Μενού    Οδηγίες υποβολής    Αρχεία    Βιβλιομεζέδες    Σύνδεσμοι   Φωτο-γράφοντας   Η οικοδέσποινα    Μαγειρεύοντας...     Επικοινωνία     

 

 

 

 

Ο μισός στόλος

Γιάννης Νικολούδης

 

Κατ εντολή του αφεντικού, ανοίγω τη μάντρα λίγο πριν τις οκτώ. Χειμώνιασε και στα παπούτσια μου χορεύει το νοτισμένο χνούδι των χόρτων, που λυμαίνονται το χείλος του δρόμου, μπροστά απ τη καγκελόφραχτη έκταση της επιχείρησης. Ο ανατολικός ορίζοντας, απλώνεται στο βάθος της δημοσιάς, επίπλαστος και εύθραυστος μέσα σε ροζ ξέφτια, σαν πρόχειρη λινάτσα σκηνικού.

    Με τα πρώτα μου βήματα μέσα στη μάντρα, μ αντικρίζουν τα μάτια του στόλου, πλαστικά γυαλιά που λαμπυρίζουν ράθυμα στις πρώτες ακτίνες της μέρας, τεμπέλικα βλέμματα ακινησίας, βουβοί μάρτυρες της ίδιας τους της οκνηρίας καθώς και του ιδιοκτήτη τους, που κυνηγάει λαγούς με πετραχήλια σε ένα κόσμο δικό του και γι αυτό ανύπαρκτο. Ο στόλος κοιμάται, ζήτω ο στόλος, ψιθυρίζω δίχως καν να καταφέρω να χασμουρηθώ. Τρακτέρ κάθε μεγέθους και χρώματος, αλωνιστικές μηχανές, κλάρκς, μπουλντόζες, τράκτορες, ανυψωτήρες, θεόρατες τσάπες, γερανοί, φορτηγά, όλα κάτω απ το υπόστεγο με τις μούρες τους απέξω να φλερτάρουν με το δειλό ηλιόφωτο, όλα παραταγμένα σαν φονικές πολεμικές μηχανές, ερπυστριοφόρα ολέθρου, απειλητικά, και τόσο νεκρά που το θέαμα σου προκαλεί κατάθλιψη. Όλα απούλητα, εδώ και χρόνια με τις τιμές τους να παίρνουν την κατιούσα με ταχύτητα υπερηχητικού αεροσκάφους, οι αντικειμενικές αξίες να αφήνουν τα σιδερένια, ατσαλένια και λαμαρινένια κορμιά σαν ψυχές νεκρών που παίρνουν τον δρόμο για ένα αβέβαιο βιβλικό παράδεισο. Κι όμως, κάθε βδομάδα, συνήθως κάποιες αργόσυρτες απάνθρωπες Τρίτες, η Έλενα, μια τυραννισμένη τσιγγανοβουλγάρικη ψυχή, τα καθαρίζει, τρίβοντας τα με βουβή αυταπάρνηση ίσαμε να γυαλίσουν, ίσαμε να πετάξουν λάμψεις, ίσαμε ο κύριος Κώστας βγάλει το άτριχο κεφάλι του απ το γραφείο και της φωνάξει: Εντάξει Έλενα! Μια χαρά είναι τώρα!.

    Εγώ πότε θα πληρωθώ;, του κάνω με φωνή νωχελική γιατί η σκηνή αυτή κρύβει τη μυσταγωγία μιας θεατρικής πράξης που επαναλαμβάνεται εις το διηνεκές.

    Κανείς δεν χάνει τα λεφτά του από μένα. Τριάντα χρόνια στο εμπόριο και κανείς δεν έχει χάσει από μένα.

    Πάντα θα νιώσω οργισμένος και ταπεινωμένος, ένα κλοτσοσκούφι που το εκμεταλλεύονται οι άδικες δομές ενός δαρβινικού συστήματος εξέλιξης. Και πάντα στο τέλος θα πέσω σε κάτι που μοιάζει με νιρβάνα, ενθυμούμενος πως η δουλειά που έχω προσφέρει συνίσταται σε κάνα τυχαίο σήκωμα τηλεφώνου, σε κάποια αρχαιολογική ανασκαφή σε τριζάτα κιτρινισμένα κιτάπια, προς ανεύρεση κάποιου ακόμα πιο κιτρινιάρικου τιμολογίου, σε σποραδικές συγγραφές προσφορών εκ προοιμίου άχρηστες. Ναι, αλλά οι τρεις μήνες είναι τρεις μήνες. Και του το λέω.

    Την επόμενη βδομάδα θα δούμε τι θα γίνει.

    Και η λήξη του γραμματίου, συνεχώς ανανεώνεται, πηδάει από διαταγή σε διαταγή σαν πωρωμένο βατραχάκι που κυνηγάει μια σκνίπα, πηδώντας από βότσαλο σε βότσαλο.

    Πότε θα με πληρώσεις;

    Μου χρωστάς τόσα από τότε.

    Τι νομίζεις, ότι είμαι ένας μαλάκας και με παίζεις;.

    Μου είχες πει σήμερα πως θα τακτοποιούνταν το υπόλοιπο.

    Απ τη γωνίτσα του γραφείου μου, παρακολουθώ με γλαρωμένο βλέμμα τον στρατό να παρελαύνει, αρχικά με τυμπανοκρουσίες αυτοπεποίθησης και στο τέλος με αβέβαια ποδοκροτήματα μιας πύρρειου νίκης. Γιατί η απάντηση που όλοι αυτοί οι κακομοίρηδες προμηθευτές, πρώην εργάτες, πιστωτές κτλ, εισπράττουν απ τον κύριο Κώστα, είναι μια και απαράλλαχτη: Την επόμενη βδομάδα θα δούμε τι θα γίνει.

     Ήταν ένα μακρόστενο αυτοκίνητο σαν νεκροφόρα, που μπήκε φουριόζικο στη μάντρα σπινάροντας. Ο κύριος που αποβιβάστηκε, ήταν ντυμένος με το νοικοκυρίστικο στυλ ενός τραπεζίτη, γραβατούλα και τα ρέστα.

    Το αφεντικό σου δεν είναι εδώ;.

    Διέκοψα ανόρεχτα το πακ μαν και του είπα με τον ευγενικό τσιμπλιασμένο τρόπο μου πως ο κύριος Κώστας λείπει σε δουλειές.

    Δώστε του αυτό μόλις έρθει. Καλημέρα σας!.

    Και με τον ίδιο φουριόζικο τρόπο, η νεκροφόρα αποχώρησε απ τον αύλειο χώρο της μάντρας.

    Τα τηλέφωνα είχαν κοπεί και δίπλα τους σωρεύονταν οι απλήρωτοι λογαριασμοί. Και δεν είχα σκοπό να χρεώσω τη ταπεινή μου κάρτα του κινητού. Έτσι, ο κύριος Κώστας έμαθε κάμποσες μέρες αργότερα πως θα του έπαιρναν το σπίτι και το κατάστημα σε δέκα μέρες. Κανείς άλλωστε δεν πρέπει να παίζει με τις τράπεζες.

    Γαμώ τη Παναγία μου! Τον Χριστό μου!, ωρύεται μόλις επιστρέφει απ το περιλάλητο επαγγελματικό του ταξίδι. Γιατί δεν με ειδοποίησες ρε! Πόσο μαλάκας μπορεί να είσαι;!.

    Τα τηλέφωνα δεν λειτουργούν, απαντώ μασουλώντας ένα κριτσίνι.

    Με το κινητό σου ρε μαλάκα! Δεν μπορούσες να μου κάνεις μια κλήση με το κινητό σου;.

      Δεν έχω λεφτά για κάρτες, του πετάω τη μπηχτή.

     Μια αναπάντητη να μου κανες! Για τ όνομα του Θεού!.

     Για πρώτη φορά, αυτό το καραφλό τέρας αναισθησίας, είναι στα πρόθυρα του να κλάψει. Τόσο καιρό έδειχνε ατάραχος μπροστά στους πιστωτές του που συχνά  απαυδισμένοι απ την ανευθυνότητα του, έφταναν  σε σημείο μέχρι και να απειλούν την σωματική του ακεραιότητα και τώρα φαίνεται πως δεν αντέχει άλλο. Ταυτόχρονα ενεργοποιείται ο μηχανισμός αυτοσυντήρησης του. Οι ενέργειες του, έχουν την λογική μιας χειμαζόμενης εθνικής οικονομίας: μπορεί να μην νοιάζεται για τους μικροπιστωτές, τους πρώην εργάτες, τους πρώην υπαλλήλους που θέλουν τα δεδουλευμένα τους, αλλά η τράπεζα απαιτεί τον απαιτούμενο σεβασμό του. Έτσι σε χρόνο ρεκόρ, καταφέρνει να ξεπληρώσει το μισό του χρέος και να πετύχει καινούριο διακανονισμό με τη τράπεζα αν και ο μισός του στόλος από μηχανήματα που είχε υποθηκευτεί, τελικά θα χαθεί.

    Και αυτό ακριβώς σκέφτομαι ετούτο το πρωινό που οι δροσοσταλίδες του χειμώνα κυλούν στα παπούτσια μου. Σε λίγη ώρα ο μισός στόλος θα χαθεί, θα έρθουν οι απεσταλμένοι της τράπεζας να τον παραλάβουν. Και η Έλενα τώρα θα έχει να καθαρίζει τις Τρίτες λιγότερα οχήματα.

    Όσο για τον κύριο Κώστα, αυτός λείπει ξανά σε επαγγελματικό ταξίδι. 


Γιάννης Νικολούδης:

Γεννήθηκα στο Ηράκλειο Κρήτης το 1987. Σπούδασα οικονομικά στο πανεπιστήμιο Πειραιώς. Ζω στην Κρήτη.

 

copyright 2009-2010, Λος Άντζελες
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας