ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΠΙΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ  

Ένα Ηλεκτρονικό Λογοτεχνικό Περιοδικό

   

Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1961.Πατέρας από Μακεδονία, μητέρα από Ρούμελη. Σπούδασα στην Αθήνα, αλλά όχι ανθρωπιστικές σπουδές. Εργάζομαι ως μεσαίο στέλεχος στον Ιδιωτικό Τομέα, ελπίζοντας ότι δεν θα  γίνω ποτέ μάνατζερ.

Για πολλά χρόνια σπούδαζα Μουσική - διάφορα μουσικά όργανα   και  ανώτερα θεωρητικά , αλλά δεν έγινα επαγγελματίας. Επίσης ήμουνα, από μικρή ηλικία, ένθερμος αναγνώστης της λογοτεχνίας ελληνικής και ξένης.

Στο διάστημα 2004-2006 άρχισα την καταγραφή  διαφόρων βιωμάτων  στο χαρτί ,από την επεξεργασία των οποίων προέκυψε το πρώτο μου βιβλίο «Παπαλάμπραινα by Gibson».Σαν βιώματα ορίζω όχι μόνο καταστάσεις που έζησα ο ίδιος, αλλά και καταστάσεις που συνέβησαν  δίπλα σ’ εμένα και με χάραξαν. Πολλές φορές τα βιώματα αφορούν ιστορίες γύρω από τον βιοπορισμό και την ηθική στο χώρο της εργασίας.

Με  ελκύει αυτό το είδος γραφής: 70% κάτι κοντά στο πραγματικό,  30% κάτι κοντά στο όνειρο και τη μυθοπλασία. Πολλές φορές μπορεί να αλλάζει η αναλογία. Κανείς δεν ξέρει την συνταγή, μέχρι να την βρεί!

 


Κύριο Μενού

 

 

Παπαλάμπραινα by Gibson

αποσπάσματα από το ομώνυμο βιβλίο

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Οσελότος

 

του Τάσου Μελίτη 

 

 

 

Ποιος  Κάζος, λοιπόν ;

  

         Ήταν παλιός τους φίλος-έτσι νόμιζα. Τι να έκανα; Έπρεπε να τον υπομείνω στην παρέα. Εξάλλου, οι υπόλοιποι  ήταν εξαιρετικοί τύποι. Αφού τον ανέχονταν οι άλλοι τέσσερις, έπρεπε να τον αντέξω κι εγώ. Ύστερα, οι μεζέδες στο παλιό, αλλά προσφάτως ανακαινισμένο μεζεδοπωλείο «Η Ωραία Νάπολη» ήταν ακτύπητοι. Και το κρασί νέκταρ. Το μαγαζί βρισκόταν σε μικρή πλατεία της Κυψέλης, όσο ήσυχη και θορυβώδης χρειαζόταν για εμάς που φθάναμε εκεί μετά τις τρεις –ώρα που σχολάγανε   τα μισά δικαστήρια της Ευελπίδων και τέλειωνε η δουλειά του Νικόλα ,του δικηγόρου της παρέας. Οι  λοιποί  ήμασταν χαλαροί την εποχή εκείνη. Ο ένας, μηχανολόγος μόλις απολυμένος, περίμενε πρόσληψη στα Ολυμπιακά Έργα, ο άλλος ασφαλιστής, που τη συγκεκριμένη μέρα της οινοκατάνυξης ξέφευγε νωρίτερα από την δουλειά, ο παράλλος ήταν φροντιστής-εκθεσιολόγος και η αφεντιά μου υποαπασχολούνταν ως αναγνώστης φιλόδοξων πρωτόλειων, που στέλνονταν  στον εκδοτικό οίκο Βελανιδιώτη μήπως και τύχουν έκδοσης. Υπάλληλος του Βελανιδιώτη ήμουνα.

          Ήταν ένας απερίγραπτος τύπος, με διαφόρων κατηγοριών κουσούρια. Χάλαγε μόνιμα κάθε κουβέντα που πηγαίναμε να ανοίξουμε, πετώντας τις πιο ηλίθιες ατάκες. Ας πούμε, όταν ξεκινάγαμε κουβέντα για κρασιά, αυτός θα θυμούνταν την φοβερή Ανίκ, την Γαλλίδα, που πήρε ένα βράδυ καλοκαίρι του 88, αφού πρώτα την είχε ποτίσει ένα μπουκάλι κρασί Ζίτσας! Αν ξεκινάγαμε κουβέντα για ποδόσφαιρο, αυτός θα έφερνε την κουβέντα στη γυναίκα του Μπέκαμ. Αν μιλάγαμε για το καινούριο μοντέλο της Φόρντ, θα μας έβαζε να σκεφτούμε αν είχαμε ποτέ πηδήξει μέσα σ΄αμάξι-κι αν αργούσαμε θα άρχιζε αυτός τις περιγραφές των δικών του εμπειριών. Αν του απαντούσαμε ανόρεκτα , το εκλάμβανε ως πράσινο φως για να αρχίσει ακατάσχετη πολυλογία με τις ηλίθιες ιστορίες του. Κύριοι, ο τύπος αυτός πώς να το πώ, δεν βρίσκω άλλη λέξη, συγχωρήστε με κιόλας…είμαι ντροπαλός συνήθως, δεν μιλάω ποτέ έτσι …αλλά…μας γάμαγε την παρέα!!! Αυτό έκανε. Πάει και τελείωσε………..

          Έμενε εκεί κοντά. Μετά την δουλειά του (ταμίας σε ιδιωτική τράπεζα) θεωρούσε καθήκον του να περάσει από τους «ναπολιτάνους». Η γυναίκα του τον έβλεπε κατά τις έξι η ώρα το απόγευμα και τον έχανε κατά τις οκτώμισι, όταν ξανάβγαινε για την βραδινή του εξόρμηση στην «Ωραία Νάπολη».Αν είχε ξεμείνει κανένας από εμάς, τον έτρωγε στη μάπα πριν αποχωρήσει  για το σπίτι του.

            Ήμουνα ο καινούριος της παρέας , έτσι δεν μίλησα καθόλου στην αρχή. Άργησα να καταλάβω, ότι για όλους αποτελούσε πρόβλημα, αλλά περιέργως κανείς δεν αποτολμούσε την ρήξη μαζί του. Προσπάθησα να θέσω το θέμα όταν είχε περάσει εξάμηνο από τότε που είχα πρωτογίνει κι εγώ «ναπολιτάνος». Ακολούθησα την τακτική των βολιδοσκοπήσεων.

(συνεχίζεται)

 

 

Τρίχες

 

            Με την κατάρρευση του ανύπαρκτου σοσιαλιστικού παραδείσου άρχισε η κάθοδος των  κοριτσιών τους στην χώρα μας. Γνωστές ιστορίες, ας τις πω κι εγώ με τον δικό μου τρόπο. Πεινασμένες ήταν, χαριτωμένες ήταν ,ξανθιές και άσπρες ήταν. Οι Έλληνες τις αγάπησαν με πάθος. Αποφάσισαν να τις στηρίξουν οικονομικά κι εκείνες μπήκαν σύντομα στο δούναι και λαβείν του πληρωμένου έρωτα. Γεμίσαμε πουτανιά πολυτελείας σε οικονομικές τιμές-τουλάχιστον στην αρχή.

           Σε  αυτή την διαδικασία πολλά επαγγέλματα μετασχηματίσθηκαν. Και πρώτα απ’ όλα τα ξενοδοχεία, που ανέπτυξαν νέες παροχές υπηρεσιών. Πολλά  ξενοδοχεία, λέμε. Ιδίως όσα είχαν έως τότε μέτρια κίνηση. Όπως ήτανε και το δικό μας.

             Στην αρχή απλώς τα κορίτσια κοιμούνταν στο ξενοδοχείο μας. Τι έκαναν εκτός ξενοδοχείου δεν μας ένοιαζε καθόλου. Αυτήν ονόμασα αργότερα «Η Αγνή Περίοδος». Κράτησε ένα χρόνο έτσι.

             Περνώντας ο χρόνος ο ξενοδόχος μου ζήτησε να κρατάω για φύλαξη τα διαβατήρια των κοριτσιών, μέχρι να έρθει ο μάνατζέρ τους να τα παραλάβει. Αυτός δεν θύμιζε τον παραδοσιακό νταβατζή .Ήτανε ευγενής . Ήξερε και Αγγλικά.

 Η περίοδος αυτή κράτησε ένα εξάμηνο και αργότερα την ονόμασα « Η Πρώτη Περίοδος της Αμαρτίας». Αυτό,  το άντεχα – για την ώρα. Διέβλεπα, ωστόσο, ότι ήταν η αρχή του τέλους της συνεργασίας μου με το ξενοδοχείο.

          «Η Δεύτερη –και Τελική- Περίοδος της Αμαρτίας» ξεκίνησε ,όταν το αφεντικό μου, ο ξενοδόχος έγινε συνεταίρος της μαφίας που έφερνε τα πρόθυμα εκείνα ξανθά πλασματάκια. Τη συζήτηση για το «τι ποσοστά ζήταγα να μπω κι εγώ συνεταίρος»  την άνοιξε ο ξενοδόχος. Δεν απάντησα ποτέ. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου, έκανα τις βαλίτσες μου και έφυγα για την Αθήνα του 2002.

           Ούτε λόγος ,βέβαια, να αναζητούσα δουλειά σε ξενοδοχείο, σαν ρεσεψιονίστ. Η πιθανότητα να έρθω πάλι αντιμέτωπος με το πρόσωπο του πορνικού τέρατος, ακόμη και σε πιο εκλεπτυσμένη μορφή, με έκανε να αποφύγω να ψάξω για τέτοια δουλειά. Ας έβρισκα μια οποιαδήποτε απασχόληση, μόνο…μακριά από ρεσεψιόν.

           Αν δεν εύρισκα μια δουλειά στο απέραντο εργοτάξιο, που ήτανε τότε η πόλη, ενόψει ολυμπιακών αγώνων, θα έπρεπε να πάρω παράσημο ανικανότητας. Δεν το πήρα, όμως. Βρήκα σχετικά εύκολα δουλειά σε μια κατασκευαστική εταιρεία.

           Είχα δύο πόστα, το ένα δίπλα στο άλλο. Καταρχήν έγινα αποθηκάριος σε μια Αποθήκη παλαιών υλικών. Απομεινάρια και ρετάλια από άλλες παλιότερες δουλειές ήσαν τακτοποιημένα εκεί. Αμφίβολης χρησιμότητας, όπως γρήγορα κατάλαβα. Έρχονταν κάθε τόσο  Μηχανικοί και Εργοδηγοί της Εταιρείας , έψαχναν και έψαχναν κουνούσαν το κεφάλι ,έφευγαν απογοητευμένοι. Τι να κάνανε; Έτσι τους έλεγαν οι Διευθυντές τους έτσι έκαναν. «Να ‘ρχονται»,σκεφτόμουνα. «Όσο έρχονται, τόσο θα έχω κι εγώ τη δουλειά μου».

           Δίπλα στην Αποθήκη ήταν μια Καντίνα. Αυτό ήταν το δεύτερο πόστο μου. Έκανα καφέδες και σάντουιτς για όλους τους εργαζόμενους της Εταιρείας σε τιμές φτηνές. Είχα και μια φορητή τηλεόραση. Χάζευα σαπουνόπερες ,όταν δεν είχα το κέφι να διαβάζω αστυνομικά και κόμικς ή όταν δεν είχα μαζί μου το ραδιόφωνο να ακούω καμιά ροκιά. Ήμουνα σε μεγάλες μοναξιές, η παντρεμένη φίλη  δεν ήθελε πλέον να βλεπόμαστε , παρέες δεν είχα να κάνω καμιά  καινούρια γνωριμία. Κυλούσε  λοιπόν ο καιρός άνοστα  μην ξέροντας  τι θα έπρεπε να περιμένω.

(συνεχίζεται)

 

   

    Φθινόπωρο 2010

    Μενού

    Οδηγίες Υποβολής

    Επικοινωνία

    English

    


 
copyright 2010, Los Angeles
Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας