ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Ο Δημήτριος Γ. Μουζάκης γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα. Κατάγεται από την Άνδρο. Είναι Βιολόγος (M.Sc.). Φοιτά στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών για την απόκτηση δεύτερου τίτλου. Έχει εκδώσει τρία βιβλία ποίησης: Την Αδελφότητα της Θλίψης (Δωδώνη, 2006), τον Υδροβάτη (Δωδώνη, 2007) και την Αυτάρεσκη Σιωπή (Ενδυμίων, 2009). Ποιήματα και δοκίμια του έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα (Μανδραγόρας, Ίαμβος, Ρωγμές) και διαδικτυακά (Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης-Ποιείν, Παμπάλαιο Νερό, Στάχτες, Βακχικόν) λογοτεχνικά περιοδικά.


Τη συνέντευξη μας παραχώρησε

ο Σωτήρης Παστάκας.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1981, με τέσσερα ποιήματα. Συνεργάστηκε με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά έντυπα και από το 2008 δημοσιεύει πλέον συνεργασίες μόνο σε ηλεκτρονικά μέσα.

Από το 2001 φιλοξενεί στην προσωπική του ιστοσελίδα «ποιείν» (που από το 2006 έγινε επιθεώρηση ποιητικής τέχνης και λειτουργεί ως διαδικτυακό λογοτεχνικό περιοδικό με καθημερινή ανανέωση) ποιήματα, ποιητές και ποίηση (… πιθανώς) από όλον τον κόσμο.

 

Έργα του:

 

Α. Ποίηση:

Το αθόρυβο γεγονός , εκδ. Το Δέντρο, 1986 (β’ εκδ. Πλανόδιον, 2001)

Η μάθηση της αναπνοής , εκδ. Πλανόδιον, 1990 (β’ εκδ. 1999, γ’ εκδ. 2001)

Ο κοινωνός των αποστάσεων , εκδ. Νεφέλη, 1997 (β’ εκδ. Πλανοδιον,2002)

Νήσος Χίος , εκδ. Πλανόδιον, 2002

Η μάθηση της αναπνοής…σε τρεις κινήσεις , εκδ. Μελάνι, 2006

Προσευχές για φίλους/Prayers for friends (δίγλωσση έκδοση, με μετάφραση στα αγγλικά του Γιάννη Γκούμα), εκδ. Heteron, Ιούλιος 2007,(β΄εκδ. Δεκέμβριος 2008)

Χόρχε, εκδ. Μελάνι, 2008

Νήσος Χίος/The Isle of Chios (δίγλωση έκδωση, με μετάφραση στα αγγλικά του Γιάννη Γκούμα), εκδ. Οδός Πανός, 2009

 

Β. Μεταφράσεις:

Vittorio Sereni , Ποιήματα, εκδ. το Μικρό Δέντρο, 1981

Sandro Penna , Ποιήματα, εκδ. το Μικρό Δέντρο, 1981

Umberto Saba , Ποιήματα, Πλανόδιον, τευχ.7, 1988

Η Αθήνα του Περικλή με ξεναγό τον Σωκράτη, Τουμπής, 2003

 

Γ. Δοκίμια:

Εγκόλπιο του καλού αναγνώστη, 24 άρθρα για την ανάγνωση, μόνον στην ηλεκτρονική διεύθυνση www . poiein . gr

 

 

Κύριο Μενού

Ποίηση του Δ. Μουζάκη

 

Ερωτήσεις σε ένα νέο ποιτή

 

 

μια συνέντευξη του Δημήτριου Μουζάκη στον Γιάννη Πλιώτα

 

   

 

 

1.      Υπάρχει  ποίηση για τις μάζες ή η ποίηση απευθύνεται αποκλειστικά σε μια κλειστή ελίτ;

 

Ας φέρουμε στην απάντηση της ερώτησης αυτής το «μέσο άνθρωπο» ή, ακριβέστερα, το μέσο νεοέλληνα, ως ένα μέγεθος ευρισκόμενο σε δυναμική κατάσταση, τουτ’ έστιν μεταβαλλόμενο. Ο μέσος νεοέλληνας, μεταξύ άλλων, ερωτεύεται, συγκινείται και διασκεδάζει. Όταν ερωτεύεται, μπορεί να στείλει ένα SMS στο κορίτσι του που θα λέει «σε θέλω, μωρό μου». Όταν συγκινείται, μπορεί να κλάψει με τον τηλεοπτικό πόνο ενός αναξιοπαθούντος σε μια από τις εκπομπές του είδους. Όταν διασκεδάζει, μπορεί να πιει λίτρα και λίτρα αλκοόλ, μετά την πόση των οποίων δε θα μπορεί ούτε ν’ ακούσει ούτε να νιώσει ούτε καν να περπατήσει. Σε ένα εναλλακτικό σενάριο, ο μέσος νεοέλληνας θα μπορούσε να γράφει στο SMS «χαράματα πως σ’ αγαπώ στις φλέβες μου όλ’ η νύχτα ρέει», να συγκινείται (ενθυμούμενος τα νιάτα του ή τη δοξασμένη του στιγμή) στη σκιά του «θα μου πεις/και πού δεν ήταν τότε θάλασσα» ή να διασκεδάζει με το «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία». Αν μας ενδιαφέρει η μετακίνηση (ή μήπως προώθηση;) του μέσου νεοέλληνα προς το εναλλακτικό σενάριο που περιέγραψα (των Ελυάρ, Δημουλά και Καββαδία), οφείλουμε να την προάγουμε. Η ποίηση είναι για όλους.

 

2.      Γιατί  ο κόσμος δεν διαβάζει ποίηση στις μέρες μας; Μήπως τα παιδιά προκαταλαμβάνονται αρνητικά από τον τρόπο διδασκαλίας στο σχολείο; Αλήθεια, διδάσκεται η ποίηση;

 

Ο κόσμος έχει αφεθεί σε εμπειρίες αποχαύνωσης (ή και εκτόνωσης). Όσο, μάλιστα, εντονότερος είναι ο αποχαυνωτικός (ή ο εκτονωτικός) χαρακτήρας της εμπειρίας, τόσο πιο δημοφιλής είναι η εμπειρία αυτή. Αναζητήστε τα στοιχεία που επισημαίνω σε συνήθεις χώρους διασκέδασης μετά μουσικής, στο τηλεοπτικό τοπίο ή και σε συνωμοσιολογικά πεζογραφήματα. Είναι πολύ φυσικό η στοχαστικότητα, η υπαινικτικότητα, οι γλωσσικοί πειραματισμοί και τα λοιπά προσδιοριστικά της ποίησης να την καθιστούν ακατάλληλη προς διψώντες για αποχαυνωτικά θεάματα, ημιάγρια διασκέδαση μετά μουσικής ή βίαιες εκτονώσεις σε στάδια. Σχετικώς με τα παιδιά, νομίζω ότι τα προκαταλαμβάνει αρνητικά η ζωή, τα πρότυπά της και οι δυσκολίες της προτού αποτελειώσει την ποίηση μέσα τους η αρτηριοσκληρωτική διδασκαλία της στο σχολείο. Σε ό,τι με αφορά, πιστεύω ακράδαντα στη ζωτικότητα της επαφής με την ποίηση κατά την εκπαιδευτική διαδικασία. Μια τέτοια επαφή, όμως, δεν είναι δυνατό να αναπτύσσεται στη βάση της αηδιαστικής αποστήθισης, της βαθμοθηρίας και του ψυχαναγκασμού, αλλά της ομορφιάς, των χρωμάτων, της φύσης, του έρωτα και της συνείδησης, όπως απαιτεί η ποίηση όλων των αιώνων.

 

3.      Υπάρχουν  σύγχρονοι σπουδαίοι Έλληνες ποιητές; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου;

 

Δεν ξέρετε πόσο έχει υποφέρει η ποίηση από την ανάγκη των ποιητών να χαρακτηρισθούν «σπουδαίοι», γι’ αυτό με ρωτάτε. Θα σας δώσω, όμως, κάποια ονόματα σύγχρονων ποιητών, μόνο και μόνο για να τοποθετηθώ απέναντι σε κατεστημένες στο λογοτεχνικό σινάφι αντιλήψεις: Δημήτρης Κάββουρας, Κώστας Σοφιανός, Διονύσης Καψάλης, Σωτήρης Παστάκας, Γιάννης Κυριαζής, Γιάννης Στίγκας, Δημήτρης Σολδάτος, Γιάννης Λειβαδάς, Γιάννης Πατίλης, Γιάννης Τόλιας, Αργύρης Χιόνης, Θεοδόσης Βολκώφ, Ιωάννης Τσίρκας, Σοφία Κολοτούρου. Αγαπημένοι μου ποιητές είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Οδυσσέας Ελύτης και η Κική Δημουλά.

 

4.      Πόσο δύσκολο  είναι για έναν ποιητή να  μεταγγίσει τα γραπτά του στους αναγνώστες; Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι δεν εκδίδουν ποίηση, πολλοί μικροί προσπαθούν απλώς να εκμεταλλευτούν τους δημιουργούς, υπάρχει αχτίδα ελπίδας; Είναι το διαδίκτυο μια κάποια λύσις;

 

Οι αναγνώστες είναι ανύπαρκτοι. Οι ιθύνοντες απαθανατισμού της ποίησης (ανθολόγοι, μεγαλοεκδότες, επιμελητές εκδόσεων, περιοδικάρχες, διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων, επιτροπές απονομής βραβείων) συνιστούν ένα σχετικώς κλειστό, αναξιοκρατικό, εσωστρεφές και ακάθαρτο κύκλωμα. Οι έμποροι είναι έμποροι και ως τέτοιοι λειτουργούν. Το διαδίκτυο είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης, αλλά τούτο το χαρακτηριστικό του δεν επαρκεί για μια σημαντική αλλαγή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Δεν είμαι αισιόδοξος, αλλά είμαι επίμονος.

 

5.      Θεωρείς  ότι η ποίησή σου ανήκει  σε κάποιο ρεύμα; Ποια στοιχεία τη χαρακτηρίζουν;

 

Η ποίησή μου δεν ανήκει σε κανένα ρεύμα. Χαρακτηρίζεται από την απόπειρα ανάδειξης του σώματος και των εκφράσεών του, τη σημασία του ελαχίστου στην άντληση εσωτερικής δύναμης, την από δωματίου αντίληψη του κόσμου, την προσέγγιση της συμπεριφοράς μέσα από τη βιολογία του σώματος, τη φυσιολατρεία, την καχυποψία απέναντι σε διανοητικά και ψυχολογικά αντανακλαστικά, την αναπαρθένευση της στοχαστικότητας μέσα από τη βλάσφημη αμφισβήτηση, την αέναη σκέψη ως το δραστικό συστατικό της επαναστατικής κυοφορίας, την εμπεδωμένη ματαιότητα μες στο άπειρο σύμπαν της τυχαιότητας, τη μέθη της αχαλίνωτης φαντασίας. Παρασύρθηκα, προφανώς, και σας μίλησα για τις μεγάλες μου φιλοδοξίες. Όπως και να ’χει, έτσι θέλω την ποίησή μου.

 

6.      Λίγοι  αγαπημένοι σου στίχοι; Τι διάβασες πρόσφατα και σου έκανε εντύπωση;

 

«Αν όλος ο χρόνος είν’ διαρκώς παρών/τότε όλος ο χρόνος παραμένει αλύτρωτος». Πρόκειται για δυο στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ. «Θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό», ένας στίχος από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη. Να μην ξεχάσω, όμως, και την αγαπημένη Κική Δημουλά: «Αν η φαντασία δε σκηνοθετούσε/Υπαρκτόν θηριώδη τον έρωτα/Ποτέ καμιά πραγματικότης/Δε θα μας είχε αγαπήσει». Προσφάτως διάβασα το εξής (μιλάει ο Νάνος Βαλαωρίτης σε Αθηναϊκή εφημερίδα), το οποίο μου έκανε εντύπωση: «Με έπεισαν μαζί με τον Μίνω Αργυράκη να δεχτώ την υποψηφιότητα, αν και λόγω της σχέσης μου με την ομάδα του Μπρετόν δεν έβλεπα με καλό μάτι τα βραβεία. Υποψήφιος ωστόσο ήταν και ο Μίλτος Σαχτούρης, και όταν τελικά βγήκαν τα αποτελέσματα οι ψήφοι διαιρέθηκαν ανάμεσα στον Σαχτούρη και σε μένα και δεν δόθηκε το βραβείο. Μέχρις εκεί καλά, αλλά ο Ελύτης είχε ψηφίσει υπέρ του Σαχτούρη. Μετά μου είπε πως είχε δεχθεί πιέσεις.» Φαίνεται πως ούτε οι μυθικές φυσιογνωμίες γλίτωσαν τις πιέσεις.

 

7.      Ποιοι  είναι οι στόχοι ενός ποιητή  στη σύγχρονη ελληνική, πεζή πραγματικότητα;

 

Ενός ποιητή, αγνοώ. Η ποίηση με βαπτίζει καθημερινά στην εσωτερική ηρεμία, στη δημιουργική ηδονή, στην απόλαυση της δροσιάς των πετάλων και του απαλόπνοου πρωινού ανέμου, στις γεύσεις που απειρίζονται πάνω από μια κούπα ζεστού, μυρωδάτου καφέ, στο πείσμα κάποιας αλλαγής εαυτού που ’ναι του κόσμου αλλαγή. Η γραφή επιστρέφει ως ανάγκη παρουσίασης αυτής της διαβίωσης.

 

8.      Μπορεί να μεταφραστεί ένα ποίημα; Μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο; Μπορεί να γίνει πίνακας ζωγραφικής ή γλυπτό;

 

Μπορεί. Το ποίημα είναι ποίημα και έχει φτιαχτεί με λέξεις, όμως η ποίηση μπορεί να ταξιδέψει και σ’ άλλα μέσα έκφρασης.

 

9.      Αν ζούσες πριν πενήντα χρόνια θα έγραφες έμμετρα; Ποια είναι η άποψή σου για την ομοιοκαταληξία στη νεοελληνική ποίηση;

 

Ο Βωδελαίρος έγραψε ότι ο ρυθμός και η ρίμα καλύπτουν τις προαιώνιες ανάγκες του ανθρώπου για μονοτονία, συμμετρία κι έκπληξη. Ο δρόμος, όμως, ικανοποίησης των αναγκών αυτών δεν περνά αποκλειστικώς από το ρυθμό και τη ρίμα. Ο Ελύτης, γράφοντας «Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα/Όλα τα δάχτυλα/Σιωπή» σίγουρα εξυπηρετεί τη συμμετρία και την έκπληξη με τον αισθησιασμό του. Συμμετρία κι έκπληξη, για να αναφέρω ένα ακόμη παράδειγμα, βρίσκουμε και στο προσφάτως εκδοθέν ποίημα του Σωτήρη Παστάκα (από τη συλλογή Όρος Αιγάλεω την οποία και διάβασα πρόσφατα): «Να στρίψω ένα τσιγάρο/και να το πιω τώρα ή να στρίψω/ένα τσιγάρο και να το πιω μετά;/Το στρίβω τώρα, το αποφάσισα,/για να τ’ ανάψω όταν ο ιδρώτας/από τις μασχάλες σου θα μπορεί/να ξεγελάσει και τους μπάτσους.» Συμμετρία κι έκπληξη και εδώ, λοιπόν, όχι μόνο δια του αισθησιασμού αλλά και δια της συμπλοκής εικονικών διπόλων που ενυπάρχουν στο υποσυνείδητο (μασχάλη/μπάτσος ή ιδρώτας/μπάτσος ή μπάτσος/έρωτας). Η ρίμα και το μέτρο, βεβαίως, δημιουργούσαν και δημιουργούν εντελώς φαιδρούς οπαδισμούς τύπου εικονολατρών και εικονομάχων, με τους πλειοψηφούντες ελευθερόστιχους να υποτιμούν ως ιλαρούς τους θιασώτες των παραδοσιακών μορφών και τους δεύτερους να αμύνονται με την αδιαφορία τους απέναντι στην ελευθερόστιχη ποίηση, σα θαρραλέοι και Θερμοπυλοφύλακες της γνήσιας ποιητικής. Σε ό,τι με αφορά, προτιμώ ως γραφιάς τον ελεύθερο στίχο και ως αναγνώστης προτιμώ την ποίηση σε όλη της την ποικιλομορφία. Αν ζούσα πριν από πενήντα χρόνια δεν ξέρω αν θα έγραφα, αλλά θα ήθελα να γνωρίσω πολλούς που έγραφαν τότε.

 

10  Για να γράψεις χρειάζεται μόνο έμπνευση και συναίσθημα ή και τεχνική; Πόσο δουλεύεις τα δικά σου ποιήματα;

 

Χρειάζεται να έχεις στο μυαλό σου τον αναγνώστη, όχι για να του πεις αυτό που θέλει ν’ ακούσει, αλλά για να θυμάσαι πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι πόχει τόση σημασία, ώστε ο αναγνώστης να ερωτευθεί από το στόμα σου. Τα ποιήματά μου δεν τα δουλεύω όσο θα έπρεπε.

 

11  Μερικοί στίχοι σου;

 

Δοκιμάζεται των τεράτων η υπομονή/Όταν απ’ τη βροχή περιμένεις/Να στρώσει ό,τι το χιόνι. Και κυρίως: Σβήστε τ’ όνομά μου/για να γράψετε ένα στίχο./ Ό,τι αγάπησα ήταν ποίηση/αλλιώς δε θα μπορούσα να το πω. 

Σας ευχαριστώ.

 

Η συνέντευξη είναι ευγενική παραχώρηση του www . poiein . gr

 

   

    Άνοιξη 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    Σχόλια


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας