλλα, που πάνω τους οι ανακλώμενες ακτίνες αναλυόντουσαν σε ιριδόχρωμες αναλαμπές. Κι’ ήταν όμορφη! Αφάνταστα όμορφη στην έκρηξη της χαράς της. Ύστερα, ίδια αναδυόμενη θεά, ανορθώθηκε από το νερό και βαδίζοντας αργά, σχεδόν τελετουργικά, στάθηκε μπροστά μου. Το δροσερό της γέλιο βουβάθηκε και μια χλομάδα σοβαρότητας είχε απλωθεί στα μάγουλα της.

Την έσυρα να καθίσει στην αγκαλιά μου κι’ εκεί έμεινε ώρες ολόκληρες, με το κεφάλι κουρνιασμένο ντροπαλά απάνω στο ανταριασμένο μου στήθος!

Στο νύχτωμα της μέρας, σηκώθηκε πάλι και προχώρησε στο νερό, μέχρι που βυθίστηκαν τα γόνατά της. Έπειτα με αργές κινήσεις αφαίρεσε το πέπλο και τη φούστα, σπονδίζοντας τα στο νερό. Το γυμνό της κορμί φωτίστηκε ασημόχρωμο από τ’ ολόγιομο φεγγάρι, που έτρεχε αλαφιασμένο ανάμεσα στα σύννεφα. Ύψωσε για λίγο προς αυτό τα χέρια, σαν ικεσία κι’ ύστερα -ανέκφραστη και νεραϊδένια- γύρισε σ’ εμένα που πρόσμενα βουβός την ολοκλήρωση της τελετής που πλησίαζε!

Τα χείλη της ήταν ψυχρά, όμως πυρπόλησαν τις αισθήσεις μου. Μέσα στην οργασμική μου παραζάλη, δεν έδωσα προσοχή στο χαλάρωμα του κορμιού της...

Όταν αργότερα αποσπάστηκε από πάνω μου, η Μάρθα ξέσπασε σε λυγμούς. Έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο μου κι’ έτσι απόμεινε μέχρι το ξημέρωμα.

Τούτο το ξέσπασμα με πλήγωσε βαθιά, γιατί μου εμπέδωσε την πεποίθηση πως -μ’ όλο που της είχα δοθεί ψυχικά και σωματικά- δεν είχα πάρει τίποτα απ’ αυτήν εκείνη τη νύχτα. Σ’ όλες εκείνες τις υπέροχες -για ‘μένα- στιγμές, κρατούσα στην αγκαλιά μου ένα αντικείμενο δίχως ψυχή, χωρίς ερωτική συμμετοχή στο παιχνίδι της σάρκας!


                                                             IV.             

 

Κατεβήκαμε από το βουνό αμίλητοι και σκυθρωποί κι’ όλες οι επόμενες μέρες στο ίδιο κλίμα πέρασαν.

Ζούσαμε και κινούμασταν στον ίδιο χώρο, μα νιώθαμε εχθρικοί κι’ απόμακροι. Η ενοχή, για ότι πραγματώθηκε πάνω στη μαγευτική κορφή του Προμηθέα, είχε ταράξει διαλυτικά τις καλές μας σχέσεις.

Μέρα στη μέρα η Μάρθα χλόμιαζε όλο και περισσότερο. Η όρεξη της για φαγητό μεγάλωνε, μα δεν μπορούσε να κρατήσει τροφή στο στομάχι από τους εμετούς και το γεγονός άφησε έντονα τα σημάδια του στο αδυνατισμένο της κορμί. Τα ίδια συνεχίστηκαν τρεις ολόκληρους μήνες, ωσότου -δυο μέρες πριν βγει ο τελευταίος- ήρθε σε άθλια χάλια και έπεσε με πυρετικό παραλήρημα στο κρεβάτι. Ολόκληρη την εβδομάδα μας κράτησε σε αγωνία, αλλ’ όταν επιτέλους σηκώθηκε, η διάθεση της έστρωσε γρήγορα κι’ έγινε πάλι η δυναμική κι’ ευχάριστη γυναίκα που γνωρίζαμε. Βέβαια, η συμπεριφορά της δεν είχε αλλάξει θεαματικά στις μεταξύ μας σχέσεις. Η σκιά από το παρελθόν δεν θα ‘φευγε ποτέ. Το γνώριζα πολύ καλά!

Ο γέρο -Μάρκος κατάλαβε τη μελαγχολία μου και, κάποια μέρα που η Μάρθα βγήκε να μαζέψει φρούτα, με πήρε στο σαλόνι και μου ιστόρησε την τραγική περιπέτεια που είχε ζήσει στην εφηβεία της.

«Πέντε χρόνια πριν», άρχισε την αφήγηση, «χρειάστηκε να λείψω για δεκαπέντε μέρες από την Αθήνα. Θα πήγαινα με τη γυναίκα μου σ’ ένα Διεθνές Γεωλογικό Συνέδριο στη Λισαβώνα. Η Μάρθα που τότε ήταν δεκαοχτώ χρόνων δεν μας ακολούθησε στο ταξίδι, αφού παρακολουθούσε τα μαθήματα της τελευταίας τάξης του Λυκείου.

Η απουσία εκείνη στάθηκε μοιραία για το παιδί μας, αφού μέσα στο διάστημα εκείνο έπεσε θύμα βιασμού. Όταν επιστρέψαμε τη βρήκαμε στα πρόθυρα παράκρουσης να επαναλαμβάνει συνεχώς ότι θα δώσει τέλος στη ζωή της και πως δεν είχε νόημα η συνύπαρξη με τα ανδρόμορφα κτήνη.

Έτσι, για να απαλύνουμε τη φοβερή εμπειρία της, αποφασίσαμε να δεχτούμε μια πρόσκληση για ορυκτολογικές έρευνες στην εξωτική Ζήρα και τον Ιούλη -ύστερα από τρεις μήνες- βρεθήκαμε εκεί. Η Εταιρεία ναύλωσε ένα μικρό αεροπλάνο για τις έρευνες και ξεκινήσαμε την αποστολή, εφοδιασμένοι με τον αναγκαίο εξοπλισμό. Η τύχη, όμως, δεν ήταν με το μέρος μας, αφού ο κινητήρας σταμάτησε ξαφνικά να λειτουργεί ομαλά με συνέπεια να χάνουμε συνεχώς ύψος. Την τελική κατάληξη της ιστορίας τη γνωρίζεις. Εκείνο που δεν έμαθες -μα ούτε κι’ εμείς γνωρίζαμε τότε- ήταν ότι η Μάρθα είχε μείνει έγκυος από το βιασμό και πως η πτώση της με το αλεξίπτωτο έγινε η αιτία να χάσει το παιδί που μεγάλωνε στα σωθικά της.

Αυτή η δεύτερη απανωτή ατυχία τραυμάτισε βαθύτερα τον ψυχικό της κόσμο και η κατάσταση της επιδεινώθηκε. Χανόταν μέρες ολόκληρες στο δάσος κι’ όταν -ύστερα από επίμονες αναζητήσεις- την έβρισκα, ήταν τόσο απόμακρη και δοσμένη στον κόσμο της, ώστε ούτε εμένα τον πατέρα της αναγνώριζε! Τώρα περνάει ξανά μια παρόμοια κρίσιμη περίοδο, μα... δεν πιστεύω να κρατήσει πολύ.»

Τον άκουγα και οι σκέψεις μου έτρεχαν αλλού. Άθελα μου είχα πληγώσει τη δύστυχη γυναίκα, ξαναζωντανεύοντας τις φοβερές εμπειρίες, που τραυμάτισαν την εφηβεία της. Η καρδιά της έδειχνε οριστικά κλεισμένη στα ερωτικά σκιρτήματα και η σάρκα της αδιάφορη και ψυχρή στην παθιασμένη αντρική επαφή. Ποτέ της δεν θα ένιωθε αληθινά τον έρωτα!


                                                             V.                

 

Οι μέρες στο δάσος κυλούσαν όμορφα. Κάθε πρωινό, καθώς οι πρώτες φωταχτίδες ξαστέρωναν τον ουρανό, αφενόμουν στο ν’ αφουγκράζομαι το υπέροχο βομβητό, που αναδυόταν από το σμίξιμο των θροϊσμάτων και των κραυγών της ζωντανεμένης φύσης. Κι’ ήταν πάλι φορές, που συναρπαζόμουν από τα νυχτερινά κοάσματα των φρύνων.

Κοντά στον γέρο, που μου έδειχνε συμπάθεια, μάθαινα τα μυστικά της επιστήμης κι’ αισθανόμουν τον ενθουσιασμό του πρωτόπειρου, όταν, με τα πειράματα, μετουσίαζα τη θεωρία σε πρακτική εφαρμογή.

Η Μάρθα ξόδευε τον χρόνο της με τη φροντίδα της διατροφής μας και το νοικοκύρεμα της σπηλιάς. Τη συναντούσα και αλλάζαμε τις τυπικές κουβέντες, μόνο τις ώρες του φαγητού και του ύπνου.

Τελευταία αισθανόμουν κάποια ανεξήγητη σωματική αδυναμία, που μ’ έσπρωχνε ν’ αποζητώ όλο και περισσότερη ανάπαυση.  Κατάντησα ράθυμος, σηκωνόμουν αργά και καθόμουν με τις ώρες μπροστά στο άνοιγμα της σπηλιάς να παρακολουθώ τα μαστορέματα του Μάρκου, καθώς τα επιδέξια χέρια του προσπαθούσαν να υλοποιήσουν τις αστείρευτες ιδέες που κατέβαζε το μυαλό του.

Με το πέρασμα του χρόνου το κακό χειροτέρευε, ώσπου κάποια μέρα διαπίστωσα με τρόμο, πως τα πόδια μου αδυνατούσαν να με βαστήξουν όρθιο. Ο γέρος παρακολουθούσε με ανησυχία τη χειροτέρευση της κατάστασης μου. Για να μην αισθάνομαι ανία από την καθήλωση, μου κατασκεύασε ένα αναπαυτικό ξύλινο κάθισμα, που κυλούσε πάνω σε ρουλεμάν και μ’ αυτό μ’ έφερνε βόλτες στα μονοπάτια του δάσους.

Κάποια μέρα, που μ’ είχε αφήσει μοναχό για να φέρει εργαλεία από το καταστρεμμένο αεροπλάνο, είδα τη Μάρθα να με πλησιάζει. Με κοίταξε έντονα στα μάτια και -δίχως να βγάλει μιλιά- αρχίνησε να σπρώχνει το κάθισμα έξω από τα συνηθισμένα μονοπάτια του περιπάτου μου. Βάδιζε γρήγορα, χωρίς να δίνει προσοχή στις διαμαρτυρίες που εκδήλωνα, καθώς δεχόμουν τα δυνατά τραντάγματα που μεταφερόταν στο κάθισμα από το ανώμαλο έδαφος.

Έπειτα από μια βασανιστική διαδρομή, φτάσαμε στην καθάρια λιμνούλα, εκεί όπου είχα πρωτοδιακρίνει «τη σκιά της». Ακολουθώντας την ακτή και, αφού προηγούμενα πέρασε μέσα από ένα καλαμένιο δάσος, σταμάτησε στο αμμουδερό ξέφωτο που απλωνόταν μπροστά μας.

Το στόμα μου άνοιξε διάπλατα και η κραυγή, που κίνησε να βγει, πνίγηκε από την παγωνιά του φόβου που με κατέκλυσε! Γιατί, μπροστά στα ορθάνοιχτα από τρόμο μάτια μου, πρόβαλε υλοποιημένο το ακατονόμαστο όραμα, που από καιρό μου βασάνιζε την καρδιά.  Ροζ λεπτοϋφασμένα πέπλα, έστελναν ανεμόδαρτους κυματισμούς επάνω σε θυσάνους ανθρώπινων μαλλιών, που ήταν δεμένα  σε χαμηλά παλούκια, μπηγμένα στην αμμουδερή ακτή.  Όμως εκείνο που με φόβισε περισσότερο απ’ όλα, ήταν το σκουροκόκκινο αίμα που διέκρινα, ολοκάθαρα, στα ριζώματά τους!

Να, λοιπόν, που η ερμηνεία του φριχτού ονείρου ήταν ο θάνατος, που η βρωμερή του αποπνοή πλησίαζε όλο και πιο κοντά!

Τα σκληρά μάτια της Μάρθας με κάρφωναν ειρωνικά, τώρα.

«Ναι, σωστά το μαντεύεις!» γρύλισε. «Η μοίρα σου κρέμεται κυριολεκτικά από τα χέρια μου. Αλλά, προτού σ’ αγκαλιάσει ο θάνατος, θέλω να γευτώ την ηδονή της αγωνίας σου. Θέλω ν’ ακούσω τα παρακαλητά σου και να μάθεις το πώς και γιατί πρέπει να χαθείς! Το κατάντημα σου δεν είναι παιχνίδι της τύχης. Βοήθησα εγώ να φτάσεις σ’ αυτή τη κατάσταση με το να δηλητηριάζω το καθημερινό σου φαγητό με βότανα. Έτσι, θα είσαι ανήμπορος ν’ αντιδράσεις, όταν αποφασίσω να σου αφαιρέσω τη ζωή.

Εκείνα τα ξύλινα παλούκια που μπήχτηκαν στην άμμο, είναι οι αντιπρόσωποι των πεθαμένων μου ελπίδων, που ποδοπατήθηκαν από τα ανδρόμορφα κτήνη. Κάτω από καθένα βρίσκεται θαμμένη μια ζωή, που ξεκίνησε το χτίσιμο της, αλλά δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί σε ζωντανή ύπαρξη. Το κορμί μου είναι ομοίωμα της εύφορης γης που καρπίζει, όμως δεν δέχεται και γεννήσει το δέσιμο της σποράς των βιαστών. Έτσι, σαν απάντηση στο θάνατο της αθωότητας, αρμόζει ο θάνατος εκείνου, που έγινε πρόξενος της συμφοράς. Ένας απ’ αυτούς είσαι κι’ εσύ, μια κι’ ο καρπός που φύτεψες με βία στη μήτρα μου δεν ευτύχησε να γνωρίσει το φως!»

Την άκουγα ανταριασμένος και δεν έβρισκα τη δύναμη να αντιτείνω τίποτα, σε όσα εκείνη μου καταμαρτυρούσε. Είχα πειθαρχήσει στο πεπρωμένο και η αδράνεια του κορμιού συνταίριαζε αρμονικά μ’ εκείνη του μυαλού μου.

Από το άπλωμα της απόλυτης σιγής, αντιλήφθηκα ότι όλα τα περιθώρια είχαν κλείσει και πως το τέλος ροβολούσε γοργόφτερα. Το είδα στο πάγωμα του πανιασμένου από τη λύσσα προσώπου της. Το συνειδητοποίησα στο γυάλισμα των τρελών ματιών και στο μανιασμένο ύψωμα του οπλισμένου χεριού της. Έκλεισα τα μάτια, προσμένοντας καρτερικά το μοιραίο!

Ο ήχος από κάποιο βαρύ αντικείμενο, που έσκισε τον αέρα για να καρφωθεί υπόκωφα σε κάτι μαλακό και η υστερική κραυγή, που σκέπασε τους ζωντανούς θορύβους του δάσους, αφύπνισε την υποταγμένη μου συνείδηση και μ’ έκανε ν’ ανοίξω τα σφαλισμένα μάτια.

Μπροστά μου ταλαντιζόταν, ετοιμόρροπη, η Μάρθα. Το πρόσωπο της είχε μεταμορφωθεί σε μάσκα απέραντης απορίας, ενώ τα χέρια της, βουτηγμένα στο αίμα, πάσχιζαν ν’ αποσπάσουν την αιχμή του δόρατος, που πρόβαλε από το τρυπημένο στέρνο. Η ανήμπορη λύσσα την κράτησε για λίγο σ’ αυτή την κατάσταση. Έπειτα, καθώς οι δυνάμεις την εγκατέλειψαν απότομα, σωριάστηκε σαν άδειο σακί στην άμμο!

Τότε, πίσω από τις καλαμιές, ξεπρόβαλε η τραγική μορφή του πατέρα που, με σερνάμενα βήματα, πλησίασε στο άψυχο σώμα της κόρης, τ’ αγκάλιασε με συντριβή και ώρες ολόκληρες το έλουζε με τα δάκρυα του θρήνου του.

Με ανάσα κομμένη από συγκίνηση, έζησα το βουβό δράμα μέχρι το δειλινό. Τότε ο δύσμοιρος πατέρας σηκώθηκε και σωριάζοντας ξερά ξύλα και καλάμια, απίθωσε πάνω τους τη νεκρή μοναχοκόρη. Μείναμε αυτού μέχρι το σβήσιμο της πυράς κι’ από τη στάχτη που απόμεινε, ο γέρος μάζεψε τα μαυρισμένα κόκαλα και τα έθαψε πλάι στα χαμένα παιδιά και τους σκοτωμένους εραστές.

 

                                                   ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Δεν βρήκα το κουράγιο να συντροφέψω παντοτινά στη μοναξιά του το γέρικο, μισότρελο αγρίμι, που με τόση φροντίδα μου είχε παρασταθεί.

Έτσι, όταν ύστερα από δυο μήνες στυλώθηκαν οι δυνάμεις μου, μάκρυνα το δρόμο μου απ’ εκείνο τον καταραμένο τόπο και ζήτησα τη λύτρωση στα σκιερά μονοπάτια του σμαραγδένιου δάσους.

Εκεί μου όριζε το πεπρωμένο να ψυχωθώ, στοιχειό κι’ εγώ ανάμεσα στα στοιχειά του!

 

   

    Χειμώνας 2009

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    Σχόλια


"τι φαντασια, εικονες, συναισθημα... εκφραση... καλη συνεχεια και εμπνευση"

νακη μαρια

 

"Εξαιρετικό! γεμάτο εικόνες..."

Δέσποινα Θεολόγου

dtheologou1@gmail.com

 

"Πάνω απ΄όλα, μου πέρασε υπέροχες εικόνες και έντονο ερωτισμό. Το διάβασα με μια αναπνοή και θα το ξαναδιαβάσω. Νομίζω ότι μου χάρισες μια εμπειρία με το σύγγραμμα σου."

Ανώνυμο

 
copyright 2009, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας